Legislator Case Law & Legislation
473/2008 AI generated

473/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 473/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

473/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. .... έκθεση επιδόσεως της δικ. Επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Καβάλας ........., ακριβές αντίγραφο της από 15.3.2006 αιτήσεως (αριθ.

Keywords

AI generated
striking off the register abandonment of expropriation withdrawal of driving license deprivation of existing use prolonged absence executor of a will
AI generated
1297/2020
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-7-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σκύδρας.
657/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
211/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1104/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
1471/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την: α) από 21-11-1995 αγωγή, β) την από 10-10-1996 προσεπίκληση των ήδη αναιρεσιβλήτων και γ) την από 2-5-1996 ανταγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2921/1998 προδικαστική, 2407/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3204/2004 προδικαστική, 7497/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των 3204/2004 και 7497/2006 αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 20-2-2007 αίτησή τους και με τους από 24-3-2008 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 15-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατά της υπ' αριθμ. 7497/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της συμπροσβαλλόμενης 3204/2004 μη οριστικής απόφασης του ίδιου Εφετείου. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 473 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 473/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσίβλητου: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Τικόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-1991 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/1994 προδικαστική, 193/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 676/2005 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-3-2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 27-11-2007 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. .... έκθεση επιδόσεως της δικ. Επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Καβάλας ........., ακριβές αντίγραφο της από 15.3.2006 αιτήσεως (αριθ.

πρ. κατάθεσης 21/2006), μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση στην προσδιορισμένη δικάσιμο της 5.12.2007, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, στην αναιρεσείουσα, πλην όμως η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης.

Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της αναιρεσείουσας σαν να ήταν και αυτή παρούσα. I). Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ` αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τις μαρτυρικές καταθέσεις τα έγγραφα, ως και τις ένορκες βεβαιώσεις που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Δεν είναι πάντως αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τ` αποδεικτικά μέσα. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη του (Α.Π 338/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης προβάλλεται η από τον αριθμ. 11γ` του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια. Συγκεκριμένα η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Ζ1, που περιλαμβάνεται στην με αριθμό 49/1996 έκθεση του εισηγητή δικαστή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, και έτσι το Εφετείο κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, ως προς τους ουσιώδεις ισχυρισμούς αυτής.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως που εξετάσθηκαν ενώπιον του εισηγητή του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας που περιέχονται στις με αριθμό 49/1996 και 52/1998 εκθέσεις διεξαγωγής αποδείξεων, καθώς και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και την μαρτυρική κατάθεση του προαναφερομένου μάρτυρα Ζ1.

II). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτωση δεύτερη του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολ Α.Π 2/1989).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ολ ΑΠ 11/1996, 12/1991, Α.Π. 354/2006, Α.Π. 448/2006, Α.Π. 624/2006). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε μεταξύ άλλων τα εξής: " Ο δικαιοπάροχος των διαδίκων Γ (πατέρας της ενάγουσας και πατριός του εναγομένου) έγινε κύριος κατά πρωτότυπο τρόπο ενός αστικού ακινήτου στην ...και συγκεκριμένα του υπ' αριθ. ...

οικοπέδου εκτάσεως 186 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη συνοικία της .......... Η κυριότητα του ακινήτου αυτού του παραχωρήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, για την αστική του αποκατάσταση, δυνάμει του υπ' αριθ. ..... τίτλου κυριότητας που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καβάλας στον τόμο 9 και στον αριθμό 138.

Το ανωτέρω οικόπεδο είχε παραδοθεί σ' αυτόν ήδη από το 1936 και διέμεινε σε μία μικρή οικία που ο ίδιος ανήγειρε με την οικογένεια του: Τη σύζυγο του Γ1 (μητέρα των διαδίκων) και τον εναγόμενο, τέκνο αυτής από προηγούμενο γάμο. Τα άλλα τέκνα τους γεννήθηκαν αργότερα, ο Γ2 το 1938, ο Γ3 το 1941, ο Γ4 το 1946 και η Χ1 (ενάγουσα) το 1949.

Το καθένα όμως με τη σειρά του, όταν τελούσε το γάμο του, εγκατέλειπε την πατρική στέγη. Σταθερά όμως εξακολουθούσε να μένει στην πατρική οικία ο εναγόμενος, ο οποίος είχε αναλάβει τη φροντίδα του πατριού και της μητέρας του. Εκεί άλλωστε εξακολουθεί να μένει μέχρι σήμερα. Το 1961, όπως προαναφέρθηκε, εκδόθηκε ο τίτλος κυριότητας από το Ελληνικό Δημόσιο στο όνομα του πατέρα Γ και έτσι αυτός απέκτησε πλέον την κυριότητα και τη νομή του παραχωρηθέντος οικοπέδου.

Ήδη όμως πολύ ενωρίτερα είχε εκφράσει τη βούληση να μεταβιβάσει τη νομή αυτού στον εναγόμενο, πράγμα που εξηγείται από τη συγκατοίκηση και τις παρεχόμενες φροντίδες του. Γι' αυτό ο εναγόμενος το 1959 άρχισε να κτίζει μέσα στο επίδικο οικόπεδο νέα ισόγεια κατοικία εμβαδού 80 τ.μ. με δικές του αποκλειστικά δαπάνες για να στεγάσει τόσο τη δική του οικογένεια, όσο και τη μητέρα του και το πατριό του.

Κατέστη βέβαια αποκλειστικός νομέας του επιδίκου το 1961 που συντελέστηκε η προς τον πατριό του παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο. Παρά τα συμφωνηθέντα μεταξύ αυτών, δεν ακολούθησε η τυπική μεταβίβαση της κυριότητας για λόγους κυρίως οικονομικούς. Άλλωστε, όλα τα μέλη της οικογένειας γνώριζαν τα συμφωνηθέντα και αναγνώριζαν τον εναγόμενο ως (μόνο) νομέα αυτού.

Έτσι λοιπόν από το 1961 ο εναγόμενος ασκούσε τη φυσική εξουσία του επιδίκου με διάνοια κυρίου και γι' αυτό ολοκλήρωσε την κατοικία του, συνέχισε να διαμένει σ' αυτήν με τη δική του οικογένεια και συντηρούσε την οικία αυτή πάντοτε αυτός με δικά του έξοδα. Μάλιστα, συμπεριφερόμενος ως απόλυτος κύριος, το 1963 με δικές του ενέργειες και δαπάνες φρόντισε και έγινε η ηλεκτροδότηση της οικίας του από τη ΔΕΗ στο δικό του όνομα και το 1965 έγινε η υδροδότηση από το Δήμο Καβάλας πάλι με δικά του έξοδα στο δικό του όνομα.

Ο πατριός του ζούσε ακόμη, γνώριζε τα ανωτέρω και συμφωνούσε, πράγμα που επιβεβαιώνει το πόρισμα του δικαστηρίου ότι είχε παραδώσει πλέον τη νομή όλου του οικοπέδου στον εναγόμενο, καταρρίπτοντας τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι αυτά έγιναν με την ανοχή του πατέρα της κατά παράκληση, δηλαδή με σύμβαση χρησιδανείου.

Άλλωστε, είναι εξαιρετικά παράδοξο να αποφασίζει κάποιος, με βάση μία -προσωρινής ισχύος- σύμβαση χρησιδανείου, να προβαίνει σε μακροχρόνιες επενδύσεις και σχεδιασμούς όπως είναι αυτές του εναγομένου (ανοικοδόμηση οικίας με σκοπό την οριστική στέγαση της οικογένειας του). Ο εναγόμενος συνέχισε να έχει τη νομή του οικοπέδου αδιατάρακτα μέχρι το 1986, οπότε μάλιστα ανήγειρε ένα ακόμη κτίσμα σ' αυτό και συγκεκριμένα ένα δωμάτιο, χωλ και κουζίνα εμβαδού 30 τ.μ.

Έτσι, καταλύοντας την κυριότητα του πατριού του, έγινε κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1945 ΑΚ) ήδη από το 1981 (1961-1981). Στις 24.11.1969 απεβίωσε ο Γ χωρίς να αφήσει διαθήκη. Μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ήταν η σύζυγος του Γ1 κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου και τα πέντε τέκνα του (ο ..... από τον πρώτο γάμο του, ο Γ2, ο Γ3, ο Γ4 και η Χ1 -ενάγουσα- από το δεύτερο γάμο) ισομερώς κατά τα λοιπά 3/4 εξ αδιαιρέτου.

Οι κληρονόμοι αυτοί, γνωρίζοντας όλα τα ανωτέρω, αδιαφόρησαν για την αποδοχή της κληρονομιάς του πατέρα τους επί 17 έτη. Προέβησαν στην αποδοχή της μόλις το 1986 με την υπ' αριθ. ...... πράξη της συμβολαιογράφου Καβάλας Μαρίας Σιώκη-Λαμπαδίτη που μεταγράφηκε νόμιμα. Στη συνέχεια όλοι οι συγκληρονόμοι μεταβίβασαν (με το υπ' αριθ. .....

πωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα) τα ιδανικά τους μερίδια στην ενάγουσα, η οποία άλλωστε ασκώντας την επιρροή της οργάνωσε το ζήτημα, επιδιώκοντας να διεκδικήσει την κυριότητα του οικοπέδου του πατέρα της. Τότε για πρώτη φορά πρόβαλε δικαιώματα κυριότητας και αμφισβήτησε τη νομή του εναγομένου, ο οποίος κατά τα προαναφερόμενα είχε εν τω μεταξύ -ήδη από το 1981-καταστεί κύριος αυτού.

Συνεπώς ούτε η αποδοχή της κληρονομιάς ούτε η σύμβαση πωλήσεως έφεραν κάποιο έννομο αποτέλεσμα, αφού η κυριότητα του δικαιοπαρόχου της είχε ήδη καταλυθεί με έκτακτη χρησικτησία από τον εναγόμενο. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η -παραδεκτά και νόμιμα προβληθείσα από τον εναγόμενο- ένσταση ιδίας κυριότητας αποκτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία έπρεπε να γίνει δεκτή και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, η οποία θεμέλιο είχε την κατά παράγωγο τρόπο κτήση από την ενάγουσα της κυριότητας του δικαιοπαρόχου της Γ.

Η εκκαλούμενη δέχθηκε ότι ο εναγόμενος ασκούσε συννομή (μαζί με τους κληρονόμους του Γ μόνο στα 3/4 (75%) εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου και δέχθηκε την ένσταση του κατά ένα μόνο μέρος, απορρίπτοντας αντίστοιχα την αγωγή. Περαιτέρω, δέχθηκε ότι κατά τα λοιπά ιδανικά μερίδια (25%) κυρία αυτού ήταν η ενάγουσα, προς την οποία διέταξε την απόδοση τους.

Κρίνοντας όμως έτσι, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις κατά το βάσιμο παράπονο του εναγομένου-αντεκκαλούντος. Πρέπει λοιπόν η μεν έφεση της ενάγουσας να απορριφθεί, η δε αντέφεση του εναγομένου να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Περαιτέρω, το δικαστήριο, αφού κρατήσει την υπόθεση και δικάσει την ουσία της, πρέπει να απορρίψει την αγωγή....".

Όπως γίνεται φανερό από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου - εναγομένου, δια της παραδοχής ως βασίμων των θεμελιούντων την ένσταση ιδίας αυτού κυριότητος πραγματικών περιστατικών. Δεν παρείδε συνεπώς τον λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας δια του οποίου αυτή, επαναφέρουσα πρωτοδίκως υποβληθέντα ισχυρισμό, ζητούσε την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και την απόρριψη της ενστάσεως ιδίας κυριότητος του αναιρεσιβλήτου, διότι α) ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής επί του επιδίκου με διάνοια κυρίου, β) ο πατέρας της ουδέποτε μεταβίβασε με άτυπη δωρεά σ' αυτόν, το επίδικο, επί του οποίου υπάρχει άλλωστε και η παλαιά οικία, στην οποία εξακολούθησε να διαμένει η μητέρα της μέχρι το 1994, γ) η μητέρα της κατείχε το κοινό και για λογαριασμό των υπολοίπων συγκληρονόμων, και δ) ο πατέρας της του επέτρεψε να διαμένει μετά από παράκληση του, υπό την προϋπόθεση ότι θα του το απέδιδε όταν το ζητούσε, αλλ' αντιθέτως τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία του με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Υπό τα δεδομένα αυτά ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο βάλλεται η απόφαση του Εφετείου για μη λήψη του ως άνω λόγου της εφέσεως που είχε ασκηθεί από την αναιρεσείουσα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Εξ' άλλου απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι και ο τρίτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου με αιτίαση από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, καθ' όσον με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και απέρριψε, δι' αποδοχής της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου, τη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1045 επ.

του Α.Κ., τις οποίες εφήρμοσε, ούτε στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρως, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίας επ' αυτού. III). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει, όπου ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά (Α.Π. 1085/1999 Ελλ.Δνη 1999,1519).

Με τον τέταρτο κατά το πρώτο σκέλος του, λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια ότι δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση ιδίας κυριότητος του αναιρεσιβλήτου χωρίς απόδειξη. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική βασιμότητα της ενστάσεως ιδίας κυριότητος του αναιρεσιβλήτου κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κλπ, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.

Έτσι στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι` αυτό πρέπει ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 περ.α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως να απορριφθεί ως αβάσιμος. IV). Από τη διάταξη του άρθρου 340 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος.

Περαιτέρω από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 561 του αυτού Κώδικα προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, εκτός α) αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή β) αν υπάρχει λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ή για παραμόρφωση εγγράφου (Α.Π. 1263/1998 Δ 1999,355).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεσή τους και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, μετ' αποδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του αναιρεσιβλήτου, την ένδικη διεκδικητική της αγωγή, για το σχηματισμό της κρίσεώς του επί της προκειμένης υποθέσεως στηρίχθηκε μόνο στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου, χωρίς καμία αξιολόγηση και παρά το γεγονός ότι αυτές ήταν αντιφατικές, και έτσι προέβη σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που κατέθεσαν οι εν λόγω μάρτυρες, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στους ανωτέρω λόγους της αιτήσεως.

Ο παραπάνω όμως λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί οι προβαλλόμενες μ' αυτόν πιο πάνω αιτιάσεις, αναγόμενες στην, στάθμιση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και την εκτίμηση αυτών που κατέθεσαν, δεν μπορούν να θεμελιώσουν τον ως άνω λόγο αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.3.2006 αίτηση για αναίρεση της 676/2005 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ