Legislator Case Law & Legislation
473/2007 AI generated

473/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 473/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και με την από 14/3/2001 ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2003 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/1/2006 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

473/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση αυτή η εργασιακή σύμβαση διαρκεί μέχρι της αποπερατώσεως του έργου, η επέλευση της οποίας συνεπάγεται την αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως, χωρίς οποιαδήποτε σχετική δήλωση βουλήσεως του άλλου από τα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή χωρίς καταγγελία και καταβολή της αποζημιώσεως, που απαιτούνται για τη λύση της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας.

Keywords

AI generated
lack of signature escrow deposit contract archaeological find delayed endorsement registration of construction lien fixed-date transaction
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 473 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 473/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: .....(αναφέρονται 32 ονόματα), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Βούλγαρη.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Κοινοπραξίας με την επωνυμία "......" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ΑΕ με την επωνυμία Ανώνυμος Τεχνική Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία "ΜΕΤΩΝ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα υπό την ιδιότητά της ως μέλος της κοινοπραξίας, 3. ΑΕ με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ - ΕΤΕΠ Ανώνυμος Εταιρεία", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα υπό την ιδιότητά της ως μέλος της κοινοπραξίας δια της καθολικής διαδόχου της "ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΤΕ", 4. ΑΕ με την επωνυμία "CYDARCO" που εδρεύει στην Αθήνα ως καθολική διάδοχος της Α.Ε. με την επωνυμία "ΒΕΝΤ Εργοληπτική Α.Ε." υπό την ιδιότητά της ως μέλος της κοινοπραξίας, 5. Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, 6. Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, κατοίκου Αθηνών, εκ των οποίων οι 1η ,2η, 3η και 4η δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ενώ οι 5ο και 6ος εκπροσωπήθηκαν από τον Χρήστο Μηκίδη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/11/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και με την από 14/3/2001 ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2003 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/1/2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 15/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παρόντων αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ... , .... , ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του αρμόδιου στο Πρωτοδικείο Αθηνών δικαστικού επιμελητή ..... προκύπτει ότι, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις πρώτη, δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες κυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτησή της κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Επομένως, εφόσον οι εν λόγω αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, πρέπει, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ., να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτών. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου και όταν η διάρκειά της δεν ορίσθηκε μεν ρητά, όμως από το είδος και το σκοπό της συνάγεται ότι αφορά την εκτέλεση ορισμένου μόνο έργου.

Στην περίπτωση αυτή η εργασιακή σύμβαση διαρκεί μέχρι της αποπερατώσεως του έργου, η επέλευση της οποίας συνεπάγεται την αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως, χωρίς οποιαδήποτε σχετική δήλωση βουλήσεως του άλλου από τα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή χωρίς καταγγελία και καταβολή της αποζημιώσεως, που απαιτούνται για τη λύση της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας.

Το δικαστήριο χαρακτηρίζει αυτεπαγγέλτως την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της, που έγινε δεκτό ανέλεγκτα και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός, τον οποίο έδωσαν σ' αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του χαρακτήρα της συμβάσεως, την οποία κατάρτισαν οι ενδιαφερόμενοι, ως αναγόμενη στην υπαγωγή του περιεχομένου της συμβάσεως, που έγινε ως άνω δεκτό, στον ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ορίζει την έννοια και το περιεχόμενο επώνυμης συμβάσεως, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Για να είναι δε εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής της καταρτισθείσας συμβάσεως στην έννοια μιας ρυθμισμένης συμβάσεως πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να εκθέτει στην απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα το αποδειχθέν περιεχόμενο της εν λόγω συμβάσεως, με βάση το οποίο υπάγεται αυτή στην έννοια μιας επώνυμης συμβάσεως ή αποκλείεται η υπαγωγή της στην έννοια της συμβάσεως, στην οποία την υπάγουν οι συμβληθέντες διάδικοι.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη αναιρεσίβλητες ανώνυμες εταιρείες συγκρότησαν την πρώτη αναιρεσίβλητη κοινοπραξία, η οποία δεν έχει υποβληθεί στις διατυπώσεις δημοσιότητας των άρθρων 32-42 του Ε.Ν., αλλ' έχει τη μορφή "εν τοις πράγμασι" ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας και συνήψαν με το Ελληνικό Δημόσιο με δημοπρασία, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 14074/16.7.1997 απόφαση του ΥΠΕΧΩΔΕ, την από 7.8.1997 σύμβαση έργου, με την οποία ανέλαβαν την εκτέλεση της κατασκευής του έργου "αυτοκινητόδρομος .... " και ειδικότερα, την κατασκευή αυτοκινητόδρομου με τα συνοδά έργα στο τμήμα ....

Με τους όρους της σύμβασης και ειδικότερα, με το άρθρο 13 της ειδικής συγγραφής υποχρεώσεων προβλέφθηκε ότι σε περίπτωση εντοπισμού αρχαιοτήτων κατά την εκτέλεση των εργασιών κατασκευής του έργου και εφόσον τα ευρήματα θα αξιολογούνταν από την αρμόδια αρχαιολογική υπηρεσία, θα δίνονταν στον ανάδοχο του έργου οδηγίες για την διενέργεια αρχαιολογικής έρευνας, η οποία θα εκτελείτο με την επίβλεψη της αρχαιολογικής υπηρεσίας.

Στα πλαίσια εφαρμογής της σύμβασης δόθηκαν στον ανάδοχο ειδικές εντολές για την εκτέλεση του έργου αρχαιολογικής έρευνας σε καθορισμένες θέσεις της εργολαβίας. Με τις εντολές ορίζονταν κάθε φορά η θέση, ο αριθμός και η ειδικότητα του επιστημονικού και εργατοτεχνικού προσωπικού, που επρόκειτο να απασχοληθεί.

Στην ανάδοχο θα καταβαλλόταν η πραγματική δαπάνη, που θα προέκυπτε από τα νόμιμα αποδεικτικά πληρωμής και την τήρηση ειδικού ημερολογίου στον τόπο κάθε διακριτής έρευνας, στο οποίο θα καταγράφονταν καθημερινά το απασχολούμενο προσωπικό και ο μηχανικός εξοπλισμός. Αρμόδια για την εφαρμογή της σύμβασης υπηρεσία ήταν η διευθύνουσα υπηρεσία του φορέα κατασκευής .... , η οποία δικαιούτο να διατάσσει την αντικατάσταση των τυχόν ακατάλληλων εργαζομένων.

Η εκτέλεση των αρχαιολογικών εργασιών θα γινόταν κάτω από την επιστημονική επιτήρηση της ..... Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων, η οποία θα υπεδείκνυε εγγράφως στην αναιρεσίβλητη κοινοπραξία τα προς πρόσληψη πρόσωπα. Κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών κατασκευής του έργου εντοπίστηκαν αρχαιότητες, που επέβαλαν τη διενέργεια ανασκαφών στο τείχος της αρχαίας ....., κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου από 276+000 έως 280+000 χ.θ.

και την πρόσληψη ειδικευμένου προσωπικού για τις ανασκαφικές εργασίες. Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι η ανωτέρω Αρχαιολογική Υπηρεσία έδωσε στην ανάδοχο κοινοπραξία έγγραφη εντολή προσλήψεως των αναιρεσειόντων, τους οποίους η τελευταία με βάση τη συγκεκριμένη αυτή εντολή προσέλαβε κατά την αναφερόμενη για τον καθένα ημερομηνία, που περιλαμβάνεται εντός του χρονικού διαστήματος από 6-3-1998 έως 7-10-1998, προκειμένου να απασχοληθούν στο ανωτέρω έργο σωστικής ανασκαφικής έρευνας οι 10ος και 23ος εξ αυτών ως τεχνίτες ανασκαφών, οι 3ος, 18ος και 21ος ως βοηθοί τεχνιτών ανασκαφών και οι υπόλοιποι ως ανειδίκευτοι εργάτες ανασκαφών.

Εκαστος των αναιρεσειόντων, σ' εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων, παρέσχε τη συμφωνημένη εργασία στο εν λόγω ανασκαφικό έργο, αντί της νόμιμης αμοιβής μέχρι τις 11-8-2000 οι 12ος, 22ος και 27ος εξ αυτών και μέχρι τις 10-8-2000 οι υπόλοιποι λόγω λήξεως των συμβάσεων εξαιτίας της ολοκλήρωσης των ανασκαφών της αρχαιολογικής έρευνας.

Κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του ανασκαφικού έργου οι αναιρεσείοντες μεταφέρονταν σε διάφορες θέσεις ανάλογα με το σχεδιασμό της ανασκαφικής εργασίας, οι δε μετακινήσεις τους καταχωρίζονταν στο ειδικό ημερολόγιο του έργου. Οι αναιρεσείοντες, εκτός από τις σωστικές ανασκαφές εργασίες, δεν απασχολήθηκαν σε άλλες εργασίες οδοποιϊας στο έργο, που είχε αναλάβει η αναιρεσίβλητη ανάδοχος του έργου.

Η τελευταία χορήγησε σε κάθε αναιρεσείοντα βεβαίωση ότι απολύθηκε λόγω περατώσεως του έργου. Με βάση τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο έκρινε ότι οι συμβάσεις των αναιρεσειόντων είναι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού η λήξη αυτών συνέπιπτε αναγκαία με την ολοκλήρωση του ανασκαφικού έργου, την εκτέλεση του οποίου είχαν αναλάβει.

Στις έγγραφες συμβάσεις αυτών αναφέρεται πράγματι ως τύπος η σύμβαση αορίστου χρόνου, πλην όμως το γεγονός αυτό, που οφείλεται στη χρήση λανθασμένου εντύπου, δεν αποτελεί απόδειξη, αφού η παρασχεθείσα εργασία, κατά τη βούληση των συμβαλλομένων, έχει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της συμβάσεως ορισμένου χρόνου.

Έτσι, αφού η σύμβαση εκάστου αναιρεσείοντος ήταν ορισμένου χρόνου, επήλθε με την περάτωση του έργου αυτοδίκαια η λύση αυτής και δεν υπήρχε ανάγκη καταγγελίας και καταβολής της αποζημίωσης στον καθένα απ' αυτούς και συνεπώς, δεν υπάρχει ζήτημα ακυρότητας της καταγγελίας και υπερημερίας των αναιρεσιβλήτων, αλλά και ζήτημα παράβασης του νόμου για τις ομαδικές απολύσεις, αφού οι συμβάσεις είχαν χαρακτήρα ορισμένου χρόνου.

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, απέρριψε την ένδικη από 6.11.2000 αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 672 ΑΚ, 1, 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 2, 5 του Ν. 3198/1955, αφού, δέχθηκε αφενός μεν ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είχε αμφίβολα σημεία και ανάγκη ερμηνείας και ορθώς προσέφυγε στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, τους οποίους και ορθώς εφάρμοσε, μολονότι δεν αναφέρονται ρητώς στην προσβαλλομένη οι σχετικές ως άνω διατάξεις, αφετέρου δε ότι μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίσθηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά καταρτίσθηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αποκρούοντας έτσι εκ του πράγματος τον αγωγικό ισχυρισμό ότι καταρτίσθηκε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις αιτιολογίες, οι οποίες δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, της ένδικης αγωγής αρκεί η παράθεση του περιεχομένου της συμβάσεως των διαδίκων και η κατ' εκτίμηση αυτού κρίση του Εφετείου ότι πρόκειται περί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου και όχι αορίστου χρόνου.

Έτσι, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των εν λόγω διατάξεων, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της καταρτίσεως μεταξύ των αναιρεσειόντων και των αναιρεσιβλήτων εργοδοτριών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.

Επομένως, ο πρώτος, κατ' αμφότερα τα μέρη του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου υπό την μορφή της ελλείψεως νόμιμης βάσης, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 ΚΠολΔ., οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρ. 674 παρ. 2 του αυτού Κώδικα), προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, με εξαίρεση την ομολογία και τα δημόσια έγγραφα, που αποτελούν πλήρη απόδειξη. Ενόψει τούτων, η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, με την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, ως ασυμβίβαστη με την ως άνω ειδική διαδικασία, που προβλέπεται από τα άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες του νόμου, ως προς την αποδεικτική δύναμη των εγγράφων, που συνέταξαν οι αναιρεσείοντες με τις ως άνω εργοδότριές τους περί των καταρτισθεισών μεταξύ αυτών συμβάσεων, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι ίδιοι προς απόδειξη της αγωγής τους, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Για τους λόγους αυτούς

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9-1-2006 αίτηση των ..... κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθ. 16/2003 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των πέμπτου και έκτου αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ