473/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated473/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της υπ’ αριθ. 915/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατ’ έφεση, ασκήθηκαν οι από 17.2.2005 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Γ. Π. του Χ. και Γ. Σ. του Χ.. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν παραδεκτώς εντός της νόμιμης προθεσμίας και πρέπει να συνεκδικασθούν.
Full text
Απόφαση 473 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 473/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλάκη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη - Εισηγητή και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Γ. Σ. συζ. Κ., κατοίκου ... και 2) Γ. Π. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ελένη Θανοπούλου - Χαχώλου, περί αναιρέσεως της 915/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Π. Π. του Χ..
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 17.2.2005 δύο αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 481/2005.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά της υπ’ αριθ. 915/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατ’ έφεση, ασκήθηκαν οι από 17.2.2005 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Γ. Π. του Χ. και Γ. Σ. του Χ.. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν παραδεκτώς εντός της νόμιμης προθεσμίας και πρέπει να συνεκδικασθούν.
Ι. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ’ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του α.ν. 86/1967, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο, ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας οποιασδήποτε φύσεως οργανισμούς κοινωνικής πολιτικής ή κοινωνικής ασφάλισης ή ειδικούς λογαριασμούς και δεν καταβάλλει αυτές εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, προς τους ως άνω οργανισμούς, τιμωρείται με φυλάκιση τριών τουλάχιστον μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου του νόμου, όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζόμενων σε αυτόν, με σκοπό απόδοσης στους κατά την παρ. 1 οργανισμούς και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές προς τους ανωτέρω οργανισμούς εντός μηνός, αφότου έχουν καταστεί απαιτητές, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δρχ.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1 και 5 του α.ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι, για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία, ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους.
Ως εργοδότης, κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων, τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Τέλος, κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης του ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό έτος του μηνός, εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, κατά δε το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλλει τις εισφορές του ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί.
Ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, η πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής, για παράβαση του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967, απόφασης, για καθυστέρηση καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ, προϋποθέτει, εκτός από την αναφορά, των κρίσιμων για την θεμελίωση των αναφερόμενων δύο εγκλημάτων περιστατικών, που είναι η κατά συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση προσωπικού, που είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, εκ του οποίου (χρόνου απασχόλησης) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στο ίδρυμα, ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ποιν.
Ολ. ΑΠ 1/1996) και αναφορά, επί εργοδότη μη φυσικού αλλά νομικού προσώπου (εταιρείας) και της μορφής του νομικού προσώπου ή της εταιρείας και των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η ιδιότητα και η θέση που είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρεία. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία της απόφασης είναι ελλιπής και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ’ αριθ. 915/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όπως προκύπτει από αυτή, οι αναιρεσείοντες και ο συγκατηγορούμενός τους, καταδικάσθηκαν για μη εμπρόθεσμη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών προς το ΙΚΑ, σε συνολική ποινή φυλάκισης 15 μηνών ο καθένας και συνολική χρηματική ποινή 4000 ευρώ επίσης ο καθένας, η οποία (πρώτη τούτων) μετετράπη προς 4,40 ευρώ για κάθε ημέρα φυλάκισης.
Στην αιτιολογία της απόφασης, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, αναφέρεται μεταξύ άλλων, ότι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι και ο συγκατηγορούμενός τους, ενώ ήσαν εργοδότες της εταιρείας με την επωνυμία "..." Βιομηχανία Ειδών Κλωστοϋφαντουργίας, και απασχόλησαν κατά το χρονικό διάστημα 6/97 έως 8/97 προσωπικό με σχέση εξαρτημένης εργασίας που ασφαλιζόταν στο ΙΚΑ, δεν κατέβαλαν με την άνω ιδιότητά τους την 20.5.1999 στο αναφερόμενο ίδρυμα, τις εργοδοτικές για το προσωπικό αυτό και εργατικές εισφορές, ποσού 2.945.100 δρχ.
και 1.472.600 δρχ. αντιστοίχως. Δεν αναφέρονται όμως στην αιτιολογία, μολονότι πρόκειται για εταιρική και όχι ατομική επιχείρηση και μάλιστα ανώνυμη εταιρεία, όπως φαίνεται και από την επωνυμία της, πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση των αναιρεσειόντων στην ανώνυμη αυτή εταιρεία, η οποία κατά νόμο εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο και αναφέρεται μόνο ότι αυτοί ήταν εργοδότες.
Έτσι η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το δικαστήριο της ουσίας στην προσβαλλομένη απόφασή του, εκ της οποίας δεν προκύπτει η ιδιότητα και η θέση των αναιρεσειόντων στην ανώνυμη εταιρεία, ώστε να ανακύπτει και η υποχρέωσή τους, για την καταβολή ασφαλιστικών εισφορών και αναφέρεται μόνο η ιδιότητά τους ως εργοδοτών, ενώ παράλληλα υπάρχει και ασάφεια στην αιτιολογία σε σχέση με το χρόνο τελέσεως της πράξεως, συνιστάμενη στην αναφορά ως τέτοιου, σε ένα σημείο της 20.5.1999 και σε άλλο της χρονικής περιόδου 6/97 έως 8/97, ο οποίος επηρεάζει την παραγραφή τους, δεν είναι η απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη. Επομένως, οι εκ του άρθρου 510 παρ. 1 εδ. Δ του ΚΠΔ, λόγοι αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η αναφερόμενη πλημμέλεια της απόφασης, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, ενώ παρέλκει η έρευνα των άλλων λόγων. Μετά ταύτα, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν δεκτές, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές πλην εκείνων που δίκασαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθ. 915/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές πλην εκείνων που τη δίκασαν.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ