Legislator Case Law & Legislation
472/2022 AI generated

Appeal dismissed; request for restitution of funds after voluntary compliance rejected.

Case Number 472/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal and rejected its request to restore the case to a previous state. The appellant, a company, sought restitution of funds voluntarily paid to defendants following a partial appeal victory, arguing the payment was coerced. The court ruled that since the appeal was rejected on the merits, the appellant cannot claim the payment was made under duress or necessity.

Legislator headnote

AI generated

Articles 579(2) and 581(3) of the Code of Civil Procedure; A request for restitution of things to the state prior to voluntary compliance is inadmissible when the underlying appeal has been rejected on the merits.

Keywords

AI generated
restitution of things voluntary compliance appeal rejection civil procedure coerced payment Supreme Court costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 579(2) of the Code of Civil Procedure
Article 581(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 472 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 472/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εναγομένης - εκκαλούσας - καλούσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "K. ΕΠΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα από την Π. Α. του Ι., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Ξανθίππης Μικρού και κατέθεσε προτάσεις.

Των εναγόντων - εφεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Χ. Τ. του Δ., 2) Ι. Π. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Ντούμο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/8/2005 αγωγή των ήδη εναγόντων - εφεσιβλήτων - καθών η κλήση, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 199/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ως άνω εναγομένη - εκκαλούσα - καλούσα με την από 12/6/2012 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 597/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 199/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 63/2015 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η εναγομένη - εκκαλούσα - καλούσα με την από 29/9/2015 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 1398/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 63/2015 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας και κράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του. Η υπόθεση επαναφέρεται για νέα συζήτηση με την από 20/11/2017 κλήση της ήδη εναγομένης - εκκαλούσας - καλούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 5-8-2005 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας αγωγή τους οι ενάγοντες Χ. Τ. και Ι. Π. κατά της εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΡΑΧΑΗΣ ΕΠΕ", του νομίμου εκπροσώπου της, Ι.

Κ. και του Δ. Π., ως προστηθέντος αυτής, ζήτησαν αποζημίωση για περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας άδικης και υπαίτιας πράξης του προστηθέντος, που έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση της υπ' αυτής ανατεθείσας υπηρεσίας, συνισταμένη στην πλημμελή εγκατάσταση υπ' αυτού κλιματιστικού μηχανήματος στην οικία τους, κατά τη λειτουργία του οποίου προκλήθηκε πυρκαγιά αυτής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθ. 215/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν ενώπιον του Εφετείου Αθηνών η από 22-10-2007 έφεση των εναγόντων, η από 15-11-2007 έφεση της άνω εναγομένης εταιρείας και του νομίμου εκπροσώπου της Ι.

Κ., καθώς και η από 15-11-2007 έφεση του Δ. Π., με τις οποίες οι εκκαλούντες αντιστοίχως, επικαλούμενοι εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησαν την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης, άλλως τη μεταρρύθμισή της. Επί των εφέσεων αυτών, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 199/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας).

Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η έφεση των εναγόντων και του Δ. Π., καθώς και η έφεση της εναγομένης εταιρείας, κατά το μέρος που παραπονιόταν, γιατί η πρωτόδικη απόφαση είχε δεχθεί, αντικειμενική ευθύνη αυτής για την παράνομη και υπαίτια πράξη του Δ. Π. σε βάρος των εναγόντων-εφεσιβλήτων, ως προστήσασα αυτόν, καθώς και κατά το μέρος, που καταδίκασε αυτή να καταβάλει σε καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 3.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την άνω πράξη του προστηθέντος της.

Κατά τα λοιπά, η έφεσή της έγινε δεκτή και συγκεκριμένα έγινε δεκτή, κατά το μέρος που παραπονιόταν για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, σε σχέση με τα ποσά που επιδικάστηκαν στους ενάγοντες-εφεσίβλητους για την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, που υπέστησαν από την παράνομη και υπαίτια πράξη του προστηθέντος της, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατ' αυτής και υποχρεώθηκε να καταβάλει στους ενάγοντες μικρότερα ποσά από τα πρωτοδίκως επιδικασθέντα.

Επίσης, έγινε δεκτή η έφεση, κατά το μέρος που ασκήθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της άνω εναγομένης εταιρείας, Ι. Κ., εξαφανίστηκε ως προς αυτόν η απόφαση και στη συνέχεια απορρίφθηκε η αγωγή κατ' αυτού. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη- εκκαλούσα εταιρεία άσκησε την από 12-6-2012 αίτηση αναίρεσης, με τους δύο λόγους της οποίας από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ

προέβαλε αιτιάσεις για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ, διότι με τις παραδοχές της δέχθηκε αντικειμενική ευθύνη αυτής για την παράνομη και υπαίτια πράξη του Δ. Π. σε βάρος των εναγόντων-εφεσιβλήτων, ως προστήσασα αυτόν. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 597/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία, αφού δέχθηκε τους άνω από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους της, αναίρεσε την άνω προσβληθείσα απόφαση, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου 922 ΑΚ και συγκεκριμένα αναίρεσε αυτή, σχετικά με το ζήτημα της έναντι των εναγόντων-εφεσιβλήτων αντικειμενικής ευθύνης της εναγομένης-εκκαλούσας από τη γενόμενη δεκτή σχέση πρόστησης υπ' αυτής του Δ.

Π., για την εγκατάσταση υπ' αυτού κλιματιστικού μηχανήματος στην οικία των εναγόντων-εφεσίβλητων, διότι οι σχετικές αιτιολογίες της, αξιολογήθηκαν ως ανεπαρκείς, με την έννοια, ότι τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά δημιουργούν αμφιβολίες για τη σχέση της πρόστησης και εντεύθεν για την ορθή εφαρμογή του πραγματικού της άνω διάταξης του άρθρου 922 ΑΚ, αφού δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο της συνεργασίας τους και των εντολών και οδηγιών της, κατά την παροχή της εργασίας του, ως και το συμφέρον της προς εξυπηρέτηση του οποίου εγκατέστησε την κλιματιστική συσκευή.

Στη συνέχεια η υπόθεση παραπέμφθηκε με την ίδια απόφαση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ήδη αρμόδιο από 16-9-2011, ιδρυθέν με το ΠΔ 30/2011, Εφετείο Ευβοίας. Το δικαστήριο αυτό, ως δικαστήριο της παραπομπής, εκδικάζοντας πλέον την προαναφερόμενη έφεση της εναγομένης εταιρείας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μέσα στα όρια, που, κατά τα παραπάνω, διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, ήτοι αναφορικά με το λόγο της έφεσής της με τον οποίο παραπονιόταν για εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 922 ΑΚ και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε σχέση με την παραδοχή, ότι ο Δ.

Π. είχε προστηθεί υπ' αυτής για την εγκατάσταση του κλιματιστικού μηχανήματος στην οικία των εναγόντων-εφεσίβλητων, από την πλημμελή εγκατάσταση του οποίου, κατά τη λειτουργία του προκλήθηκε πυρκαγιά, εξέδωσε την υπ' αριθ. 63/2015 απόφασή του. Με την απόφαση αυτή το Εφετείο, αφού δέχτηκε, ότι η εγκατάσταση του κλιματιστικού μηχανήματος στην οικία των εναγόντων- εφεσιβλήτων, από το οποίο προκλήθηκε η πυρκαγιά, έγινε από τον Δ.

Π., ως προστηθέντα της εναγομένης-εκκαλούσας και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και ότι συνεπεία αυτών υποχρεούται η τελευταία προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση των εναγόντων-εφεσιβλήτων, συμπλήρωσε την αιτιολογία της προσβαλλόμενης με την έφεση πρωτόδικης απόφασης, κατά το κεφάλαιό της αυτό ( αδικοπρακτικής ευθύνης από την πρόστηση της εναγομένης-εκκαλούσας), απέρριψε και πάλι το σχετικό λόγο της έφεσης και στη συνέχεια, λαμβάνοντας υπόψη, ότι τα λοιπά κεφάλαια της προηγηθείσας απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας) δεν ανατράπηκαν με την αναιρετική απόφαση και συνεπώς δεσμεύουν αυτό, ως δικαστήριο της παραπομπής, (προφανώς για το ενιαίο της εκτέλεσης) δέχτηκε την έφεση, όπως ήδη είχε γίνει δεκτό με την άνω εφετειακή απόφαση υπ' αριθ. 199/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, και περιέλαβε διάταξη με την οποία υποχρέωσε την εναγομένη-εκκαλούσα να καταβάλει α) στην πρώτη ενάγουσα-εφεσίβλητη το ποσό των 20.867 ευρώ, β) σε αμφότερους τους ενάγοντες-εφεσίβλητους, κατ' ίσα μέρη, το ποσό των 26.649 ευρώ, και γ) σε καθένα από τους ενάγοντες-εφεσίβλητους το ποσό των 3.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και καταδίκασε την εναγομένη-εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία όρισε στο ποσό των 1.500 ευρώ.

Η εναγομένη-εκκαλούσα άσκησε κατά της άνω υπ' αριθ. 63/2015 απόφασης του Εφετείου Ευβοίας την από 29-9-2015 αίτηση αναίρεσης. Επ' αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1398/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου (Τμήμα Α1), η οποία αναίρεσε την παραπάνω απόφαση, κατά παραδοχή του πέμπτου λόγου της από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, "κατά το περί ύπαρξης σχέσης πρόστησης και μόνο κεφάλαιο αυτής", διότι δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες πρόσθετες ένορκες βεβαιώσεις, που είχαν προσκομισθεί από αυτή με την προσθήκη των εγγράφων προτάσεών της, μέσα στην προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 237 ΚΠολΔ, με την επίκληση, ότι προσκομίσθηκαν για την αντίκρουση ίσου αριθμού ενόρκων βεβαιώσεων των εναγόντων-εφεσιβλήτων και ακολούθως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση διακρατήθηκε στο Δικαστήριο τούτο και παραπέμφθηκε προς περαιτέρω ουσιαστική εκδίκαση στο ίδιο Τμήμα σε ιδιαίτερη συζήτηση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), στα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα.

Η έκταση της αναίρεσης προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης, κατισχύει δε κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής. Η μερική αναίρεση αναφέρεται σε ολόκληρο το κεφάλαιο της απόφασης, στο οποίο αφορά ο λόγος αναίρεσης που έγινε δεκτός, και αν η αναιρεθείσα απόφαση είναι δευτέρου βαθμού η έφεση θα επανακριθεί μόνο ως προς το κεφάλαιο αυτό και δεν εξετάζονται εκ νέου, ούτε θίγονται τα κεφάλαια που δεν αναιρέθηκαν, ως προς τα οποία πλέον η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη.

Συνεπώς, κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, και η έφεση επανεξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 237 ΚΠολΔ και αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 1595/2018, ΑΠ 84/2017, ΑΠ 894/2015, ΑΠ 1145/2015).

Μετά ταύτα, με την από 20-11-2017 κλήση της εναγομένης-εκκαλούσας κατά των εναγόντων- εφεσιβλήτων νόμιμα φέρεται για νέα συζήτηση ενώπιον του τμήματος τούτου (Α1), κατά το άρθρο 581 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1398/2017 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, η από 15-11-2007 έφεση, που άσκησε η εναγομένη- εκκαλούσα κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 215/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.

Η έφεση αυτή, που ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν (άρθ 511, 513, 516, 517, 518 ΚΠολΔ). Η έρευνα δε θα περιορισθεί μόνο στο λόγο έφεσης, με τον οποίο η εναγομένη-εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς το προαναφερόμενο κεφάλαιο της εναντίον της αγωγής σε σχέση με την αντικειμενική ευθύνη της από την άδικη και υπαίτια συμπεριφορά του Δ.

Π. σε βάρος των εναγόντων- εφεσιβλήτων ως προστήσασας αυτόν. Από τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 299, 330, 914 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, σε περίπτωση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος, η ευθύνη του προστήσαντος προς αποκατάσταση της ζημίας του παθόντος προϋποθέτει:

α) σχέση πρόστησης, β) παράνομη και υπαίτια (άρα και αμελή) συμπεριφορά του προστηθέντος, τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση της ζημίας και γ) εσωτερική αιτιώδη σχέση μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτέλεσης της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας. Προστηθείς δε είναι το πρόσωπο, το οποίο με τη βούληση κάποιου άλλου, που χαρακτηρίζεται ως προστήσας, παρέχει σ' αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία.

Η σχέση πρόστησης δεν είναι αναγκαίο να είναι εμφανής στους τρίτους και ούτε απαιτείται η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, αλλά έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής ή και σε μη δικαιοπρακτική σχέση, όπως σε de facto συμβατική σχέση, χωρίς να έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα η τυχόν ιδιότητα του προστηθέντος ως αντιπροσώπου του προστήσαντος.

Είναι δε αδιάφορο, αν η ανωτέρω σχέση, στην οποία βασίζεται η πρόστηση, είναι νόμιμη ή παράνομη ή αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι. Αδιάφορο, επίσης, είναι αν η αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος εκδηλώθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του ανατέθηκε ή κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, που συμβαίνει όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψή του τελέσθηκε μεν εντός των ορίων της υπηρεσίας του ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής αυτής, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον βέβαια μεταξύ της συμπεριφοράς του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, δηλαδή πρέπει η υπηρεσία του να αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την ζημιογόνο πράξη ή παράλειψή του, η οποία δεν θα μπορούσε διαφορετικά να υπάρξει.

Δικαιολογητικός λόγος καθιέρωσης της ευθύνης από αλλότριες πράξεις είναι η ωφέλεια, την οποία ο προστήσας αποκομίζει από την ανάμειξη του ενδιάμεσου προσώπου, το οποίο εντάσσει στο πεδίο δραστηριότητάς του (επαγγελματικής, επιχειρησιακής κλπ). Με τη χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων ο προστήσας επεκτείνει το πεδίο της επιχειρηματικής κυρίως δράσης του, το πεδίο εξουσίας και επιρροής του και κατά συνέπεια διευρύνει και τη δυνατότητα των κερδών του.

Είναι, επομένως, εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη και τους κινδύνους, που προκύπτουν από τη δραστηριότητα των χρησιμοποιούμενων προσώπων, αφού αυτός καρπώνεται και τα οφέλη της. Άλλωστε με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν.

Εφόσον η δραστηριότητα του ενδιάμεσου προσώπου εντάσσεται στον επιχειρησιακό, επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο δράσης του κυρίου της υπόθεσης, τότε δικαιολογείται να εμπίπτει και στο πεδίο κινδύνου κατά την έννοια του άρθρου 922 ΑΚ η μετάθεση της ευθύνης σ' αυτόν. Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (ΟλΑΠ 20/2009, ΑΠ 866/2017, ΑΠ 22/2004, ΑΠ 411/2003).

Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες, που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε σε τρίτους ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρον, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΠ 698/2012). Η παραπάνω ευθύνη, κατ' άρθρο 922 ΑΚ, του προστήσαντος, δεν προϋποθέτει οπωσδήποτε υφιστάμενη ενοχική σχέση ανάμεσα σ' αυτόν και στους τρίτους, που ζημιώθηκαν από την παράνομη και υπαίτια πράξη του προστηθέντος.

Εξάλλου, ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ.1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Κατά πάγια δε νομολογία, βάσει των άρθρων 224 και 236 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και τη νομική αοριστία αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν περιέχονται στην αγωγή τα βασικά περιστατικά που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης.

Περαιτέρω, η απαγόρευση, κατά τα άρθρα 224 και 526 ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή.

Αντίθετα, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος, η πρόστηση κλπ.) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 1087/2014).

Εντεύθεν, έπεται ότι, εφόσον στην αγωγή αναφέρεται ιστορικά η αναμφίβολα γνωστή έννοια της πρόστησης, θεωρείται ότι προβάλλονται με αυτή τα χαρακτηριστικά για την εξειδίκευση και περιγραφή της έννοιας αυτής γεγονότα. Η συγκεκριμενοποίηση των αναφερόμενων στην αγωγή βασικών γνωρισμάτων της νομικής έννοιας μπορεί να γίνει με τις προτάσεις του ενάγοντος, αλλά και βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν αυτά δεν τα έχει επικαλεσθεί ο ενάγων (ΑΠ 866/2017, ΑΠ 1856/2013, ΑΠ 1198/2009, ΑΠ 1226/2007, ΑΠ 1507/2005), χωρίς στην περίπτωση αυτή να θεωρείται ότι επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής.

Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη-εκκαλούσα με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου προβάλλει, ότι η ένδικη από 5-8-2005 αγωγή ήταν αόριστη, διότι οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι δεν επικαλούνταν ποιά ήταν η έννομη σχέση που συνέδεε αυτήν με τον φερόμενο ως προστηθέντα της, αναφορικά με την τοποθέτηση του κλιματιστικού μηχανήματος και ειδικότερα εάν επρόκειτο περί σχέσης εντολής ή σύμβασης έργου ή άλλης σύμβασης, καθώς και εάν υφίστατο αιτιώδης συνάφεια, που έπρεπε να συνδέει αυτή με τον φερόμενο ως προστηθέντα της και την από αυτόν εκτέλεση της άνω τοποθέτησης και ότι οι ενάγοντες- εφεσίβλητοι το πρώτον μετά την πρώτη αναίρεση με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου μετέβαλαν τη βάση της αγωγής τους, προκειμένου να προσδιορίσουν τα στοιχεία της δήθεν πρόστησης του Δ.

Π. από αυτήν κατά την εγκατάσταση του κλιματιστικού, κάνοντας πολυσέλιδη αντιγραφή αποσπασμάτων από άλλα έγγραφα και προσθέτοντας ισχυρισμούς ως προς το ποιά είναι τα στοιχεία της δήθεν πρόστησης, μεταβάλλοντας έτσι τη βάση της αγωγής τους. Ο ισχυρισμός αυτός περί αοριστίας της αγωγής για τον παραπάνω λόγο, είναι απαράδεκτος, διότι προβάλλεται με τις έγγραφες προτάσεις της εναγομένης-εκκαλούσας και όχι με λόγο έφεσης.

Σε κάθε δε περίπτωση και με δεδομένο, ότι η αοριστία εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το Εφετείο, στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, δεδομένου, ότι η εναγομένη-εκκαλούσα παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την απόρριψη της εναντίον της αγωγής, ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, διότι από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι αυτή περιέχει όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για τον προσδιορισμό της σχέσης της πρόστησης και ιδίως ως προς την ιδιότητα της εναγομένης-εκκαλούσας ως προστήσασας και του Δ.

Π. ως προστηθέντος αυτής. Ειδικότερα στην αγωγή εκτίθεται, ότι η πρώτη εναγομένη (ήδη εκκαλούσα) διατηρεί στην ... καταστήματα εμπορίας ηλεκτρικών ειδών, τα οποία πωλεί σε τρίτους με σκοπό το κέρδος και προβαίνει στην τοποθέτηση-εγκατάστασή τους δια των οργάνων και υπαλλήλων της, ότι ο τρίτος εναγόμενος, Δ.

Π., ηλεκτρολόγος, παρέχει στην πρώτη εναγομένη επί σειρά ετών, πλέον δέκα, σε εκτέλεσης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, που κατάρτισε με την εταιρεία, τις υπηρεσίες του υπαλλήλου, στα καθήκοντα του οποίου περιλαμβάνονται και η τοποθέτηση και εγκατάσταση κλιματιστικών, υποκείμενος στις εντολές, στις γενικές οδηγίες, στον έλεγχο και στην επίβλεψη ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των καθηκόντων του από την πρώτη εναγομένη, ότι το έτος 2001, ο τρίτος εναγόμενος, ενεργών στο πλαίσιο των άνω καθηκόντων του, εγκατέστησε στην οικία της κυριότητας της πρώτης ενάγουσας τα αναλυτικώς περιγραφόμενα (κατά τύπο και είδος) κλιματιστικά μηχανήματα, τα οποία είχε αγοράσει από το κατάστημα της πρώτης εναγομένης, ο πατέρας της πρώτης ενάγουσας και πεθερός του δευτέρου ενάγοντος και τα οποία στη συνέχεια δώρισε σ' αυτούς, ότι ο τρίτος των εναγομένων, κατά την εγκατάσταση των κλιματιστικών στην οικογενειακή στέγη των εναγόντων, δεν εφάρμοσε, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα, τους κοινώς αναγνωρισμένους για την εγκατάσταση των κλιματιστικών, από έμπειρους τεχνικούς κανόνες και δεν κατέβαλε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, που όφειλε και ήταν ικανός να καταβάλλει, ως ένας προπαιδευμένος έμπειρος τεχνικός σε τέτοιες εγκαταστάσεις, ότι λόγω της πλημμελούς αυτής εγκατάστασης των κλιματιστικών από τον τρίτο εναγόμενο, προκλήθηκε τον Ιούνιο 2003 υπερθέρμανση στα ηλεκτρικά καλώδια τροφοδοσίας του κλιματιστικού μηχανήματος, που είχε εγκατασταθεί στο παιδικό δωμάτιο, με αποτέλεσμα την καταστροφή της μόνωσης, την αλλοίωση των μηχανικών ιδιοτήτων του υλικού αγωγών και συνεπεία αυτών βραχυκύκλωμα, εξαιτίας του οποίου εκδηλώθηκε πυρκαγιά, ότι από την πυρκαγιά αυτής καταστράφηκαν ολοσχερώς η οικία, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα, καθώς και ο περιγραφόμενος κινητός εξοπλισμός, που ανήκε σε αμφότερους τους ενάγοντες, ότι για την αδικοπρακτική αυτή συμπεριφορά του προστηθέντα τρίτου εναγομένου, ο οποίος με τη βούληση της πρώτης εναγομένης και για τη διεκπεραίωση υποθέσεων αυτής και συγκεκριμένα για την εγκατάσταση κλιματιστικών, συμμορφώνονταν στις εντολές και οδηγίες της, έχει αντικειμενική ευθύνη και η προστήσασα αυτόν πρώτη εναγομένη, ακόμα και αν ενήργησε κατά παράβαση, άλλως καθ' υπέρβαση των εντολών της, η δε ως άνω συμπεριφορά του τρίτου εναγομένου τελεί σε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, εξαιτίας του οποίου υπέστησαν περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη.

Υπό το άνω περιεχόμενο, η αγωγή περιείχε όλα τα απαιτούμενα για το ορισμένο του δικογράφου της, κατ' άρθρο 216 α ΚΠολΔ, στοιχεία, καθόσον αναφέρονταν η σχέση πρόστησης της πρώτης εναγομένης προς τον προστηθέντα, τρίτο εναγόμενο, η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τελευταίου, τελούσα σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση της ζημίας, καθώς και η εσωτερική αιτιώδης σχέση μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς και της εκτέλεσης της ανατεθειμένης στον προστηθέντα υπηρεσίας.

Δεν εμπόδιζαν δε την αποτελεσματική άμυνα της πρώτης εναγομένη-εκκαλούσας ούτε τον δικαστικό έλεγχο περί του αν πληρούται η κρίσιμη νομική έννοια της πρόστησης, πέραν του ότι η εξειδίκευση των βασικών γνωρισμάτων της πρόστησης μπορεί να γίνει και με βάση τα προκύπτοντα από την αποδεικτική διαδικασία ειδικότερα περιστατικά.

Ούτε, εξάλλου, η συγκεκριμενοποίηση της αόριστης νομικής έννοιας της πρόστησης από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του, ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, όπως αβασίμως υποστηρίζει η εναγομένη-εκκαλούσα.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά συνεδρίασης αυτού, τις υπ' αριθ. .../1-4-2014 και .../1-4-2014 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον της συμβολαιογράφου Βασιλικού Εύβοιας, Χαραλαμπίας συζ. Παναγιώτη Παπαφράγκα, που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη-εκκαλούσα εταιρεία, που λήφθηκαν με την επιμέλεια της, μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόντων-εφεσιβλήτων, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. ...

και ... από 27-3-2014 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Ιωάννας Αγγελή, τις υπ' αριθ. .../4-11-2014, .../4-11-2014 και .../4-11-2014 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλκίδας, Βασιλικής Ιωάννου Γερογιάννη, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι, που λήφθηκαν με την επιμέλεια τους, μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου τους, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. .../30-10-2014 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Αντώνιου Αντωνίου, τις υπ' αριθ. .../10-11-2014 και .../10-11-2014 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Αθηνάς Αττέση-Σπάθη, που λήφθηκαν με την επιμέλεια της εναγομένης-εκκαλούσας εταιρείας, μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόντων-εφεσιβλήτων, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. ...

και ... από 5-11-2014 εκθέσεις επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Γεωργίου Παπαϊωάννου, από την με αριθ. πρωτ. .../8-5-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διπλωματούχου μηχανολόγου - μηχανικού Σ. Μ. και την από 21-7-2003 τεχνική έκθεση του μηχανολόγου μηχανικού Ε. Ε. καθώς και από όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και τα οποία χρησιμεύουν είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και αυτά της ποινικής προδικασίας και διαδικασίας σχετικά με την ένδικη υπόθεση αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι από την τέλεση του γάμου τους το Σεπτέμβριο του 1993 κατοικούσαν σε ισόγειο διαμέρισμα της διώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στο ... Ο.Τ. του Δήμου ... στο τέρμα της οδού ..., εμβαδού 83,16 τμ, αποτελούμενο από 2 υπνοδωμάτια, σαλόνι, χωλ, διάδρομο, κουζίνα και λουτρό. Το διαμέρισμα αυτό, το οποίο χρησιμοποιούνταν από τους ίδιους και τα ανήλικα τέκνα τους, τον Π.

και τη Λ. που γεννήθηκαν στις 7-1-1994 και 7-7-1997 αντίστοιχα, ως οικογενειακή στέγη, περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα της πρώτης ενάγουσας το έτος 1999, λόγω γονικής παροχής, δυνάμει της υπ' αριθ. .../15-4-1999 πράξης του συμβολαιογράφου Χαλκίδας Ιωάννη Χρήστου Στρουμπούλη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Κ.

ΕΠΕ" με έδρα την ... και υποκαταστήματα στην πόλη της … ασκεί, από της σύστασης της το έτος 1990, και σύμφωνα με το καταστατικό της, εμπορία ηλεκτρικών ειδών και συγκεκριμένα αγοράζει από ημεδαπές και αλλοδαπές εταιρείες, που έχει την αντιπροσωπεία τους, ηλεκτρικά είδη, τα οποία μεταπωλεί σε τρίτους με σκοπό το κέρδος και αναλαμβάνει την επισκευή τους.

Για την προώθηση των πωλήσεών της σε τρίτους απασχολούσε πωλητές, μερικούς εκ των οποίων εξειδικευμένους με γνώσεις εγκατάστασης και επισκευής των ηλεκτρικών ειδών. Με την ιδιότητα αυτή, του εξειδικευμένου πωλητή- ηλεκτρολόγου, απασχόλησε η άνω εταιρεία, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1999 μέχρι το έτος 2005, τον Δ.

Π., δυνάμει σχετικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, που κατάρτισε με αυτόν. Ο τελευταίος, σε εκτέλεση των όρων της σύμβασης αυτής εξαρτημένης εργασίας, πωλούσε σε τρίτους τις ηλεκτρικές συσκευές, που διέθετε η εταιρεία και μεριμνούσε για τη μεταφορά τους και την τοποθέτησή τους στο χώρο υποδοχής τους, προς εκπλήρωση των ενοχικών εκ των συμβάσεων πώλησης υποχρεώσεων της πωλήτριας, στις οδηγίες και εντολές της οποίας τελούσε ως προς τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο εκπληρώσεων των ανατιθέμενων σ' αυτόν καθηκόντων του, υποχρεούμενος σε συμμόρφωση.

Στο πλαίσιο των ανατιθέμενων σ' αυτόν εργασιακών καθηκόντων αναλάμβανε και τη σύνδεση-εγκατάσταση των ηλεκτρικών ειδών, που πωλούσε η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα εταιρεία σε τρίτους, η οποία για λόγους εμπορικού ανταγωνισμού και προκειμένου να διευρύνει τον κύκλο της πελατείας και να προσελκύσει μεγαλύτερο αριθμό αγοραστών, αναλάμβανε τη δωρεάν εγκατάσταση των πωληθέντων από αυτήν ηλεκτρικών ειδών και κυρίως των κλιματιστικών.

Στις 25 Ιανουαρίου του 2001, ο Δ. Τ., πατέρας της πρώτης ενάγουσας και πεθερός του δευτέρου ενάγοντος, ήδη εφεσιβλήτων, αγόρασε από το ευρισκόμενο στην Χαλκίδα υποκατάστημα της εναγομένης-εκκαλούσας με πίστωση του τιμήματος: α) έναν ιονιστή ELECTROLUX Ζ 7020 και δύο κλιματιστικά μηχανήματα ήτοι β) ένα SHARP ΑΕ-Χ099 Ε με κωδικό 665-018-041 και γ) ένα SHARP ΑΥ-Χ099 Ε με κωδικό 665-018-044.

Τα κλιματιστικά αυτά μηχανήματα, μαζί με άλλο ένα κλιματιστικό μηχάνημα του ίδιου εργοστασίου κατασκευής με τα στοιχεία SHARP ΑΥΑΕ 189 και κωδικό 665-018-019, που είχε αγοράσει από το ίδιο υποκατάστημα της πρώτης εναγομένης-εκκαλούσας στις 17 Απριλίου του 2000, δώρισε στους ενάγοντες, προκειμένου να τα εγκαταστήσουν στην ως άνω οικογενειακή τους στέγη.

Την εγκατάσταση των κλιματιστικών αυτών στην οικογενειακή στέγη των εναγόντων υλοποίησε ο τρίτος εναγόμενος Δ. Π., ενεργών στο πλαίσιο των ανατεθειμένων υπό της εναγομένης-εκκαλούσας καθηκόντων του και σύμφωνα με τις οδηγίες της και εντολές της, κυρίως σχετικά με τον χρόνο και τον τόπο εγκατάστασής τους, αλλά και με τον τρόπο, αδιάφορα αν αυτός στις σχετικές εργασίες για την εγκατάσταση των κλιματιστικών είχε ανεξαρτησία, υπό την έννοια ότι, λόγω της ειδικότητάς του ως ηλεκτρολόγου, ήταν αυτός που είχε τις αναγκαίες τεχνικές γνώσεις και εμπειρία.

Τούτο διότι, οι εργασίες αυτές της εγκατάστασης από αυτόν, ανάγονται στον κύκλο της εμπορικής δραστηριότητας της εναγόμενης-εκκαλούσας εταιρείας και εξυπηρετούν τα συμφέροντά της, καθόσον με τη χρησιμοποίηση της εργασίας του αυτής η εταιρεία διεύρυνε τον κύκλο των δραστηριοτήτων της και τη δυνατότητα κερδών της.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 20η Ιουνίου 2003 και περί ώρα 16.30 διαπιστώθηκε από το ανήλικο τέκνο των εναγόντων Π., ότι εξέρχονταν καπνός από το κλιματιστικό μηχάνημα, που, κατά τα παραπάνω, είχε αγορασθεί από το κατάστημα της εναγομένης-εκκαλούσας τον Ιανουάριο 2001 και είχε εγκατασταθεί στο παιδικό του δωμάτιο, ήτοι το μηχάνημα SHARP ΑΕ-Χ099 Ε με κωδικό 665-018-041.

Στη συνέχεια δε εκδηλώθηκε πυρκαγιά, η οποία εξαπλώθηκε από το παιδικό δωμάτιο σε όλο το προπεριγραφόμενο διαμέρισμα. Η πυρκαγιά, η οποία προκλήθηκε, λόγω της υπερθέρμανσης των ηλεκτρικών καλωδίων τροφοδοσίας του κλιματιστικού μηχανήματος, εξαιτίας της οποίας επήλθε καταστροφή της μόνωσης, αλλοίωση των μηχανικών ιδιοτήτων του υλικού αγωγών και τέλος βραχυκύκλωμα, κατασβέστηκε από την πυροσβεστική υπηρεσία, που κλήθηκε τηλεφωνικώς.

Το βραχυκύκλωμα προκλήθηκε από την πλημμελή εγκατάσταση του κλιματιστικού μηχανήματος, που είχε πραγματοποιήσει ο Δ. Π., προστηθείς προς τούτο από την προστήσασα εναγομένη-εκκαλούσα εταιρεία. Ειδικότερα, αυτός σύνδεσε το πιο πάνω κλιματιστικό μηχάνημα με καλώδιο διατομής 1,5 mm2 απευθείας στη ηλεκτρική γραμμή φωτισμού του διαμερίσματος και όχι με καλώδιο διατομής 2,5 mm2 με ανεξάρτητη γραμμή από το γενικό πίνακα και με ξεχωριστή αυτόματη ασφάλεια 16 Α, όπως όφειλε, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς για τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις και βάσει των κανόνων της τέχνης και της τεχνικής.

Σημειώνεται, ότι για τα παραπάνω ζητήματα της άδικης και υπαίτιας συμπεριφοράς του Δ. Π., κατά την εγκατάσταση του κλιματιστικού μηχανήματος στην οικία των εναγόντων- εφεσιβλήτων και της επέλευσης της ζημίας τους (περιουσιακής και ηθικής βλάβης), εξαιτίας της πυρκαγιάς, που προκλήθηκε κατά τη λειτουργία του, υφίσταται δεδικασμένο, καθόσον η υπ' αριθ. 199/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική Έδρα Χαλκίδας) δεν προσβλήθηκε με λόγο αναίρεσης ως προς αυτά, εκ μέρους της εναγομένης-εκκαλούσας, όπως, άλλωστε, δέχτηκε και η υπ' αριθ. 63/2015 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας και η οποία αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 1398/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου κατά το περί ύπαρξης σχέσης πρόστησης και μόνον κεφάλαιό της.

Περαιτέρω, από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, όπως αναλυτικά έχει προαναφερθεί, ότι από την άνω παράνομη και υπαίτια (αμελή) αυτή συμπεριφορά του Δ. Π., υπαλλήλου, ως προστηθέντα, η οποία συνιστά αδικοπραξία σε βάρος των εναγόντων-εφεσιβλήτων, ευθύνεται για τη ζημία τους, η προστήσασα εναγόμενη-εκκαλούσα εταιρεία, εις ολόκληρον με τον προστηθέντα, στην αποκατάσταση της ζημίας, την οποία παρανόμως προκάλεσε ο τελευταίος στους ενάγοντες-εφεσίβλητους, όταν αδικοπρακτούσε, δηλαδή κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν εργασίας, καθόσον υπάρχει εσωτερική αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της ανατεθείσας σ' αυτόν εργασίας της εγκατάστασης του εν λόγω κλιματιστικού, αφού αυτή δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση.

Ουδόλως αποδείχθηκε, ότι ο Δ. Π. ενεργούσε, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συγκεκριμένη πράξη της εγκατάστασης του μηχανήματος αυτού στην οικογενειακή στέγη των εναγόντων-εφεσιβλήτων, κατόπιν ιδιωτικής συμφωνίας με αυτούς, εκτός των πλαισίων της εργασίας του, που παρείχε στην εναγομένη-εκκαλούσα και ανεξαρτήτως από τη σχέση της πρόστησης που τον συνέδεε με την τελευταία και επομένως, το γεγονός, ότι ο Δ.

Π. ενεργούσε, παραλλήλως, κατά περίπτωση, μετά το πέρας της εργασίας του στην πρώτη εναγομένη, εγκαταστάσεις κλιματιστικών σε τρίτους που αγόραζαν κλιματιστικά κυρίως από άλλα καταστήματα ηλεκτρικών ειδών, ως ιδιώτης επαγγελματίας ηλεκτρολόγος, επ' αμοιβή, είναι αδιάφορο στην προκείμενη περίπτωση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι οι ζημιωθέντες, ενάγοντες-εφεσίβλητοι, δεν συνδέονταν με την προστήσασα, εναγομένη εκκαλούσα εταιρεία, με ενοχική σχέση, ενόψει ότι τα συγκεκριμένα κλιματιστικά μηχανήματα, μεταξύ των οποίων και το ζημιογόνο, είχαν αγορασθεί από την εναγομένη-εκκαλούσα από το Δ.

Τ., πατέρα της πρώτης και πεθερού του δεύτερου των εναγόντων-εφεσιβλήτων, ο οποίος τα δώρισε σ' αυτούς, δεν ασκεί επιρροή στην κρίση, ότι ευθύνεται η προστήσασα εταιρεία έναντι αυτών, καθόσον για την από το άρθρο 922 ΑΚ ευθύνη, όπως αναφέρεται και στη μείζονα σκέψη, δεν απαιτείται οπωσδήποτε τέτοια σχέση ανάμεσα στον προστήσαντα και τον τρίτο ζημιωθέντα.

Επομένως, ο σχετικός αντίθετος ισχυρισμός της εναγομένης-εκκαλούσας, ότι ο Δ. Π., κατά την εγκατάσταση του άνω κλιματιστικού μηχανήματος δεν ενεργούσε ως προστηθείς της και συνεπώς δεν ευθύνεται αυτή για την ένδικη ζημία, περιουσιακή και ηθική βλάβη, των εναγόντων- εκκαλούντων, που υπέστησαν από την άδικη και υπαίτια πράξη αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, που πρέπει να συμπληρωθεί με την παρούσα, δεν έσφαλε και πρέπει ο σχετικός λόγος της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος και να καταδικασθεί αυτή κατά ένα μέρος, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας στα δικαστικά έξοδα των εναγόντων-εφεσιβλήτων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθ. 178, 183, 189 και 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 579 παρ. 2 και 581 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, αν δε αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Άρειος Πάγος, εφόσον υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και ότι, αν δεν υποβλήθηκε το παραπάνω αίτημα στην κατ' αναίρεση δίκη ή αν υποβλήθηκε απορρίφθηκε ως αόριστο ή ως αναπόδεικτο και η εκτέλεση είχε γίνει με βάση την αναιρεθείσα απόφαση του εφετείου, μπορεί να υποβληθεί στο εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε μετ' αναίρεση η υπόθεση ως δικαστήριο της παραπομπής (ΑΠ 1392/2018), ή και στο Τμήμα του Αρείου Πάγου, στο οποίο παραπέμφθηκε προς περαιτέρω ουσιαστική εκδίκαση σε ιδιαίτερη συζήτηση η υπόθεση, μετά δεύτερη αναίρεση (ΑΠ 1304/2020), θα γίνει δε δεκτό, εφόσον γίνει δεκτή η έφεση.

Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη-εκκαλούσα με τις έγγραφες προτάσεις της, που κατέθεσε την προτεραία της δικασίμου, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, κατά την εκδίκαση της από 15-11-2007 έφεσής της, μετά την παραδοχή της από 29-9-2015 (δεύτερης) αναίρεσής της κατά της υπ' αριθ. 63/2015 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Ευβοίας, ζητεί να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκούσιας συμμόρφωσής της προς την άνω απόφαση κατάσταση, η οποία κατέβαλε, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 144/2015 απόφασης του Τμήματος Αναστολών του Αρείου Πάγου, με την οποία ανεστάλη μερικά η εκτέλεσή της για το πέραν του ημίσεος κεφαλαίου και τόκων ποσού, στην πρώτη ενάγουσα-εφεσίβλητη το ποσό των 34.819,05 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα-εφεσίβλητο το ποσό των 15.619,08 ευρώ, ώστε να επιστραφούν σ' αυτή τα ποσά αυτά νομιμοτόκως.

Η αίτηση αυτή είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού, κατά τα παραπάνω, η έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας, κατά το μέρος, που εξετάσθηκε από το παρόν Τμήμα του Αρείου Πάγου, στο οποίο παραπέμφθηκε προς περαιτέρω ουσιαστική εκδίκαση σε ιδιαίτερη συζήτηση η υπόθεση, απορρίφθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δικάζει την από 15-11-2007 έφεση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Κ. ΕΠΕ" κατά της υπ' αριθ. 215/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, αναφορικά με το λόγο της έφεσής της, που αναφέρεται στο κεφάλαιο της περί πρόστησης εκ μέρους της του Δ. Π..

Απορρίπτει την έφεση κατά τον παραπάνω λόγο της.

Καταδικάζει την εναγομένη-εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα των εναγόντων- εκκαλούντων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1. 000) ευρώ.

Απορρίπτει το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Υπογράφει η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ως Προϊσταμένη του καθόσον ο διευθύνων τη συζήτηση και όλα τα μέλη του Δικαστηρίου που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης έπαψαν να είναι τοποθετημένα στο Δικαστήριο τούτο λόγω συνταξιοδότησης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ