Legislator Case Law & Legislation
472/2020 AI generated

472/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 472/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

472/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της άνω διάταξης να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 877/2017, ΑΠ 1420/2013).

Keywords

AI generated
extortion of excessive official fees excessive remuneration excessive price low pay contractor remuneration contractual penalty clause
AI generated
468/2021
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
1531/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
469/2021
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
649/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
1231/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 472 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 472/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Φ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξούσιας δικηγόρου Χρυσάνθης Ζερδελή- Μάσσα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με αριθμό 37109/28-12-2012. Εκδόθηκαν η 11030/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 45/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-2-2018 και με αριθμό κατάθεσης 38/20-2-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από την .../12-6-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Δ. Σ., που με επίκληση προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου, με την οποία ορίσθηκε ως χρόνος για τη συζήτηση αυτής η 2-10-2018, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (1-10-2019), καθώς και αντίγραφο της από 12-11-2018 βεβαίωσης της γραμματέα του πιο πάνω τμήματος περί αναβολής της υπόθεσης και κλήση για να παραστεί κατά την ανωτέρω μετά από αναβολή δικάσιμο της 1-10-2019, επιδόθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο. Επομένως, αφού ο τελευταίος δεν παραστάθηκε, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο της ανωτέρω δικασίμου (1-10-2019), ούτε κατέθεσε, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία του (ΚΠολΔ 568 παρ.4 και 576 παρ.2).

2.Με την ένδικη από 20-2-2018 και με αριθμό κατάθεσης 38/20-2-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 45/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα έφεσης κατά της 11030/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 3-12-2012 (με αριθμό κατάθεσης 37109/28-12-2012) αγωγής, με την οποία ο ενάγων, επικαλούμενος καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας παρείχε στον εναγόμενο τις υπηρεσίες του ως πωλητής υγρών καυσίμων, ζήτησε, μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος, να του επιδικασθούν αναγνωριστικά τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά, οφειλόμενα από τη σύμβαση εργασίας του. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 παρ.3).

3.Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις, που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας τη στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης, που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλά αρκεί να επέρχονται απλώς δυσμενείς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις, τότε η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 5/2011, ΟλΑΠ 8/2001).

Το ζήτημα αν οι συνέπειες, που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος, είναι επαχθείς για τον υπόχρεο, πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες, που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του. Εξάλλου, η παραπάνω διάταξη, που έχει έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημόσιας τάξης, διατάξεις (ΟλΑΠ 10/2012), όπως είναι οι αξιώσεις του μισθωτού από εργασιακή σχέση.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όπου ο εργοδότης οφείλει να γνωρίζει τις οικονομικές του υποχρεώσεις απέναντι στον εργαζόμενο και να είναι συνεπής στην εκπλήρωσή τους, η αδράνεια του μισθωτού να τις διεκδικήσει, ακόμη και μακροχρόνια, δεν μπορεί να οδηγήσει άνευ ετέρου στην αποδυνάμωση του σχετικού δικαιώματος, αφού σύμφωνα με την κοινή πείρα, η τυχόν διεκδίκηση, κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τη διατήρηση της θέσης εργασίας (ΑΠ 2109/2013).

4.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών (ΑΠ 319/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών (ΟλΑΠ 15/2006).

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της άνω διάταξης να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 877/2017, ΑΠ 1420/2013).

5.Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 45/2018 απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής (ΚΠολΔ 561 παρ.2), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα εξής ουσιώδη: Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), την 13-9-2005, προσλήφθηκε από τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως πωλητής στην ατομική επιχείρηση υγρών καυσίμων και λιπαντικών, με πλυντήριο και σταθμό αυτοκινήτων, που διατηρεί ο τελευταίος στη Θεσσαλονίκη, επί της οδού ..., αντί καθαρού μηνιαίου μισθού ύψους 1.000 ευρώ.

Ότι απασχολήθηκε στο πρατήριο του εναγομένου με την παραπάνω ειδικότητα μέχρι την 30-9-2009, οπότε του καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας, στην πραγματικότητα όμως απασχολήθηκε μέχρι την 17-5-2009, αφού τότε ασθένησε και εισήχθη στο νοσοκομείο, λαμβάνοντας αναρρωτική άδεια μέχρι το χρόνο της απόλυσής του. Ότι ο ενάγων, κατά τη διάρκεια της πραγματικής απασχόλησής του από 1-1-2007 έως 17-5-2009, εργαζόταν επί πενθήμερο εβδομαδιαίως (Δευτέρα έως και Παρασκευή), όλα ανεξαιρέτως τα Σάββατα, καθώς και δύο Κυριακές, κατά μέσο όρο, το μήνα.

Ότι κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας εργαζόταν επί έντεκα (11) ώρες ημερησίως, ενώ τα Σάββατα και τις Κυριακές επί οκτώ (8) ώρες (μη συμπεριλαμβανομένου του διαλείμματος). Ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι με το μισθό των 1.000 ευρώ θα καλυπτόταν και η αμοιβή από τυχόν απασχόλησή του καθ' υπέρβαση του εβδομαδιαίου ωραρίου των 40 ωρών ή απασχόλησή του κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές.

Περαιτέρω, δέχθηκε το Εφετείο, ότι ο ενάγων δεν έλαβε την ετήσια άδεια αναψυχής για το έτος 2007, του καταβλήθηκαν όμως οι αποδοχές και το επίδομα άδειας του έτους αυτού (ήτοι 1.000 € + 500 €) και επιπλέον δικαιούται την προσαύξηση 100% επί των αποδοχών άδειας, η οποία από πταίσμα του εναγομένου δεν του χορηγήθηκε, αφού αυτός ζήτησε την άδειά του, αλλά ο εναγόμενος, επικαλούμενος τις αυξημένες ανάγκες της επιχείρησής του κατά τους θερινούς μήνες, αρνήθηκε τη χορήγησή της και ότι για την αιτία αυτή δικαιούται το ποσό των 1.000 ευρώ.

Ότι, αντίθετα, για το έτος 2008, ο ενάγων έλαβε την άδεια αναψυχής και του καταβλήθηκαν οι αποδοχές και το επίδομα άδειας. Ότι ο ενάγων, εργαζόμενος τις καθημερινές επί 11 ώρες ημερησίως, πραγματοποιούσε συνολικά 55 ώρες εργασίας εβδομαδιαίως, ήτοι 15 ώρες πέραν του εβδομαδιαίου ωραρίου των 40 ωρών, εκ των οποίων οι 5 πρώτες ώρες αποτελούν υπερεργασία, για τις οποίες δικαιούται το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 25%, και οι υπόλοιπες 10 παράνομη υπερωρία, αφού έγιναν χωρίς την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων, για τις οποίες δικαιούται το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 100%.

Ότι για κάθε Σάββατο που εργάσθηκε επί 8ωρο, δικαιούται, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ένα ημερομίσθιο, ενώ για κάθε Κυριακή που εργάσθηκε επί 8ωρο, χωρίς να λαμβάνει ημέρα αναπληρωματικής ανάπαυσης, δικαιούται 75% προσαύξηση επί του καταβαλλομένου ημερομισθίου, καθώς και το 1/25 του μηνιαίου μισθού του κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Ότι ο ενάγων δεν είχε διαμαρτυρηθεί ποτέ στον εναγόμενο, προφορικά ή εγγράφως, για τη μη καταβολή των δεδουλευμένων για τις παραπάνω αιτίες, ούτε και είχε προσφύγει σε κάποια αρχή (όπως η Επιθεώρηση Εργασίας ή οι δικαστικές εν γένει αρχές), τόσο κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σχέσης, όσο και μετά την απόλυσή του (30-9-2009), αλλά αδράνησε επί τρία και πλέον έτη, ασκώντας την κρινόμενη αγωγή την 28-12-2012.

Ότι η αδράνεια αυτή του ενάγοντος δεν αρκεί βέβαια από μόνη της για την επικαλούμενη από τον εναγόμενο αποδυνάμωση του δικαιώματός του, που ασκείται με την ένδικη αγωγή. Ότι αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι ο ενάγων μετά την απόλυσή του, επισκεπτόταν το πρατήριο του εναγομένου, χωρίς ποτέ να εκδηλώσει προς αυτόν ή τον πατέρα του ή σε κάποιον από τους πελάτες, που γνώριζε και βρισκόταν εκεί, οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με τις απαιτήσεις του από την μέχρι πρότινος εργασία του και διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον εναγόμενο.

Ότι η παραπάνω συμπεριφορά του ενάγοντος, για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και μάλιστα και μετά την απόλυσή του, είχε δημιουργήσει στον εναγόμενο την πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν επρόκειτο να ασκήσει καμία αξίωση από την εργασιακή του σχέση. Ότι η πεποίθηση αυτή του εναγομένου ήταν εύλογη όσον αφορά τις αξιώσεις του ενάγοντος για υπερεργασία και εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, λαμβανομένου υπόψη ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε, όπως αποδείχθηκε, προφορική συμφωνία, από την πρόσληψη του ενάγοντος, να λαμβάνει αυτός αποδοχές υπέρτερες των νομίμων για κάλυψη από την επιπλέον αμοιβή και της τυχόν απασχόλησής του για τις αιτίες αυτές (υπερεργασία και εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές) και βάσει της συμφωνίας αυτής, ο ενάγων πράγματι αμειβόταν με υπέρτερες αποδοχές των νομίμων και συγκεκριμένα με το ποσό των 1.000 ευρώ καθαρά, ενώ ο νόμιμος μισθός του, χωρίς το επίδομα γάμου διότι δεν είχε γνωστοποιήσει στον εναγόμενο την οικογενειακή του κατάσταση, με βάση τις ισχύουσες ΕΓΣΣΕ, ανερχόταν από 1-1-2007 έως 30-4-2007 σε 625,97 ευρώ, από 1-5-2007 έως 31-12-2007 σε 657,89 ευρώ, από 1-1-2008 έως 31-8-2008 σε 680,59 ευρώ, από 1-9-2008 έως 12-9-2008 σε 701,00 ευρώ, από 13-9-2008 έως 30-4-2009 σε 759,41 ευρώ και από 1-5-2009 έως 17-5-2009 σε 801,17 ευρώ.

Ότι η συμφωνία συμψηφισμού, που κατά βάση τηρείτο, είχε δημιουργήσει στον εναγόμενο την πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν θα προέβαλε τις εναπομείνασες και σχετικά μικρές αξιώσεις του (οι οποίες ανέρχονταν, κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, αντίστοιχα, σε 73,50 €, 659,48 €, 456,33 €, 87,20 €, 1.755,93 € και 117,05 €) και είναι προφανές ότι, αν γνώριζε κάτι τέτοιο, θα είχε προβεί σε διαφορετική ρύθμιση των αποδοχών του ενάγοντος, ώστε να μη λαμβάνει υπέρτερες των νομίμων αποδοχές και αργότερα να διεκδικήσει τις παραπάνω αξιώσεις του, με δυσανάλογα επαχθείς για τον ίδιο συνέπειες, ενόψει της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί και κυρίως των συνεπειών της υπερημερίας του.

Ότι η επιχείρηση του εναγομένου είχε περιέλθει σε δυσχερή οικονομική κατάσταση, παρουσιάζοντας, κατά τα οικονομικά έτη 2012, 2013 και 2014, ζημίες ύψους 3.736,01 ευρώ, 6.395,54 ευρώ και 53.564,89 ευρώ, αντίστοιχα. Ότι με τα δεδομένα αυτά, η μεταγενέστερη άσκηση των παραπάνω αξιώσεων εκ μέρους του ενάγοντος διαψεύδει την εύλογη πεποίθηση, που ο ίδιος δημιούργησε στον εναγόμενο με τη συμπεριφορά του και τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε από τις παραπάνω ειδικές συνθήκες, από τις οποίες ιδιαίτερα βαρύνουσα σημασία έχει η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία συμψηφισμού, επαγόμενη δυσμενείς επιπτώσεις για τον εναγόμενο, ενόψει και της ήδη ζημιογόνου πορείας της επιχείρησής του, εξερχόμενη έτσι η άσκηση των παραπάνω αξιώσεων των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του σχετικού δικαιώματος του ενάγοντος και οδηγώντας τελικώς σε αποδυνάμωσή του.

Ότι, επομένως, τα σχετικά αγωγικά κονδύλια για υπερεργασία και εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, πρέπει να απορριφθούν, κατά μερική παραδοχή της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης του εναγομένου. Ότι, αντίθετα, ως προς τις αγωγικές αξιώσεις που αφορούν (όπως σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές του Εφετείου) παράνομες υπερωρίες και αποζημίωση για μη χορήγηση της άδειας αναψυχής έτους 2007, δεν συντρέχει η ιδιαιτέρως βαρύνουσα ειδική συνθήκη της προαναφερθείσας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, αφού συμφωνία ειδικά για συμψηφισμό και των αξιώσεων αυτών θα ήταν παράνομη, αλλά και δεν υπήρξε μεταξύ των διαδίκων.

Ότι, επειδή τα λοιπά αποδειχθέντα περιστατικά δεν αρκούν για να θεωρηθεί η άσκηση των ανωτέρω αξιώσεων, ως εξερχόμενη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του σχετικού δικαιώματος του ενάγοντος και να οδηγήσουν σε αποδυνάμωσή του, η παραπάνω ένσταση του εναγομένου πρέπει, κατά το μέρος αυτό, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Ότι, με δεδομένο ότι ο ενάγων, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, απασχολήθηκε υπερωριακά επί 10 ώρες την εβδομάδα, εκτός από ένα μήνα του έτους 2008 που έλαβε την ετήσια άδεια, δικαιούται για κάθε ώρα παράνομης υπερωρίας αποζημίωση ίση με το ωρομίσθιο, που υπολογίζεται βάσει του μηνιαίου μισθού που προβλέπεται από την ισχύουσα για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ΕΓΣΣΕ, προσαυξημένο κατά 100% και συνολικά το ποσό των 9.766,90 ευρώ και επιπλέον δικαιούται το ποσό των 1.000 ευρώ, ως προσαύξηση 100% επί των αποδοχών άδειας, λόγω άρνησης χορήγησης της άδειας έτους 2007.

Στη συνέχεια των παραδοχών αυτών, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης- αποδυνάμωσης του δικαιώματος του ενάγοντος για διεκδίκηση αμοιβής και προσαύξησης για παράνομη υπερωριακή εργασία του χρονικού διαστήματος από 1-1-2007 έως 17-5-2009 και αποζημίωσης για μη χορήγηση της άδειας έτους 2007, απορρίπτοντας την αγωγή ως προς τα ανωτέρω κονδύλια ως ουσία αβάσιμη και αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή κατά το μέρος αυτό, τη δέχθηκε εν μέρει και αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 10.766,90 ευρώ (9.766,90 € + 1.000 €), με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις.

Κατά τα λοιπά επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση και συγκεκριμένα κατά το μέρος που απέρριψε, κατά παραδοχή της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, την αγωγή ως ουσία αβάσιμη ως προς τα κονδύλια υπερεργασίας και εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, καθώς και κατά το μέρος που απέρριψε ως ουσία αβάσιμα τα αγωγικά κονδύλια για επιδίκαση αποδοχών και επιδομάτων άδειας των ετών 2007 και 2008 και αποζημίωσης για μη χορήγηση της άδειας έτους 2008.

6.Με την κρίση αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αλλά αντιθέτως προέβη σε ορθή υπαγωγή των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών στην πιο πάνω διάταξη σχετικά με τη μη συνδρομή περίπτωσης κατάχρησης δικαιώματος στη διεκδίκηση από τον ενάγοντα αμοιβής για υπερωριακή εργασία και αποζημίωσης για μη χορήγηση της άδειας αναψυχής έτους 2007.

Επίσης, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την ίδια ως άνω διάταξη, διότι αιτιολόγησε επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ότι η συμπεριφορά του ενάγοντος να διεκδικήσει τις εν λόγω αξιώσεις δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από τις αρχές της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και έτσι μπορεί να ελεγχθεί η ορθή ή μη εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς την απόρριψη της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, σε σχέση με τις αξιώσεις του από την παροχή υπερωριακής εργασίας κατά το χρονικό διάστημα 2007- 2009 και λόγω μη χορήγησης άδειας αναψυχής έτους 2007, ενώ συγχρόνως την έκανε δεκτή ως προς τις αξιώσεις από παροχή υπερεργασίας και εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, είναι αβάσιμος.

Τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείοντα με τον ίδιο λόγο, αναφέρονται κυρίως σε επιχειρήματα αυτού που, κατά την κρίση του, οδηγούν σε διαφορετικό αποτέλεσμα, τα οποία όμως δεν ελέγχονται αναιρετικά, διότι αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης και, ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτα.

7.Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).

Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 573/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, κατά ένα μέρος, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ...2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης και τις ...2017 και ...2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ.

Τ., ληφθείσες μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, τις οποίες με επίκληση προσκόμισε ο αναιρεσείων για την απόδειξη του ισχυρισμού ότι ο αναιρεσίβλητος απασχολείτο μόνο τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (από Δευτέρα έως και Παρασκευή) και η ημερήσια απασχόλησή του δεν υπερέβαινε τις οκτώ ώρες, η δε παραδοχή του ισχυρισμού αυτού θα οδηγούσε στην απόρριψη του κονδυλίου για καταβολή αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι ο ενάγων απασχολήθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου των οκτώ ωρών ημερησίως κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (συνολική ημερήσια απασχόληση 11 ωρών), ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και "την ...15-10-2014 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Δ.

Μ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης.... καθώς και τις ...9-10-2017 και ...9-10-2017 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Μ. Ε. και Σ. Π., αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ. Τ.", οι οποίες λήφθηκαν μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου. Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση και από όλες τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, τις οποίες συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του.

Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος, κατά το ανωτέρω μέρος, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι επικαλέσθηκε και προσκόμισε τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι ο ενάγων δεν πραγματοποίησε υπερεργασία και εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, τις οποίες, εάν λάμβανε υπόψη το Εφετείο, θα οδηγείτο στην απόρριψη των αγωγικών αξιώσεων για την καταβολή αμοιβής, λόγω παροχής υπερεργασίας και εργασίας κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, είναι απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος, διότι τα εν λόγω κονδύλια απορρίφθηκαν κατ' ουσία.

8.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση. Ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος δεν τίθεται, διότι ο αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στην αναιρετική δίκη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-2-2018 και με αριθμό κατάθεσης 38/20-2-2018 αίτηση για αναίρεση της 45/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Φεβρουαρίου 2020.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ