472/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated472/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 21-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Full text
Απόφαση 472 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 472/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Α. και 2) Ε. Α., συζ. Γ. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παφίλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Π. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μητρόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2276/2008 μη οριστική και 5/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6070/2012 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-11-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 21-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 (ή 560) ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, άλλως, εν ελλείψει της ως άνω αναφοράς, η αναίρεση τυγχάνει αόριστη.
Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ Ολομ. 57/1990, ΑΠ 1602/2014). Ειδικά, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ Ολομ. 28/1998, ΑΠ Ολομ. 32/1996).
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 849/2007). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, και:
α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ’ επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους διαλαμβανόμενους παρακάτω πέντε (5) λόγους της αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη 6070/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν τότε), επί της από 3-3-2011 εφέσεως της αναιρεσίβλητης (και των πρόσθετων λόγων αυτής που ασκήθηκαν με τις από 23-4-2012 προτάσεις της) κατά της πρωτόδικης 5/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε δεχθεί, κατά ένα μέρος, την ένδικη, από 9-5-2005, αγωγή των αναιρεσειόντων, τις εξής αιτιάσεις, με την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1, 8, 10, 15, 17 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως, κατά λέξη, αναγράφονται στο αναιρετήριο: "1.
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέρριψε την αγωγή μας ως αβάσιμο. Συγκεκριμένα ερμήνευσε εσφαλμένα το αποδεικτικό υλικό, αφού δέχτηκε ότι παράνομα η αντίδικος προέβη στην τοιχοποιία του χώρου στάθμευσης και την μετατροπή του σε ιδιοκτησία της με παράνομη ηλεκτροδότηση και καθ’ υπέρβαση του συντελεστή δόμησης και των ποσοστών συνιδιοκτησίας. 2.
Δεν εκτίμησε ορθά το γεγονός ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν από τις ένορκες καταθέσεις και τα προσκομισθέντα έγγραφα ότι ο υπαίθριος χώρος στάθμευσης αποτελεί δικαίωμα χρήσης χωρίς ποσοστά ιδιοκτησίας και δεν μπορεί να μετατραπεί σε ιδιοκτησία με παροχή ρεύματος από τη ΔΕΗ, η δε τροποποίηση της σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας με την υπ’ αριθμ. .../2000 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δημ.
Καραγιάννη έγινε με την συμμετοχή του Ι. Α., ο οποίος δεν ήταν συνιδιοκτήτης, αφού μας είχε μεταβιβάσει με το υπ’ αριθμ. .../1995 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Αναγνωστοπούλου την ιδιοκτησία του. 3. Το Εφετείο στήριξε την κρίση του για τις συνθήκες τροποποίησης της Σ.Ο.Δ σε προσωπικό δικαίωμα του Ι.
Α., ενώ, σύμφωνα με τον νόμο, με τη μεταβίβαση ιδιοκτησίας όλα τα δικαιώματα ενοχικά και εμπράγματα μεταβιβάζονται από τον πωλητή στον αγοραστή όπως και οι υποχρεώσεις, όπως ρητά αναφέρονται στο συμβόλαιο και ουδεμία μνεία είχε γίνει περί δικαιώματος του πωλητή για συμμετοχή του σε τροποποίηση της Σ.Ο.Δ. 4.
Όπως επίσης από τον τίτλο μεταβίβασης δεν προκύπτει καμία δέσμευσή μας και ουδέποτε συμφωνήσαμε στην τροποποίηση της Σ.Ο.Δ. ‘ Ετσι η προσβαλλομένη απόφαση κάνοντας δεκτό ότι ορθώς ο Ι. Α. συνέπραξε στην τροποποίηση της Σ.Ο.Δ χωρίς να έχει την ιδιότητα του συνιδιοκτήτη κατά το χρόνο της τροποποίησης και χωρίς να δεσμευόμαστε από κανένα τέτοιο όρο στον τίτλο μεταβίβασης έσφαλλε και κατά συνέπεια είναι αναιρετέα για το λόγο αυτό κατ’ άρθρον 559 παρ. 1, 8, 10, 15, 17, 19 του Κ.Πολ.Δ. 5.
Διότι εσφαλμένα και με αντιφατικές δικαιολογίες στο σκεπτικό της η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, περιέλαβε αιτιολογίες αντιφατικές σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Οι πιο πάνω, όμως, λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, εξαιτίας της αοριστίας τους, δεδομένου ότι με αυτούς απλώς προβάλλονται αιτιάσεις κατά της πληττόμενης απόφασης, χωρίς, παράλληλα, να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, 1) αναφορικά με την πλημμέλεια από τον αριθμό 1, α) οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, β) οι κρίσιμες παραδοχές της απόφασης, ούτε, βέβαια, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε και γ) ποίο το συγκεκριμένο νομικό-υπαγωγικό σφάλμα του Εφετείου, δηλαδή αν η παραβίαση των ουσιαστικών αυτών κανόνων οφείλεται σε ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τους και 2) αναφορικά με την πλημμέλεια από τον αριθμό 19, α) ομοίως, οι κρίσιμες παραδοχές της απόφασης (αφού δεν γίνεται μνεία στο αναιρετήριο ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών), ώστε να μπορεί να ελεγχθεί σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών και η αντίφαση που οδήγησαν σε εσφαλμένο, κατά τους αναιρεσείοντες, διατακτικό, β) ποίοι ισχυρισμοί (αγωγικοί, ενστάσεις) προτάθηκαν από τους αναιρεσείοντες και ποία τα περιστατικά θεμελίωσής τους, ως προς τους οποίους η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφασή τους, και πώς συνδέονται με το διατακτικό και γ) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, ως προς τις ανεπαρκείς αιτιολογίες, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και, ως προς τις αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες ακριβώς είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Εν πάση περιπτώσει, οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και επειδή, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις παραπάνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), με την περαιτέρω επισήμανση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπησή της, δεν στερείται αιτιολογιών.
Περαιτέρω, στην ένδικη αναίρεση γίνεται επίκληση αναιρετικών πλημμελειών και από τους αριθμούς 8, 10, 15 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε, χωρίς, όμως, να προβάλλονται συγκεκριμένες αιτιάσεις και πραγματικά περιστατικά που να τις στοιχειοθετούν. Επομένως, οι λόγοι αυτοί είναι, και κατά τούτο, απαράδεκτοι, εξαιτίας της αοριστίας τους.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ’ άρθρ. 577 ΚΠολΔ, εξαιτίας της αοριστίας της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, από 1-1-2016) Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της που υπέβαλε στο ακροατήριο (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16 Νοεμβρίου 2015 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης …/20-11-2015 αίτηση των Γ. Α. κ.λπ. για αναίρεση της 6070/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2017.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ