472/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 472 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 472/2016
Legislator headnote
AI generated472/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 472 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 472/2016
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 472 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 472/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κράνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεράσιμο Φουρλάνο, Γεώργιο Λέκκα και Αθανάσιο Καγκάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS A.E." και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS A.E.") ως καθολικής διαδόχου στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γρηγόριο Τιμαγένη, Βασίλειο Κουτρούμπα και Γεώργιο Ορφανίδη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..., που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αθανάσιο Καΐση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ καθώς και τις Χαρίκλεια Απαλαγάκη, Μάνθα Βαρελά και Αικατερίνη Γκανά με αυτοπρόσωπη παράσταση στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12/11/2013, 17/1/2014 και 29/1/2014 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 5819/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/12/2014 αίτησή της και τους από 31/8/2015 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής, Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 23/9/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, κυρίου και προσθέτου, και δευτέρου προσθέτου λόγων της αναίρεσης κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό και την απόρριψη των λοιπών λόγων (κυρίων και προσθέτων) αυτής. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και τους παραδεκτώς, με ιδιαίτερο δικόγραφο και εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας ασκηθέντες και προς την αναιρεσίβλητη επιδοθέντες, από 31-8-15, προσθέτους λόγους (Ολ ΑΠ 33/1996), ζητείται η αναίρεση, για τους διαλαμβανομένους στα παραπάνω δικόγραφα λόγους, της 5819/2014 τελεσιδίκου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και επομένως δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ. ΑΠ 24/1992, ΑΠ 335/2015, ΑΠ 823/2015, ΑΠ 179/2013) ενώ, αντιθέτως, ιδρύεται όταν από τις, προς υποστήριξη του αποδεικτικού πορίσματος διαλαμβανόμενες στην ελάσσονα πρόταση του σχετικού δικανικού συλλογισμού παραδοχές, καταλείπονται αμφιβολίες για το αν εχώρισε ή όχι παραβίαση ουσιαστικής διατάξεως νόμου (ΑΠ 682/2010, ΑΠ 1852/07).
Εξ άλλου παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των αρθρ. 339 και 432 - 449 του ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Επομένως, για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του και δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενο του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1/1999, ΕλλΔνη 1999.270, ΑΠ 627/2003, 402/2004, 832/2009, 1627/2010). Ο λόγος αυτός αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερομένου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλομένη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1315/1993 194/2005). Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά επίσης και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002 1596/2014). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 201 ΑΚ συνάγεται ότι, αναβλητική αίρεση είναι εκείνη που αναβάλλει το αποτέλεσμα της δικαιοπραξίας μέχρις ότου συμβεί κάποιο μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός. Σε περίπτωση μη πληρώσεως (ματαιώσεως) της αιρέσεως αυτής, η δικαιοπραξία θεωρείται μηδέποτε γενομένη και οποιαδήποτε παροχή καταβλήθηκε για την περίπτωση πληρώσεώς της, αναζητείται κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Θεωρείται δε ότι η αίρεση δεν πληρώθηκε όταν το αιρετικό γεγονός δεν έλαβε χώρα εντός του συμβατικού ή ευλόγου χρόνου και δεν είναι απαραίτητο να εξέλιπε η δυνατότητα επελεύσεώς του και στο μέλλον. Όλα αυτά (χαρακτήρας αιρέσεως, εύλογος χρόνος αυτής και πλήρωση ή ματαίωση της) κρίνονται από το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, ερμηνευομένης όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, λαμβάνοντας υπ' όψη όχι μόνο το σκοπό της συμβάσεως αλλά και το σύνολο των συμπαρομαρτουσών περιστάσεων, ακόμα και γεγονότα εκτός αυτής που μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των συναλλασσομένων και να επιδράσουν στη δυνατότητα ή μη εκπληρώσεως των συμβατικών τους υποχρεώσεων, σύμφωνα και με τα άρθρα 200, 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 1404/83, ΑΠ 1178/80). Τέλος, κατά την ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1314/08, ΑΠ 1634/01), διάταξη του άρθρου 897 περ.1 του ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί αν η συμφωνία για τη διαιτησία είναι άκυρη. Τέτοια ακυρότητα .υφίσταται, μεταξύ άλλων, επί μη πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως από την οποία είχε εξαρτηθεί η εγκυρότητά της, καθώς και όταν η εν λόγω συμφωνία καταρτίστηκε κατά παράβαση του άρθρου 65 παρ.2 του ΚΠολΔ, ήτοι χωρίς να υπάρχει εξουσιοδότηση για την ενέργεια αυτής. Η τελευταία αυτή διάταξη αφορά όχι μόνο στους νομίμους αντιπροσώπους τω φυσικών προσώπων, αλλά και στους εκπροσώπους των νομικών προσώπων, πλην όμως εφαρμόζεται μόνον όταν ο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου καταρτίζει ως εντολοδόχος και πληρεξούσιος τη συμφωνία για διαιτησία, που αποφασίστηκε από το βουλητικό όργανο του νομικού προσώπου και όχι όταν οι σχετικές πράξεις γίνονται ευθέως από το ίδιο το όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου ή από τον υποκατάστατο αυτού. Ειδικότερα, με τις διατάξεις του ν.2190/20 όπως αυτός τροποποιήθηκε με το ν.3604/2007, ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας και ορίζεται, με το άρθρο 18 παρ. 1 ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως. Κατά το άρθρο 22 του ιδίου νόμου το Δ.Σ. είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και την επιδίωξη των σκοπών της γενικά (παρ. 1), επιτρέπεται όμως το καταστατικό να ορίζει θέματα για τα οποία το ΔΣ μπορεί να αναθέτει τις εξουσίες του διαχειριστή και εκπροσώπησης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη του (παρ. 3). Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του ΑΚ συνάγεται ότι, το Διοικητικό Συμβούλιο διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία και διαχειρίζεται τις υποθέσεις της χωρίς να είναι για την εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό από αυτή, αλλά όργανο της. Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσωπήσεως της Α.Ε. και διαχειρίσεως της περιουσίας της επιτρέπεται, κατά τις παραπάνω διατάξεις, να μεταβιβασθεί σε μέλος του Δ.Σ. ή ακόμη και σε τρίτο πρόσωπο, αν αυτό ορίζεται στο καταστατικό. Στην περίπτωση αυτή, το τρίτο πρόσωπο στο οποίο μεταβιβάσθηκε η εξουσία του Δ.Σ., είναι υποκατάστατο του τελευταίου και ενεργεί και αυτό ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρείας, που εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό (ΑΠ 1508/2001, ΑΠ 451/2003, ΑΠ 1193/2001). Για το λόγο αυτό ο δεσμός του με την εταιρεία είναι ο ίδιος με το δεσμό του Δ.Σ. με την τελευταία και εντελώς διαφορετικός των προβλεπόμενων από τα άρθρα 216 επ. και 713 του ΑΚ σχέσεων πληρεξουσιότητας και εντολής, αφού και ο πληρεξούσιος και ο εντολοδόχος, που διορίζονται για την ενέργεια δικαιοπραξιών ή υποθέσεων της εταιρείας, δεν αποτελούν καταστατικά όργανα της διοικήσεως της, ούτε εκφράζουν τη βούληση της, αλλά ενεργούν ως απλοί αντιπρόσωποι και εκτελούν ό,τι αποφάσισε το Δ.Σ. ή ο υποκατάστατος του Δ.Σ χωρίς να έχουν εξουσία αντίθετης ενεργείας. Επομένως, στη περίπτωση αυτή της καταστατικής υποκαταστάσεως του ΔΣ. από τρίτο πρόσωπο, δεν καταλείπεται έδαφος εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 65 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αν η πράξη ενεργείται από νόμιμο αντιπρόσωπο διαδίκου, η συμφωνία για διαιτησία είναι ανίσχυρη άνευ εξουσιοδοτήσεως για την ενέργεια της πράξεως αυτής (ΑΠ 563/1989, ΑΠ 586/1983). Αντίστοιχα με το άρθρο 11 του κυρωθέντος με το ν. 3082/2002 και έχοντος ισχύ νόμου καταστατικού της εταιρίας "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία", ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει τη διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων της Εταιρίας, αποφασίζει και ενεργεί κάθε πράξη για τη διαχείριση των υποθέσεων, της περιουσίας της και τη γενικότερη επιδίωξη του εταιρικού σκοπού, με εξαίρεση των θεμάτων εκείνων για τα οποία, σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό αρμόδια είναι η Γενική Συνέλευση ή για τα οποία αυτή έχει αποφασίσει...2. 0 Πρόεδρος εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα την Εταιρία. Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί, με απόφασή του που λαμβάνεται με την απαρτία και πλειοψηφία του άρθρου 14 παρ. 1 και 2 του παρόντος, να αναθέτει το σύνολο ή μέρος των εξουσιών, περιλαμβανομένης της εξουσίας εκπροσώπησης και δέσμευσης της Εταιρίας, με εξαίρεση τις εξουσίες εκείνες που ασκούνται συλλογικά, στον Πρόεδρο, στους Αντιπροέδρους, καθώς επίσης σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα, μέλη ή μη του Διοικητικού Συμβουλίου ή τρίτα πρόσωπα, καθορίζοντας συγχρόνως στην παραπάνω απόφαση του την έκταση της σχετικής ανάθεσης." Με τους πρώτο κύριο και πρώτο, δεύτερο και όγδοο πρόσθετους λόγους της αίτησης αναίρεσης προβάλλονται, μεταξύ άλλων, από την αναιρεσείουσα, κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωση τους εκτιθεμένων, οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ αιτιάσεις, με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 11 του κυρωθέντος με το ν.3082/2002 και έχοντος ισχύ νόμου καταστατικού της απώτερου δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας (Τ.Τ), 201 ΑΚ, 65 παρ. 2 και 897 αριθ.1 ΚΠολΔ, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, με ανεπαρκείς αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω κανόνων δικαίου, την εγκυρότητα της μεταξύ της ως άνω δικαιοπαρόχου της και της αναιρεσιβλήτου καταρτισθείσας διαιτητικής συμφωνίας, αφενός μεν παρά την έλλειψη της κατ' άρθρο 65 παρ. 2 ΚΠολΔ απαιτουμένης για την εγκυρότητα αυτής ειδικής εξουσιοδοτήσεως του, για λογαριασμό της ως άνω δικαιοπαρόχου της υπογράψαντος την περί διαιτησίας συμφωνία, Προέδρου του Διοικητικού της Συμβουλίου Α. Φ. και αφετέρου παρά τη μη πλήρωση της αιρέσεως της εγκρίσεως αυτής (διαιτητικής συμφωνίας) από τη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας Τ.Τ από την οποία είχε εξαρτηθεί η εγκυρότητα της. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, η τελευταία, μετ' εκτίμηση των από τους διαδίκους προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, σχετικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτηματα τα παρακάτω: "Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", έχει καταστεί καθολική διάδοχος στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΝΕΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη (ΦΕΚ 9243/27-12-2013 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ)... Από την άλλη πλευρά, η εναγόμενη εταιρεία, (αναιρεσίβλητη) με την επωνυμία "...", είναι επενδυτική εταιρεία, νομίμως συσταθείσα και λειτουργούσα και ήδη μέτοχος, σε ποσοστό 50%, επί του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας με την επωνυμία "..."... Στις 24-4-2008 και ενώ η εναγομένη ήταν τότε μοναδική μέτοχος της παραπάνω εταιρείας, καταρτίστηκε μεταξύ αυτής (εναγομένης) και της "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία" (ΤΤ) η, με την ίδια ημερομηνία, "συμφωνία μετόχων", στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις εκ της οποίας υπεισήλθε αρχικά, η εταιρεία "NEO ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΤΕ" (Νέο ΤΤ) και ακολούθως η ήδη ενάγουσα "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ", ως καθολική διάδοχος του ΤΤ. Ειδικότερα, μετά από διαπραγματεύσεις, που διεξήχθησαν μεταξύ των προαναφερομένων συμβαλλομένων μερών, συμφωνήθηκε να εισέλθει και να συμμετάσχει ως μέτοχος, κατά 50%, η εταιρεία "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος ATE" (ΤΤ) στην θυγατρική εταιρεία της εναγομένης "...", μέσω του μηχανισμού αυξήσεως του μετοχικού κεφαλαίου της, πράγμα το οποίο στη συνέχεια και έγινε, αποκτώντας, τελικά, η εταιρεία ΤΤ την κυριότητα των 9.680.000.μετοχών της παραπάνω εταιρείας επί σύνολο 19.360.000 μετοχών. Προς διασφάλιση αυτής της συνεργασίας της εταιρείας ΤΤ με την εναγόμενη, ως μετόχων της ως άνω, εταιρείας στα θέματα, που αφορούσαν στην ευόδωση του εταιρικού σκοπού αυτής και στην αποτελεσματική διοίκηση και διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων για την υλοποίηση των επιχειρηματικών στόχων της, καταρτίστηκε η από 24-4-2008 συμφωνία μετόχων. Με την τελευταία τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα, που αφορούν στην ένδικη υπόθεση, ήτοι : "... 7.9. Εφαρμοστέο δίκαιο - Λύση διαφορών Διαιτησία. Η παρούσα σύμβαση διέπεται από το Ελληνικό δίκαιο και ερμηνεύεται σύμφωνα με αυτό. Κάθε διαφορά, διένεξη ή διαφωνία σχετικά με την ερμηνεία ή την εφαρμογή της παρούσας συμβάσεως ή με την έκταση των εξ αυτής δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων θα επιλύεται με διαιτησία σύμφωνα με τις σχετικές περί διαιτησίας διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Για τη διεξαγωγή της διαιτησίας έκαστο μέρος διορίζει το διαιτητή του. Οι δύο διαιτητές ορίζουν με κοινή τους απόφαση τον Επιδιαιτητή... Η διαιτησία θα διεξαχθεί στην Αθήνα και γλώσσα της είναι η Ελληνική. Η διαιτητική απόφαση είναι οριστική και αμετάκλητη και δεν προσβάλλεται με οποιαδήποτε ένδικα μέσα. Η δαπάνη της διαιτησίας θα βαρύνει τον ηττώμενο διάδικο, θα επιδικάζεται δε από το Διαιτητικό Δικαστήριο, το οποίο δύναται και να την κατανείμει μεταξύ των διαδίκων ανάλογα με την έκβαση της δίκης... Ακολούθως, τόσο η ... όσο και η ΤΤ αφενός μεν κατήγγειλαν την ως άνω συμφωνία μετόχων, καταλογίζοντας η καθεμία στην αντισυμβαλλομένη τις παραβάσεις των συμβατικών υποχρεώσεών της, αφετέρου δε άσκησαν το δικαίωμα "put option" και "call option", αντίστοιχα για τη μεταβίβαση των μετοχών της ... στην ΤΤ... Στη συνέχεια η μεν εναγομένη απηύθυνε την από 5-6-2012 αγωγή διαιτησίας ενώπιον του προβλεπομένου από τη συμφωνία μετόχων διαιτητικού δικαστηρίου..., η δε ΤΤ ανταίτηση διαιτησίας..., επί των οποίων εκδόθηκε από 16-10-2013 διαιτητική απόφαση, που κατατέθηκε στο βιβλίο διαιτησιών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό 48/2013. Περαιτέρω, και αναφορικά με την εμπεριεχομένη στην από 24-4-2008 συμφωνία μετόχων σύμβαση διαιτησίας η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) ισχυρίζεται, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση από 29-1-2014 δεύτερης συμπληρωματικής αγωγής, ότι η επίδικη συμφωνία περί διαιτησίας είναι άκυρη, αφενός μεν, διότι ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της δικαιοπαρόχου της (ΤΤ), που την υπέγραψε, δεν είχε ειδική προς τούτο εξουσιοδότηση (άρθρο 65 παρ.2 του ΚΠολΔ), αφετέρου δε, διότι η συμφωνία δεν εγκρίθηκε από τη Γενική Συνέλευση. Σχετικά με το πρώτο σκέλος του, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον η παρ.2 του άρθρου 65 του ΚΠολΔ; που απαιτεί ειδική εξουσιοδότηση για την κατάρτιση συμφωνίας περί διαιτησίας, δεν εφαρμόζεται όταν η συμφωνία αυτή γίνεται απευθείας από το ίδιο το όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, που ο τότε Πρόεδρος του ΔΣ της εταιρείας "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος ΑΤΕ", Ά. Φ., υπέγραψε την επίδικη συμφωνία μετόχων, ως όργανο εκπροσωπήσεως της εν λόγω εταιρείας, κατ' άρθρο 11 παρ. 2 του εμπεριεχόμενου στον Ν. 3082/2002 καταστατικού αυτής σε συνδυασμό και με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ίδια την ενάγουσα, σε απόσπασμα, απόφαση 108/21-3-2008 του ΔΣ της ΤΤ, με την οποία, σύμφωνα και με τους όρους του καταστατικού της, του είχε ανατεθεί η σχετική εξουσία. Ομοίως απορριπτέος, ως αβάσιμος, κρίνεται ο ίδιος λόγος και ως προς το δεύτερο σκέλος του, καθόσον ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ισχύς της συμφωνίας για την υπαγωγή της επίδικης διαφοράς σε διαιτησία τελούσε υπό την έγκριση της Γενικής Συνελεύσεως των μετόχων της T.T.". Υπό τις παραδοχές αυτές η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις αναφορικά με την προβαλλόμενη δια των παραπάνω λόγων αιτίαση περί ακυρότητας της ένδικης διαιτητικής συμφωνίας λόγω ελλείψεως της κατ' αρθρ. 65 παρ. 2 ΚΠολΔ απαιτουμένης ειδικής εξουσιοδοτήσεως προς τον ως άνω Α. Φ., δεχθείσα, ορθώς, με πλήρη, σαφή και χωρίς αντίφαση αιτιολογία τη μη εφαρμογή, στην ένδικη περίπτωση, της διατάξεως του άρθρου 65 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενόψει της αποδειχθείσας από την, ρητώς αναφερομένη στην προσβαλλομένη και από το όλο περιεχόμενο αυτής συναγόμενη ως ληφθείσα υπόψη υπ' αριθ. 108/21-3-2008 απόφαση του ΔΣ της εταιρείας ΤΤ, ενέργειας του ως άνω Α. Φ. όχι ως πληρεξουσίου ή εντολοδόχου αυτού, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, οπότε και μόνο θα ήταν απαραίτητη η ύπαρξη ειδικής προς αυτόν εξουσιοδοτήσεως, αλλά ως οργάνου εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της Τ.Τ στον οποίο το ΔΣ μεταβίβασε, ως Πρόεδρο αυτού, με την εν λόγω απόφασή του, ληφθείσα κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 11 παρ. 2 του κυρωθέντος με το ν.3082/02 και έχοντος ισχύ νόμου (ΑΠ 130/2015) καταστατικού της δικαιοπάροχου της αναιρεσείουσας (Τ.Τ) τη σχετική αρμοδιότητα (η αναφορά στη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης της διατάξεως του άρθρου 18 ν.2190/20, που είχε καταργηθεί με το άρθρο 25 ν.3604/2007, αντί αυτής του άρθρου 22 παρ.3 του ιδίου νόμου οφείλεται σε προφανή παραδρομή).
Συνεπώς, οι παραπάνω λόγοι της αίτησης αναίρεσης, κατά το σκέλος τους με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Αναφορικά όμως με την προβαλλόμενη δια των αυτών λόγων αιτίαση περί ακυρότητας της ένδικης περί διαιτησίας συμφωνίας λόγω μη πληρώσεως της αιρέσεως από την οποία είχε εξαρτηθεί η εγκυρότητα της και ειδικότερα λόγω μη εγκρίσεως αυτής από τη Γενική Συνέλευση των μέτοχων της απωτέρου δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας (Τ.Τ) η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 201 ΑΚ, καθόσον διέλαβε στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού ανεπαρκή (ελλιπή) αιτιολογία αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, δηλαδή της πληρώσεως ή μη της επικαλουμένης αναβλητικής αναιρέσεως. Ειδικότερα, δέχεται ότι "ουδόλως αποδείχθηκε ότι τελούσε υπό την ως άνω αίρεση η ισχύς της εμπεριεχόμενης στην από 24-4-2008 σύμβαση των μετόχων συμφωνίας (ρήτρας) για υπαγωγή της επίδικης διαφοράς σε διαιτησία" χωρίς όμως την οποιαδήποτε σχετική παραδοχή (αναφορά) πραγματικών περιστατικών (έστω και ενός) που, κατά τα εκτιθέμενα στη σχετική μείζονα σκέψη πρέπει επί ποινή άλλως θεμελιώσεως του από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, να υποστηρίζουν την κρίση αυτή, ιδίως ενόψει του αυτοτελούς χαρακτήρα της διαιτητικής συμφωνίας, έναντι της συμφωνίας των μετόχων. Μάλιστα η κρίση αυτή φαίνεται να αντιφάσκει προς την επιφύλαξη από την οποία με τη μορφή πράγματι αναβλητικής αίρεσης εξαρτήθηκε, κατ' αρχήν, η ισχύς της από 21-3-2008 απόφασης του ΔΣ της εταιρείας ΤΤ και κατ' επέκταση η ισχύς της συμφωνίας συμμετοχής της εταιρείας αυτής στην εταιρεία "...." και μετέπειτα "...", που εξουσιοδοτήθηκε, με την ως άνω απόφαση, να υπογράψει για λογαριασμό της εταιρείας ΤΤ ο Πρόεδρος του ΔΣ αυτής Ά. Φ. και πράγματι υπέγραψε στις 24-4-2008 με αντισυμβαλλομένη την αναιρεσείουσα. Ειδικότερα, το ΔΣ της παραπάνω εταιρείας κατά τη συνεδρίασή του της 21.3.2008, αποφάσισε, ομόφωνα, μεταξύ άλλων, τη συμμετοχή της εταιρείας στην εταιρεία "...." σε ποσοστό 50% επί του μετοχικού της κεφαλαίου με τίμημα 19,8 εκατομμύρια ευρώ, επισημαίνοντας ότι η απόφαση αυτή τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης της από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της, δηλαδή της εταιρείας ΤΤ, οπότε ανακύπτει θέμα ερμηνείας της αίρεσης αυτής, αν δηλαδή κατά τη βούληση των μελών του ΔΣ της εταιρείας ΤΤ αφορά εκτός από την ίδια την απόφαση του ΔΣ, τόσο την καθαυτό συμφωνία των μετόχων όσο και την περιεχόμενη σ' αυτή ιδιαίτερη συμφωνία (ρήτρα) διαιτησίας. Στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται η οποιαδήποτε αναφορά στην εν λόγω αίρεση, μολονότι γίνεται ρητή αναφορά στο πρακτικό της υπ' αριθ. 108/21.3.2008 συνεδρίασης του ΔΣ της εταιρείας ΤΤ, κατά την οποία συνεδρίαση λήφθηκε η ως άνω απόφαση που αποτυπώθηκε στο πρακτικό αυτό. Έτσι όμως η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του πρακτικού αυτού, παραλείποντας να αναγνώσει κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης μέρος αυτού, όπως ειδικότερα με το IV μέρος του δεύτερου πρόσθετου αναιρετικού λόγου αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρεσείουσα. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι οι αποδιδόμενες με τους παραπάνω αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις προτείνονται απαραδέκτως, κυρίως μεν επειδή η προβαλλόμενη προς θεμελίωση τους πλημμέλεια της ακυρότητας της ένδικης συμφωνίας έχει καλυφθεί (θεραπευθεί) με την ανεπιφύλακτη συμμετοχή της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας στη διαιτητική διαδικασία και της μη προβολής της εν λόγω ακυρότητας, επικουρικώς δε ως καταχρηστική ενόψει της κατά τα άνω ανεπιφύλακτης συμμετοχής της, κρίνεται απορριπτέος ως απαραδέκτως προτεινόμενος, δηλαδή χωρίς την άσκηση ιδίας (επικουρικής) αναιρέσεως από την αναιρεσίβλητη κατά την παρούσα αναιρετική διαδικασία, κατά την οποία ελέγχεται η νομική ορθότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο πλαίσιο όμως των προβαλλομένων από την αναιρεσείουσα λόγων αναιρέσεως, οι οποίοι και δεν αναφέρονται σε παραδοχή σχετική με τον ως άνω ισχυρισμό, οπότε ο ισχυρισμός αυτός θα ερευνηθεί, υπό την προϋπόθεση της νομότυπης και παραδεκτής προβολής του, κατά την μετ' αναίρεση συζήτηση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας.
Συνεπώς, κατά παραδοχή των δευτέρου και ογδόου προσθέτων αναιρετικών λόγων, κατά το μέρος που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 20 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (αρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) διατασσόμενης της επιστροφής του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (αρθρ. 495 παρ.4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσίβλητης (αρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5819/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από διαφορετικούς, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαΐου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2016.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ