472/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Οκτωβρίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:386/1999 προδικαστική, 6332/1998 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2543/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated472/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε περίπτωση υπαναχώρησης, η σύμβαση καταργείται αναδρομικώς και επέρχεται απόσβεση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων, οι δε παροχές των μερών αποδίδονται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου, η οποία επέρχεται κατ' άρθρο 341 § 1 του ΑΚ, και με την παρέλευση της δήλης ημέρας που συμφωνήθηκε, ο εργοδότης έχει τα δικαιώματα που προβλέπονται από το άρθρο 383 του ΑΚ.
Full text
Απόφαση 472 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 472/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Θεόδωρο Καμπέρη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ιωάννη Πετρίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Οκτωβρίου 1997 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:386/1999 προδικαστική, 6332/1998 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 2543/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 15 Ιανουαρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας δίκης προκύπτουν τ' ακόλουθα: 1) Με την από 15.10.1997 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι με το υπ' αριθ. ... διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Πάλλα, και με βάση το συνημμένο σ' αυτό τοπογραφικό διάγραμμά του (αναιρεσείοντος) περιήλθε στην αναιρεσίβλητη το υπ' αριθ. 4 οικόπεδο του διαγράμματος, εμβαδού 570 τ.μ., στη ..., το οποίο με βάση βεβαίωσή του επί του διαγράμματος, όπως και τα υπόλοιπα, ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο.
Ότι λόγω του σχήματός του (κάτι μεταξύ τριγώνου και τραπεζίου) για το οικόπεδο αυτό που έλαβε η αναιρεσίβλητη, υπήρξε ρητή πρόβλεψη στο διανεμητήριο για την έκδοση πράξης τροποποίησής για τον τετραγωνισμό του ή τον ορθογωνισμό του, με δαπάνες όλων των συνιδιοκτητών που συμμετείχαν στη διανομή, πλην των αποζημιώσεων των προσκυρωτέων οικοπεδικών τμημάτων από τα όμορα ακίνητα, που θα εχρησιμοποιούντο για τον τετραγωνισμό, Ότι στη συνέχεια με το υπ' αριθ. ...
προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού του ίδιου πάνω συμβολαιογράφου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, ο αναιρεσείων πολιτικός μηχανικός ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει στο πιο πάνω ιδιόκτητο οικόπεδο της αναιρεσίβλητης, όπως τελικά θα διαμορφωνόταν μετά τον τετραγωνισμό, άλλως τον ορθογωνισμό του, πολυόρωφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής και ειδικότερα μέσα σε προθεσμία (4) μηνών από την τακτοποίηση του οικοπέδου να μεριμνήσει και να λάβει την οικεία οικοδομική άδεια και μέσα σε προθεσμία (18) μηνών από την έκδοση της άδειας να αποπερατώσει την οικοδομή.
Ότι με τον όρο 24 του ίδιου εργολαβικού συμφωνήθηκε ότι η ισχύς του τελούσε υπό την αίρεση της τακτοποίησης του οικοπέδου για την τετραγωνοποίησή του, οι δαπάνες της οποίας, κατά τα προαναφερθέντα, με βάση το διανεμητήριο συμβόλαιο θα βάρυνε όλους τους συνιδιοκτήτες. Ότι η αναιρεσίβλητη δεν προώθησε, όπως είχε υποχρέωση ως ιδιοκτήτρια, την τακτοποίηση του οικοπέδου της για τον τετραγωνισμό του και για το λόγο αυτό υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων η υπ' αριθ. ...
συμπληρωματική πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου του υπ' αριθ. ... εργολαβικού προσυμφώνου, με την οποία ανέλαβε ο αναιρεσείων την υποχρέωση να καταβάλει εξ ιδίων τις χρηματικές αποζημιώσεις των οικοπεδικών τμημάτων που θα προσκυρωνόταν με την πράξη τακτοποίησης της αρμόδιας αρχής ή που θα αγοράζονταν σε περίπτωση εξώδικου διακανονισμού, με αντίστοιχη εκχώρηση προς τον αναιρεσείοντα των δικαιωμάτων της στα οικοπεδικά τμήματα του οικοπέδου της, που θα απέμεναν εκτός του ύστερα από τον τετραγωνισμό του διαστάσεων 21 επί 22,50 μέτρων.
Με την ίδια δε συμπληρωματική πράξη η αναιρεσίβλητη χορήγησε στον αναιρεσείοντα την ανέκκλητη ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί σε κάθε αναγκαία ενέργεια για τον τετραγωνισμό του οικοπέδου της στις οποίες περιλαμβανόταν και η προσκύρωση δύο οικοπεδικών τμημάτων συνιδιοκτησίας κληρονόμων ΑΑ και ΒΒ, αντίστοιχα.
Ότι μετά τον τετραγωνισμό του οικοπέδου της αναιρεσίβλητης θα απέμενε εκτός αυτού ένα τμήμα εμβαδού 174,50 τ.μ. στο οποίο η αναιρεσίβλητη εξεχώρησε τα δικαιώματά της στον αναιρεσείοντα ως αντάλλαγμα για την καταβολή από τον τελευταίο των αποζημιώσεων προσκύρωσης για τα όμορα ακίνητα. Ότι επειδή η διαδικασία έκδοσης από την αρμόδια Αρχή τελεσίδικης πράξης τακτοποίησης και καθορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης θα απαιτούσε μεγάλο χρονικό διάστημα προτίμησε την οδό του εξώδικου διακανονισμού με τους πιο πάνω συνιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων ΑΑ και ΒΒ.
Ότι ενώ συνέχιζε τις διαπραγματεύσεις αυτές, η αναιρεσίβλητη με την υπ' αριθ. ... πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίας Παρασκευοπούλου ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα που είχε δοθεί στον αναιρεσείοντα με την υπ' αριθ. ... συμπληρωματική πράξη για τον ορθογωνισμό του οικοπέδου της, στη συνέχεια δε με την από 8.12.1993 αίτησή της προς την Πολεοδομία ανακάλεσε την αίτηση που είχε καταθέσει ο αναιρεσείων στην Πολεοδομία, μετά όμως την κοινοποίηση σ' αυτόν της ανακλητικής πράξης, για τη σύνταξη Πράξης τακτοποίησης.
Ότι επακολούθησαν: α) η άσκηση εναντίον του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη της από 4.6.1992 αγωγής της για αναγνώριση της ακυρότητας του εργολαβικού και της συμπληρωματικής πράξης του ως αντιθέτων στα χρηστά ήθη και καταχρηστικών και μη νομίμων και της παύσης της πληρεξουσιότητας λόγω της ανάκλησης, β) η κατάθεση εναντίον του αναιρεσείοντος μήνυσης από την αναιρεσίβλητη για ψευδή δήλωση του άρθρου 5 του Ν.651/1977 και για απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και γ) η άσκηση εναντίον του αναιρεσείοντος της από 2.6.1993 αγωγής της ......
αναιρεσίβλητης για καταβολή αποζημίωσης 89.188.570 δρχ. Ότι στη συνέχεια η αναιρεσίβλητη με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικ. Εξαδάκτυλου μεταβίβασε στα δύο παιδιά της ΓΓ και ΔΔ κατ' ισομοιρίαν το πιο πάνω οικόπεδό της κατά ψιλή κυριότητα και παρακράτησε την επικαρπία, οι οποίοι με συμφωνία με τους ιδιοκτήτες όμορων οικοπέδων προχώρησαν σε διάσπαση του αρχικού οικοπέδου σε δύο τμήματα και τη συνένωσή τους με όμορα οικόπεδα, στα οποία ο αρχικά δεύτερος εναγόμενος ΕΕ ανήγειρε πολυώροφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής και περιήλθαν στα παιδιά της αναιρεσίβλητης οι οριζόντιες ιδιοκτησίες που αναφέρονται στην αγωγή.
Ότι με την πιο πάνω συμπεριφορά της η αναιρεσίβλητη κατάγγειλε την εργολαβική σύμβαση κατά το άρθρο 700 Α.Κ. και κατέστη δε αδύνατη την εκπλήρωση των αντίστοιχων συμβατικών υποχρεώσεών της, με αποτέλεσμα να του οφείλει ως αποζημίωση το ισάξιο της εργολαβικής του αμοιβής ποσό των 103.395.000 δρχ., πλέον του ποσού των 27.920.000 δρχ.
από την απολεσθείσα αμοιβή της ανακληθείσας πληρεξουσιότητας. Η αγωγή αυτή, όπως περιορίστηκε στο αναγνωριστικό αίτημα για τα πιο πάνω ποσά, συζητήθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπου η αναιρεσίβλητη προέβαλε τις καταλυτικές ενστάσεις: α) της υπαναχώρησής της κατά το άρθρο 686 εδ. α' Α.Κ., της οποίας τα περιστατικά περιλάμβαναν ενιαία και της επίκλησης σπουδαίου λόγου για το δικαιολογημένο της ανάκλησης της εντολής και β) της καταχρηστικότητας της αγωγής κατά το άρθρο 281 Α.Κ.
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σαν μη νόμιμη ύστερα δε από άσκηση έφεσης εκ μέρους του αναιρεσείοντος εκδόθηκε: α) αρχικά η υπ' αριθ. 386/1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης που εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση ως προς την αναιρεσίβλητη μόνο και διέταξε αποδείξεις για την αγωγή και τις δύο καταλυτικές ενστάσεις της αναιρεσίβλητης και β) μετά τη διενέργεια των αποδείξεων η προσβαλλόμενηη υπ' αριθ. 2543/2006 απόφαση, η οποία δέχθηκε την πρώτη ένσταση από τη διάταξη του άρθρου 686 εδ.
α' του ΑΚ και τη συνακόλουθη ενιαίως προβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 725 παρ. 1 εδ. β' του ΑΚ που ισχύει αναλογικά και για τον εντολέα, ένσταση της ύπαρξης σπουδαίου λόγου για το δικαιολογημένο της ανάκλησης της εντολής, και απέρριψε την αγωγή, με βάση τις ακόλουθες παραδοχές ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση κατ' άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ των αποδείξεων:
Β). "Η εναγομένη, μαζί με άλλους δέκα τρεις (13) συγκυρίους, ήταν αποκλειστικοί κύριοι, νομείς και κάτοχοι εξ αδιαιρέτου, τρίων (3) οικοπέδων, έκτασης 2.904,04 τ.μ., 230,96 τ.μ. και 489 τ.μ. αντίστοιχα, που βρίσκονταν στη ... και επί των οδών ..., ... και ... . Μεταξύ των συγκυρίων στα παραπάνω οικοπεδικά τμήματα ήταν και η σύζυγος του ενάγοντος ΣΤ, κατά ποσοστό 120/420 εξ αδιαιρέτου, η δε εναγομένη κατά ποσοστό 60/420 εξ αδιαιρέτου.
Με το υπ' αριθμ. ... διανεμητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Πάλλα, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο ... και με αριθμό ... έγινε διανομή των ανωτέρω εδαφικών εκτάσεων και δημιουργήθηκαν οκτώ (8) οικόπεδα. Ο ενάγων, ο οποίος είναι Πολιτικός Μηχανικός, συνέταξε το από 10-1-1990 τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο είναι συνημμένο στο ανωτέρω διανεμητήριο συμβόλαιο και στο οποίο τα ανωτέρω οικόπεδα που προέκυψαν από τη διανομή, έλαβαν τους αριθμούς από 1 έως και 8.
Ο ενάγων δήλωσε στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, σύμφωνα με το Ν. 651/1977, ότι όλα τα οικόπεδα είναι άρτια και οικοδομήσιμα, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Η σύζυγος του ενάγοντος έλαβε τα υπ' αριθμ. 1 και 2 οικόπεδα, εμβαδού αντίστοιχα 326,25 τ.μ. και 488,25 τ.μ. εκ των οποίων το 1° είναι γωνιακό (βρίσκεται στη συμβολή των οδών ...
και ... ), η δε εναγομένη έλαβε το με αριθμό 4 εμβαδού 570 τ.μ., σχήματος ακανονίστου πολυγωνικού, όπως απεικονίζεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο είχε πρόσοψη επί της οδού ... 10,32 τρέχοντα μέτρα και έφθανε μέχρι την οδό ... με πρόσοψη 0,70 τρέχοντα μέτρα. Στο ανωτέρω διανεμητήριο συμβόλαιο ορίζεται ότι οι δαπάνες για την τακτοποίηση του οικοπέδου αυτού, για την "τετραγωνοποίησή του" (αδόκιμος τεχνικά όρος) βαρύνουν όλους τους συνιδιοκτήτες του διανεμομένου ακινήτου κατά την αναλογία εκάστου εξ αυτών, και ότι η δαπάνη δεν περιλαμβάνει την αποζημίωση των προσκυρουμένων τμημάτων, διότι υπάρχει αντίστοιχη αποζημίωση αποκοπτομένου τμήματος του οικοπέδου αυτού.
Μετά τη διανομή η σύζυγος του ενάγοντος μεταβίβασε σε άλλο τρίτο εργολάβο τον ΖΖ τα δύο οικόπεδα, που έλαβε από την ανωτέρω διανομή και δεν ανήγειρε σ' αυτά οικοδομές ο ενάγων, ο οποίος ασχολείται με την ανέγερση οικοδομών. Το οικόπεδο που έλαβε από τη διανομή η εναγομένη ήταν μεν άρτια αλλά δεν (ήταν οικοδομήσιμο), διότι υπήρχαν όμορα οικόπεδα αυτού, μη άρτια και μη οικοδομήσιμα.
Για να καταστεί αυτό οικοδομήσιμο έπρεπε προηγουμένως να γίνει πράξη τακτοποιήσεως, να προσκυρωθούν τα όμορα τμήματα οικοπέδων προς το επίδικο ή έπρεπε να γίνει συννένωση όλων των ομόρων οικοπέδων. Όλα τα ανωτέρω τα γνώριζε) ο ενάγων και εντούτοις στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα δηλώνει, ότι το επίδικο οικόπεδο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο.
Μέσα τα 570 τ.μ. που έλαβε η εναγομένη περιλαμβάνετο και τμήμα εμβαδού 92,98 τ.μ., το οποίο ήταν διαφιλονικούμενο από τους κληρονόμους ΑΑ, όπως αναφέρει ο ενάγων στην κρινόμενη αγωγή του. Πρέπει να λεχθεί ότι τα άλλα επτά (7) οικόπεδα που προέκυψαν από τη διανομή, ήταν άρτια και οικοδομήσιμα και σε όλα ανηγέρθηκαν πολυώροφες οικοδομές.
Στη συνέχεια με το υπ' αριθμ. ... "προσύμφωνο μεταβιβάσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου μετά δικαιώματος συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και εργολαβίας" του ιδίου ανωτέρω Συμβολαιογράφου (Μιχαήλ Πάλλα) που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων ανέλαβε την ανέγερση με αντιπαροχή πολυώροφης οικοδομής στο παραπάνω οικόπεδο και σύμφωνα με τους όρους αυτού η εναγομένη, θα έπαιρνε ως αντιπαροχή τρία (3) διαμερίσματα, ήτοι ένα στον 1° όροφο.
Εμβαδού 89 τ.μ. και δύο (2) στον 2° όροφο, εμβαδού 91 τ.μ. και 89 τ.μ. αντίστοιχα. Στο ανωτέρω εργολαβικό τίθεται ο όρος ότι, ο ενάγων - εργολάβος εντός προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από της τακτοποιήσεως του οικοπέδου θα μεριμνήσει να λάβει τη σχετική άδεια ανέγερσης της δεν λόγω οικοδομής και εντός δέκα οκτώ (18) μηνών από της εκδόσεως της άδειας να αποπερατώσει πλήρως τις οικοδομικές εργασίες.
Επίσης με τον όρο 24 του ανωτέρω προσυμφώνου ορίσθηκε ότι η παρούσα (σύμβαση) τελεί υπό την αίρεση της τακτοποιήσεως του οικοπέδου για την "τετραγωνοποίηση" αυτού, η οποία βαρύνει όλους τους συνιδιοκτήτες των διανεμομένων ακινήτων, όπως αναφέρεται στο με αριθμό ... διανεμητήριο συμβόλαιο κατά την αναλογία εκάστου εξ αυτών, διευκρινιζομένου ότι, η δαπάνη δεν περιλαμβάνει την αποζημίωση των προσκυρουμένων τμημάτων, διότι υπάρχει αντίστοιχη αποζημίωση αποκοπτομένου τμήματος του οικοπέδου αυτού.
Στο ανωτέρω εργολαβικό δεν είχε ορισθεί ρητά ποιος από τους διαδίκους θα αναλάμβανε την ευθύνη για την τακτοποίηση του οικοπέδου. Η τακτοποίηση αυτή θα γινόταν με την προσκύρωση στο οικόπεδο της εναγομένης, δύο (2) τμημάτων ομόρων ιδιοκτησιών, ήτοι της ΒΒ εμβαδού περίπου 46 τ.μ. και των κληρονόμων ΑΑ και μετέπειτα ιδιοκτησία ΗΗ-ΘΘ, εμβαδού περίπου 33 τ.
μ. και η διαδικασία της τακτοποίησης θα γινόταν, είτε δια της διοικητικής οδού, με την υποβολή αίτησης προς το Πολεοδομικό Γραφείο ..., είτε με εξώδικη τακτοποίηση (ανταλλαγή - συννένωση). Πρέπει να λεχθεί ότι ο ενάγων από το χρόνο της διανομής, γνώριζε ότι για το οικόπεδο της εναγομένης, ήταν απαραίτητη η προσκύρωση των ομόρων οικοπέδων της, όπως κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως και ο μαρτυράς του ΚΚ, πολιτικός- υπομηχανικός και συνεργάτης του ενάγοντος "Πιστεύω ότι όλοι γνώριζαν από το 1986 ότι στο υπ' αριθμ. 4 οικόπεδο που αργότερα έλαβε η ΔΔ, ήταν αναγκαίες οι προσκυρώσεις.
Πιστεύω ότι ο Χ σαν Πολιτικός Μηχανικός το γνώριζε" (βλ. υπ' αριθμ. 42128/2001 εισηγητική έκθεση). Όταν συντάσσεται ένα εργολαβικό προσύμφωνο, πρέπει σ' αυτό να αναφέρεται, εφόσον το οικόπεδο δεν οικοδομείται και δεν εκδίδεται άδεια οικοδομήσεως αυτού, πως θα προκύπτει το νέο οικόπεδο με την πράξη τακτοποίησης ή με τη συνένωση των οικοπέδων και με βάση αυτό γίνονται τα προσχέδια και η πρόταση προς τον οικοπεδούχο τι αντιπαροχή θα πάρει.
Το ανωτέρω όμως εργολαβικό δεν διαλαμβάνει τίποτε από τα παραπάνω αναφερόμενα. Αντίθετα αυτό αναφέρει τον αδόκιμο τεχνικά όρο "τετραγωνοποίηση του οικοπέδου". Πρέπει να λεχθεί, ότι συνηθίζεται στις συναλλαγές ο εργολάβος, ο οποίος είναι και Πολιτικός Μηχανικός, που αναλαμβάνει την ανέγερση της οικοδομής, να φροντίζει και για την τακτοποίηση αυτού, σε περίπτωση που αυτό παρουσιάζει κάποιο πρόβλημα, γιατί δεν είναι από ηθικής πλευράς σωστό να ανατίθεται σε άλλο μηχανικό η τακτοποίηση του οικοπέδου και σε άλλον η ανέγερση της οικοδομής, επομένως ο ενάγων ώφειλε να ενεργήσει για την τακτοποίηση του ένδικου οικοπέδου.
Στη συνέχεια όμως, με την υπ' αριθμ. ... συμπληρωματική πράξη του υπ' αριθμ. ... του προσυμφώνου εργολαβικού συμβολαίου, του ιδίου ανωτέρω Συμβολαιογράφου, που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων, η εναγομένη δίνει στον ενάγοντα ρητή εντολή και πληρεξουσιότητα, να προβεί ο τελευταίος, για λογαριασμό της σε κάθε ενέργεια διοικητική, δικαστική ή εξώδικη, μεταβίβαση, ανταλλαγή, συνένωση κ.λ.π., που θα απέβλεπε πάντοτε στην τακτοποίηση του επίδικου οικοπέδου, βάσει της εκδοθησομένης πράξεως τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως του Πολεοδομικού Γραφείου ...
ή του εξωδίκου διακανονισμού μετά των ιδιοκτητών των γειτονικών οικοπεδικών τμημάτων, να υπογράφει τα σχετικά συμβόλαια αγοράς των πρσκυρουμένων τμημάτων οικοπέδων στο οικόπεδό της (εναγομένης) προς οιονδήποτε τρίτο και γενικά να προβαίνει σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες. Στην ανωτέρω συμπληρωματική πράξη αναφέρεται για πρώτη φορά, ότι για να καταστεί τούτο (επίσης οικόπεδο) άρτιο και οικοδομήσιμο, πρέπει να γίνει τακτοποίηση αυτού και ότι θα παραστεί ανάγκη, προσκυρώσεως σ' αυτό ξένων οικοπεδικών τμημάτων ή ανταλλαγή τοιούτων, με έκδοση της σχετικής πράξεως τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεων του Πολεοδομικού Γραφείου ...
ή δι' εξωδίκου διακανονισμού μετά των ιδιοκτητών των γειτονικών οικοπεδικών τμημάτων και για τα οποία οικοπεδικά τμήματα θα χρειαστεί να καταβληθούν χρηματικές αποζημιώσεις. Με την ανωτέρω συμπληρωματική πράξη την ευθύνη για την καταβολή των χρηματικών αποζημιώσεων αναλαμβάνει για λογαριασμό της εναγομένης ο ενάγων, ο οποίος ως αντάλλαγμα για την καταβολή των αποζημιώσεων αυτών και των σχετικών ενεργειών για την τακτοποίηση του οικοπέδου λαμβάνει τα οικοπεδικά τμήματα που βρίσκονται εκτός του τετραγωνισμένου οικοπέδου της εναγομένης, όπως θα προκύψει αυτό μετά την τακτοποίηση και θα έχει διαστάσεις 21 μέτρα Χ 22,50 μέτρα.
Μετά την τακτοποίηση του επίδικου οικοπέδου και εφ' όσον γινόταν η προσκύρωση σ' αυτό των εδαφικών τμημάτων της ΒΒ, εμβαδού περίπου 46 τ.μ. και των κληρονόμων ΑΑ και μετέπειτα ιδιοκτησία ΗΗ-ΘΘ, εμβαδού 33 τ.μ. περίπου, θα προέκυπτε ένα οικόπεδο εμβαδού 650 τ.μ. από το οποίο, η εναγομένη θα ελάμβανε ένα οικόπεδο 470 τ.μ.
επί του οποίου θα ανήγειρε την οικοδομή ο ενάγων και ένα άλλο οικόπεδο εμβαδού 180 τ.μ., το οποίο θα έπαιρνε ο ενάγων για τις ανωτέρω αναφερόμενες ενέργειές του. Επειδή όμως παρήρχετο ο καιρός και ο ενάγων δεν προέβαινε, όπως είχε υποχρέωση στις απαραίτητες ενέργειες για την έκδοση πράξεως τακτοποιήσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως, υποβάλλοντας σχετική αίτηση και τα απαραίτητα δικαιολογητικά προς το Πολεοδομικό Γραφείο ...
και φυσικά δεν προέβη σε έναρξη οικοδομικών εργασιών, δεδομένου του ότι, ούτε πινακίδα περί ανεγέρσεως της οικοδομής δεν είχε τοποθετήσει στο ακίνητο (βλ. καταθέσεις τόσο του μάρτυρα του ενάγοντος ΚΚ όσο και της μάρτυρος της εναγομένης ΔΔ ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή), η εναγομένη και ο σύζυγός της καθημερινά σχεδόν διαμαρτύρονταν στον ενάγοντα, ο τελευταίος όμως τους καθησύχαζε.
Πρέπει να λεχθεί, ότι η υποβολή της αίτησης για την σύνταξη πράξης τακτοποίησης είναι διαδικασία σχετικά απλή, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας του ενάγοντος πολιτικός υπομηχανικός ΚΚ "Η υποβολή αίτησης για την σύνταξη πράξης τακτοποίησης είναι μία διαδικασία σχετικά απλή, χρειάζεται μία αίτηση και ένα συνοδεύον τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο κατά την κρίση μου θα μπορούσε ο κ.
Χ να το κάνει". Ενόψει αυτής της συμπεριφοράς του ενάγοντος η εναγομένη νόμιμα υπαναχώρησε από τη σύμβασή τους σύμφωνα με τα άρθρα 686 και 383 Α. Κ. και δεν κατήγγειλε αυτήν, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, στις 3-6-1992, με την κοινοποιηθείσα σ' αυτόν (αρ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητού ...) της υπ' αριθμ. ...
δηλώσεως της, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίας Παρασκευοπούλου - Γαλίτη, "περί ανακλήσεως του δοθέντος σ' αυτόν πληρεξουσίου, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πράξεως του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μιχαήλ Πάλλα" ανακαλώντας συγχρόνως και δικαιολογημένα την δοθείσα σ' αυτόν εντολή. Στη συνέχεια η ενάγουσα άσκησε εναντίον του ενάγοντος ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης α) την από 4-6-1992 (αρ.
καταθ. 2.803/16-6-1992) αγωγή της, με την οποία ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας του εργολαβικού συμβολαίου και της συμπληρωματικής του πράξεως και την αναγνώριση της παύσης της πληρεξουσιότητας που είχε ανακαλέσει και β) την από 2-6-1993 (αριθμ. καταθ. 21220/9-6-1993) αγωγή της με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί, ότι της οφείλει ως αποζημίωση το ποσό των 89.188.570 δραχμών.
Οι ανωτέρω αγωγές βρίσκονται στο στάδιο των αποδείξεων. Ο ενάγων στις 12-6-1992 κοινοποίησε στην εναγομένη (βλ. υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης της Δικαστικής Επιμελήτριας Θεσσαλονίκης ...) την από 8-6-1992 εξώδικη απάντησή του - πρόσκληση, όσον αφορά την ανάκληση του πληρεξουσίου - και στις 3-11-1992 (βλ. αριθμ. Πρωτ. ...) υπέβαλε αίτηση στη Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχίας ..., περί συντάξεως πράξεως τακτοποιήσεως, ως πληρεξούσιος και ως εργολάβος της εναγομένης.
Η εναγομένη όμως πληροφορηθείσα το ανωτέρω γεγονός και εφ' όσον είχε ανακαλέσει την πληρεξουσιότητα του ενάγοντος, υπέβαλε στην ανωτέρω Πολεοδομία την από 8-12-1993 αίτησή της (αριθμός πρωτ. ...) με την οποία γνωστοποιούσε στην ανωτέρω Υπηρεσία την ανάκληση της εντολής και της πληρεξουσιότητάς της προς τον ενάγοντα.
Στη συνέχεια η Πολεοδομία έθεσε την υπόθεση στο αρχείο (βλ. αριθμ. Πρωτ. ... της ανωτέρω Υπηρεσίας). Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι, επειδή η διαδικασία εκδόσεως τελεσίδικης πράξεως είναι χρονοβόρα, προτίμησε την οδό του εξώδικου κανονισμού για την τακτοποίηση του ένδικου οικοπέδου και ότι ήλθε σε επαφή με τους ιδιοκτήτες των ομόρων ποοσκυρουμένων εδαφικών τμημάτων και ειδικότερα αφ' ενός μεν με την πληρεξούσια των κληρονόμων ΑΑ, δικηγόρο Θεσσαλονίκης Στέλλα Τσιολάκη και αφ' ετέρου με το σύζυγο της ΒΒ, ΛΛ και ότι οι συζητήσεις κράτησαν μεγάλο διάστημα, επειδή οι κληρονόμοι ΑΑ ήταν πάνω από 25, ενώ ο ΛΛ κράτησε απέναντί του μία παρελκυστική στάση με διάφορες αναβλητικές υποσχέσεις.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός του ενάγοντος είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, αφού αυτός ώφειλε παράλληλα με την εξώδικη τακτοποίηση του οικοπέδου, να έχει υποβάλει και την σχετική αίτηση στην αρμόδια Πολεοδομία για την σύνταξη πράξης τακτοποίησης, ενόψει μάλιστα της αρνήσεως της ΒΒ να δεχθεί την συνένωση του τμήματος του οικοπέδου της, με την προβολή υπό του συζύγου της διαφόρων προσχημάτων, όπως επίσης και λόγω της δύσκολης επικοινωνίας που υπήρχε με τους κληρονόμους ΑΑ και στη συνέχεια ΗΗ-ΘΘ.
Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται, ότι η εναγομένη με την προαναφερθείσα δήλωσή της, που εκτιμάται κατ' αντικειμενική κρίση σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρα 2000 του Α.Κ.), σε συνδυασμό και με την εν γένει πιο πάνω συμπεριφορά του ενάγοντος που προηγήθηκε αφού αυτός επί 2 1/2 σχεδόν χρόνια από την υπογραφή του εργολαβικού και 14 μήνες από την υπογραφή της συμπληρωματικής πράξεως σε καμμία ενέργεια δεν προέβη, ότι αυτή (εναγομένη) εξέφρασε με αυτή τη βούληση της προς υπαναχώρηση από την επίδικη σύμβαση.
Η δήλωση αυτή περιέχει όλα τα κατά νόμον απαραίτητα στοιχεία της υπαναχώρησης που προδιαγράφονται από τις διατάξεις των άρθρων 389, 390, 397 και 686 του ΑΚ και με την υπαναχώρηση αυτής που ασκήθηκε νομότυπα σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, καταργήθηκε από την αρχή η επίδικη σύμβαση, η δε νομική σχέση μεταξύ των διαδίκων διαλύθηκε αυτοδικαίως και αναδρομικά και επήλθε απόσβεση όλων των αμοιβαίων υποχρεώσεών τους προς παροχή και αντιπαροχή που πηγάζουν από αυτή (βλ.
Εφ. Πειρ. 9/2004 δημοσιευμένη ΝΟΜΟΣ). Αφού επομένως η επίδικη σύμβαση λύθηκε με υπαναχώρηση και όχι με καταγγελία της εναγομένης εργοδότριας, ο ενάγων εργολάβος δεν δικαιούται να λάβει την συμφωνημένη εργολαβική αμοιβή του, αλλά ούτε και το χρηματικό ποσό λόγω της ανακλήσεως της εντολής, αφού αυτή (ανάκληση) όπως προαναφέρθηκε δεν είναι αδικαιολόγητη και επομένως δεκτής καθισταμένης ως ουσιαστικά βασίμου της σχετικής ενστάσεως της εναγομένης, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η κρινόμενη αγωγή".
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 Ελλ.Δ. 47.728, Ολ.ΑΠ 4/2005 ΕλλΔ 46.382).
Για την ευδοκίμηση του λόγου αυτού αναίρεσης, και εφ' όσον αφορά την κατ' ουσία απόρριψη αγωγής του αναιρεσείοντος από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, είναι ανάγκη οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (που εκτίθενται και στο αναιρετήριο) να οδήγησαν μέσω της εσφαλμένης εφαρμογής της συγκεκριμένης διάταξης, στο απορριπτικό διατακτικό του αγωγικού αιτήματος, ενώ οι λόγοι που πλήττουν αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που δεν στηρίζει το διατακτικό της απορρίπτονται ως αλυσιτελείς (Παπαδόπουλος:
Η Αναιρετική διαδικασία παρ. 39 και 470 σελ. 119 και 730). Εξ άλλου οι Γενικές Αρχές του δικαίου δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και η παράβασή τους δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, ούτε η παράβαση νομικών αξιωμάτων που έγιναν δεκτά από τη νομολογία ή από την επιστήμη (Παπαδόπουλος: Η Αναιρετική διαδικασία παρ. 51 και 62 σελ. 135).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπάρχει δε υπέρβαση εκτός άλλων και όταν το πολιτικό δικαστήριο αποφασίζει για ζήτημα "αμφισβητούμενο διοικητικώς", που είχε υπαχθεί μόνο στην ελεύθερη ενέργεια ή διακριτική ευχέρεια της διοίκησης.
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του Γ.Ο.Κ. 1985 (Ν.1577/1985) "Δεν επιτρέπεται η δόμηση ακόμη και σε οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, έστω και κατά το άρθρο 25 του Ν.1337/1983, αν για οποιοδήποτε λόγο απαιτείται τακτοποίηση των γειτονικών του οικοπέδων και κατά την κρίση της πολεοδομικής υπηρεσίας η δόμηση θα παρεμποδίσει ή θα δυσχεράνει με οποιοδήποτε τρόπο την τακτοποίηση.
Τέλος, τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (ΚΠολΔ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1) (Ολ.ΑΠ 8/2005 Ελλ.Δ/νη σελ. 694 και ιδιαίτερα σελ. 701).
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ. α' και β' (εσφαλμένα στο αναιρετήριο αναφέρεται ο αριθμός 2) και 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για ευθεία παραβίαση μέσω εσφαλμένης εφαρμογής: α) της διάταξης του άρθρ. 24 παρ. 2 του Γ.Ο.Κ./1985 (Ν. 1577/1985) και β) γενικής αρχής και γ) διδάγματος της κοινής πείρας.
Ειδικότερα, με το λόγο αυτό αναίρεσης και κατά τα τέσσερα μέρη του ο αναιρεσείων, από τις πιο πάνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης επικαλείται τις ακόλουθες για τη θεμελίωση του λόγου: "Το οικόπεδο που έλαβε από τη διανομή η εναγομένη ήταν μεν άρτιο αλλά δεν ήταν οικοδομήσιμο, διότι υπήρχαν όμορα οικόπεδα αυτού, μη άρτια και μη οικοδομήσιμα.
Για να καταστεί αυτό οικοδομήσιμο έπρεπε προηγουμένως να γίνει πράξη τακτοποίησης και να προσκυρωθούν τα όμορα τμήματα οικοπέδων προς το επίδικο ή έπρεπε να γίνει συνένωση όλων των ομόρων οικοπέδων. Όλα τα ανωτέρω τα γνώριζε ο ενάγων και εν τούτοις στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα δηλώνει ότι το επίδικο οικόπεδο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο".
Επίσης επικαλείται ο αναιρεσείων και το γεγονός ότι η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία απαντώντας εγγράφως σ' αυτόν εξέφρασε τη δεσμευτική κρίση ότι το οικόπεδο της αναιρεσίβλητης μπορούσε κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 24 του Γ.Ο.Κ. 1985 να οικοδομηθεί πριν από τη σύνταξη της σχετικής πράξης τακτοποίησης και ότι οι παραδοχές της προσβαλλόμενης: "α) ότι το οικόπεδο της αναιρεσίβλητης δεν ήταν οικοδομήσιμο, πριν την τακτοποίησή του και β) ότι ο αναιρεσείων βεβαίωσε την οικοδομησιμότητά του στο διάγραμμα που συνοδεύει το διανεμητήριο του έτους 1990, εν γνώσει του ότι δεν ήταν οικοδομήσιμο", παραβιάζει: 1) την πιο πάνω διάταξη, 2) τη γενική αρχή για συμμόρφωσή του ως επαγγελματία μηχανικού στις θέσεις της αρμόδιας υπηρεσίας, 3) τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι δεν ενήργησε παράνομα, εφόσον συμμορφώθηκε στο πιο πάνω έγγραφο της Πολεοδομίας και 4) τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Όπως, όμως, προαναφέρθηκε στην πρώτη σκέψη τη παρούσας με στοιχ.(Ι), με την αγωγή του αναιρεσείοντος ζητήθηκε η παροχή σ' αυτόν έννομης προστασίας αποζημιωτικού χαρακτήρα για τις προσβληθείσες από την αναιρεσίβλητη αξιώσεις του από το εργολαβικό και τη μεταγενέστερη πληρεξουσιότητα εντολή, που είχαν όμως σχέση αποκλειστικά με την οικοδόμηση του οικοπέδου της αναιρεσίβλητης, όπως θα διαμορφωνόταν μετά την τακτοποίησή του (διοικητική ή συμβιβαστική), που είχε τεθεί κατά την αγωγή και το αναιρετήριο, αλλά και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, ...
ως αίρεση της ισχύος του εργολαβικού. Εξ άλλου, η αγωγή του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε με την ουσιαστική παραδοχή της καταλυτικής ένστασης της αναιρεσίβλητης για νόμιμη υπαναχώρησή της από τη διάταξη του άρθρου 686 εδ. α' του Α.Κ. και της συναφούς προς αυτήν ένστασης της δικαιολογημένης ανάκλησης της εντολής πληρεξουσιότητας.
Επομένως, οι μεμφόμενες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και κατά τα τέσσερα μέρη του πιο πάνω παραδοχές (αιτιολογίες) της προσβαλλόμενης δεν αποτελούν προδικαστικά ή παρεμπίπτοντα ζητήματα του απορριπτικού της αγωγής του αναιρεσείοντος διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε αποτέλεσαν αντικείμενο της απόδειξης για τις πιο πάνω παραδοχές και ο λόγος αυτός κατά το πρώτο, τρίτο και τέταρτο μέρη του, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, ενώ κατά το δεύτερο μέρος του, που αφορά παραβίαση γενικής αρχής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Α.Κ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005 Ελλ.Δ/νη 2007 σελ. 126). Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πρώτο μέρος του και τον τέταρτο λόγο κατά το τελευταίο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.
γ' του ΚΠολΔ (κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου παρά τη μη επίκληση ειδικά της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ) ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: α) το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο της Πολεοδομίας ... για την οικοδομησιμότητα του οικοπέδου της αναιρεσίβλητης πριν από την τακτοποίησή του, β) το υπ' αριθ. 407/1994 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης για την απαλλαγή του από τις πράξεις της απάτης και της ψευδούς δήλωσης, γ) το υπ' αριθ. ...
έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας ..., η οποία σε σχετική αίτηση των ΗΗ-ΘΘ ιδιοκτητών όμορων ακινήτων απάντησε ότι δεν μπορεί να συνταχθεί πράξη τακτοποίησης με βάση το Διάταγμα ρυμοτομίας του 1936, και πρέπει οι όμοροι ιδιοκτήτες να έλθουν σε ιδιωτικές συμφωνίες, δ) το συμβόλαιο διανομής, ε) το εργολαβικό προσύμφωνο και τη συνημμένη σ' αυτό κάτοψη της οικοπεδικής αντιπαροχής, στ) τη συμπληρωματική πράξη και ζ) τα συμβόλαια που καταρτίσθηκαν από την αναιρεσίβλητη, τα παιδιά της και τους ΗΗ-ΘΘ, και τον ΕΕ (εργολαβικό), η) την από 4.5.1992 αγωγή της αναιρεσίβλητης, θ) τις από 21.8.1995 προτάσεις της αναιρεσίβλητης κατά τη συζήτηση αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεστεί και προσκομίσει με τις προτάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ιδιαίτερα δε τα δύο τελευταία για την εκτίμηση της δήλωσης της αναιρεσίβλητης για υπαναχώρηση.
Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία απορρίφθηκαν ρητά οι αγωγικοί ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος και έγιναν δεκτοί οι ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης για νόμιμη υπαναχώρηση και δικαιολογημένη ανάκληση της εντολής της καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα, καίτοι μη ειδικά μνημονευόμενα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.
Εξ άλλου, η εις τον ίδιο λόγο και το ίδιο μέρος του αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, γιατί τα εκτιθέμενα στον αντίστοιχο αναιρετικό λόγο αφορούν μόνο τη μη λήψη αποδείξεων και όχι "πραγμάτων".
IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από της διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.
του ΚΠολΔ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή (Παπαδόπουλος: Η Αναιρετική διαδικασία παρ. 340 και 344 σελ. 547 και 578). Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.Α.Π. 1/1999 Ελλ.Δ/νη 1999 σελ.270).
Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος (Α.Π. 442/1993 Ελλ.Δ/νη 1995 σελ. 88-90).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολ.Δ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο με τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση και των άλλων αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτο (Α.Π. 413/1993 Ελλ.Δ/νη 1995 σελ. 326 - 327).
Τέλος δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου όταν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία του εγγράφου για τη συμπλήρωση κενού ή την άρση ασάφειας της δήλωσης βούλησης. Στην περίπτωση αυτή, υπάρχει ουσιαστική εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, και μόνο η παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρ. 173 και 200 του Α.Κ.) στηρίζει λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού κατά τη διαπίστωση του κενού το δικαστήριο προβαίνει στην ορθή αποτύπωση του διαγνωστικού περιεχομένου του εγγράφου (Παπαδόπουλος:
Η Αναιρετική διαδικασία παρ. 342 και 347 σελ. 576 και 585), το οποί στη συνέχεια ερμηνευτικά συμπληρώνει. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του και τις παραδοχές του που προαναφέρθηκαν, για να καταλήξει στην κρίση, ότι ο αναιρεσείων ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει για την τακτοποίηση του οικοπέδου της αναιρεσίβλητης μετά τη σύνταξη του εργολαβικού, αφού διαπίστωσε αντίστοιχο κενό στις ρυθμίσεις του εργολαβικού, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, αλλά και στη συναλλακτική πρακτική με την έννοια του διδάγματος της κοινής πείρας ότι ο πολιτικός μηχανικός, που αναλαμβάνει την ανέγερση οικοδομής, φροντίζει και για την τακτοποίηση του οικοπέδου.
Προβάλλει ειδικά δε με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος του ο αναιρεσείων ως προς το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο του εργολαβικού ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενό του με το να μεταθέσει την ευθύνη της τακτοποίησης ή τετραγωνισμού του οικοπέδου στον ίδιο, από την αναιρεσίβλητη ιδιοκτήτρια.
Υπ' αυτά, όμως τα δεδομένα, και καθ' όσον αφορά το πιο πάνω φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτησή του ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν υπήρχε το προαναφερόμενο κενό στο εργολαβικό συμβόλαιο μεταξύ των διαδίκων, ενώ με τον ίδιο λόγο αναίρεσης δεν προβάλλεται συγκεκριμένα άλλος λόγος αναίρεσης όπως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
για την ερμηνευτική συμπλήρωση του αντίστοιχου κενού. Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του λόγος αναίρεσης, είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι υπόχρεη για την τακτοποίηση και την τετραγωνοποίηση του οικοπέδου ήταν η αναιρεσίβλητη πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρ. 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ).
Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το τρίτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εργολαβικού μεταξύ των διαδίκων, με το να δεχθεί ότι το εργολαβικό και η συνημμένη κάτοψη της οικοπεδικής αντιπαροχής δεν αναφέρονται στο μελλοντικό οικόπεδο αλλά στο οικόπεδο όπως είχε κατά το χρόνο της σύνταξης του εργολαβικού.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχει η προαναφερθείσα παραδοχή, ενώ το Εφετείο ορθά ανέγνωσε το ίδιο εργολαβικό, με την παραδοχή του ότι δεν αναφερόταν στο εργολαβικό ο τρόπος που θα προέκυπτε το νέο οικόπεδο, δηλαδή με την πράξη τακτοποίησης ή με τη συνένωση με όμορα οικόπεδα.
Εξ άλλου, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το τρίτο επίσης μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της κατάθεσης του μάρτυρα του αναιρεσείοντος ΚΚ. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί αφορά παραμόρφωση μαρτυρικής κατάθεσης και όχι εγγράφου.
V. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.
ΑΠ 3/1997 Ελ. Δνη 1997 σελ. 539 και ιδίως 541 έως 542, ΑΠ 1933/2006 Ελ. Δνη 2007 σελ. 126). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997 Ελ. Δ/νη 1992 σελ. 72), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996 Ελ. Δ/νη 1996 σελ 1319). Με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το τέταρτο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι ύστερα πό έγγραφη απάντηση της Πολεοδομίας Θεσ/νίκης δεν ήταν δυνατή η σύνταξη πράξης τακτοποίησης του οικοπέδου της αναιρεσίβλητης, όπως αυτό προέκυπτε από το υπ' αριθ. ...
έγγραφό της, ώστε δεν ήταν υποχρεωμένος στην αδύνατη και ατελέσφορη πράξη της διοικητικής τακτοποίησης μέσω της Πολεοδομίας ... . Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι ο ανωτέρω "ισχυρισμός" δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, ούτε προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα ως αυτοτελής ισχυρισμός για πρώτη φορά με το κύριο σώμα των εγγράφων προτάσεών του που υπέβαλε κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την κατ' άρθ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ επισκόπησή του (βλ.
σελ. 58 την από 15-3-2005 προτάσεων), προβλήθηκε δε ως επιχείρημα συναγόμενο από τις αποδείξεις, για την άρση ανταποδεικτικά του βασικού καταλυτικού ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης ότι δηλαδή αδράνησε εκείνος να ενεργήσει για την τακτοποίηση του οικοπέδου της. Ανεξάρτητα όμως από αυτά (με επικουρική αιτιολογία) το Εφετείο, και εάν ακόμη τα πιο πάνω περιστατικά συγκροτούν αυτοτελή ισχυρισμό, τον απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμο, αφού δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς αυτά που συγκροτούν τον ισχυρισμό αυτό και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VI. Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (Κ.Πολ.Δ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Κ.Πολ.Δ 559 αριθ. 1) Ολ.
Α.Π. 8/2005 Ελ. Δ/νη 2005 σελ. 694 και ιδιαίτερα σελ. 701). Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. β' του Κ.Πολ.Δ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος θα πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το Δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 120/2004 Ελ.
Δ/νη 2004 σελ. 1352), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 β' του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ ότι το Εφετείο για να πληρώσει το κενό του εργολαβικού ως προς το ποιος ήταν υποχρεωμένος να κινήσει τη διαδικασία της τακτοποίησης του οικοπέδου της αναιρεσίβλητης, παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 200 του ΑΚ, με την υπαγωγή σ' αυτό του διδάγματος της κοινής πείρας ότι "ο εργολάβος όταν είναι και μηχανικός αναλαμβάνει την ευθύνη της τακτοποίησης" ενώ κάτι τέτοιο γίνεται πάντοτε στα πλαίσια ρητής συμφωνίας και εντολής.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί ο αναιρεσείων υπό το πρόσχημα της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 200 του ΑΚ) μέσω της χρησιμοποίησης του πιο πάνω διδάγματος της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων.
VII. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 173 και 200 του ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 Ελλ.Δ 47.728, Ολ. ΑΠ 4/2005 ΕλλΔ 46.382). Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.
Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κενή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.
ΑΠ 26/2004 Ελ. Δ/νη 2004 σελ. 1339). Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., οι οποίες εφαρμόζονται τόσο στις μονομερείς δικαιοπραξίες, όσο και στις συμβάσεις, αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά και αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.
Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες, στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνήθεις, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει κατά τις αρχές της καλής πίστης λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να προβαίνει σε ονομαστική μνεία των πιο πάνω διατάξεων (ΑΠ 1500/1985 ΝοΒ 34 σελ. 1405) και δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής άποψης (ΑΠ 329/2006 Ελ.
Δ/νη 2006 σελ. 783, ΑΠ 616/2005 Ελ. Δ/νη 2006 σελ. 1023). Δεν αποκλείεται δε στο Δικαστήριο, να λάβει υπόψη του και στοιχεία από τη μεταγενέστερη από την κατάρτιση της σύμβασης συμπεριφορά των μερών, ως ενδεικτικά του νοήματος που είχαν αποδώσει στη σύμβαση τα μέρη, τα οποία υποδηλώνεται και με τις σύμφωνες με αυτό ενέργειές τους (ΑΠ 337/2006 Ελ.
Δ/νη 2006 σελ. 783). Περαιτέρω κατά το άρθρο 686 του ΑΚ, αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ανεξάρτητα από το πταίσμα του εργολάβου, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου.
Σε περίπτωση υπαναχώρησης, η σύμβαση καταργείται αναδρομικώς και επέρχεται απόσβεση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων, οι δε παροχές των μερών αποδίδονται κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου, η οποία επέρχεται κατ' άρθρο 341 § 1 του ΑΚ, και με την παρέλευση της δήλης ημέρας που συμφωνήθηκε, ο εργοδότης έχει τα δικαιώματα που προβλέπονται από το άρθρο 383 του ΑΚ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 700 του ΑΚ, ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση, στην περίπτωση δε αυτή οφείλει να καταβάλλει στον εργολάβο τη συμφωνημένη αμοιβή. Ο εργοδότης, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή του εργολάβου περί καταβολής της αμοιβής, λόγω καταγγελίας κατ' άρθρο 700 του ΑΚ, μπορεί να ισχυρισθεί κατ' ένσταση ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά ότι υπαναχώρησε σύμφωνα με το άρθρο 686 εδ.
α' του ΑΚ, και κατά συνέπεια, ότι ο εργολάβος δεν έχει αξίωση για την πληρωμή της αμοιβής. Τέλος, η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη περί υπαναχώρησης κατά το εδ. α' του άρθρ. 686 ή καταγγελίας, μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή, η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συνάγεται υπαναχώρηση ή καταγγελία από τα γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 233/2006 Ελ.
Δ/νη 2007 σελ. 1112): Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρ. 686 εδ. α' του ΑΚ για την άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη για υπαναχώρηση από τη σύμβαση έργου δεν απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων της υπερημερίας του εργολάβου, ούτε η ύπαρξη υπαιτιότητος του εργολάβου στην καθυστέρηση, που μπορεί να οφείλεται και σε αντικειμενικές δυσχέρειες, ούτε η τήρηση των διατάξεων των άρθρων 383 επ.
του ΑΚ, γιατί πρόκειται για υπαναχώρηση που παρέχεται ευθέως από το νόμο, και σ' αυτήν, έχουν μόνο ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 396 του ΑΚ, έχει δε σαν αποτέλεσμα την κατάργηση αναδρομικά όλης της σύμβασης. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999 Ελλ Δ/νη 1999 σελ. 270). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983 ΕΕΝ 1984 σελ. 202). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993 Ελλ.
Δ/νη 1995 σελ. 326-327). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984 ΝοΒ 1985 σελ. 88). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997) Ελλ.
Δ/νη 1997 σελ. 1573). Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μορφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Παπαδόπουλος:
Η αναιρετική διαδικασία σελ. 544, 545, 547, 548, ΑΠ 465/1988 Ελλ.Δ/νη 1981 σελ. 78). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990 ΝοΒ 1991 σελ. 242).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με το να απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενη απόφασης όπως εκτίθεται στη σκέψη (Ι) της παρούσας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 681, 686 α' 725 παρ. 1 εδ. β' (αναλογικά εφαρμοζόμενη) 173, 200 και 389 έως 396 του ΑΚ, καθ' όσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ότι ο αναιρεσείων εργολάβος δεν άρχισε έγκαιρα την εκτέλεση του έργου και ότι η αναιρεσίβλητη υπαναχώρησε από τη σύμβαση και ανακάλεσε δικαιολογημένα την εντολή της προς τον αναιρεσείοντα, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της υπαναχώρησης και της δικαιολογημένης ανάκλησης της εντολής, και δικαιολογούν την παραδοχή της αντίστοιχης καταλυτικής ένστασης της αναιρεσίβλητης και την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος, για καταβολή αποζημιώσεως για απώλεια της αμοιβής του.
Εξ άλλου, αφού το Εφετείο διέγνωσε έμμεσα την ύπαρξη ασάφειας στη δήλωση αυτή βουλήσεως της αναιρεσίβλητης για υπαναχώρηση, δέχθηκε με προσφυγή στις διατάξεις των άρθρων 200 και 288 (και εκείνη του άρθρου 173 του Α.Κ. καίτοι μη ειδικά μνημονευόμενη), και μέσω αυτών στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ότι: "η δήλωση αυτή κατέτεινε στην άσκηση του παρεχομένου από τη διάταξη του άρθ. 686 εδ.
α' του ΑΚ δικαιώματος υπαναχώρησης, λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος εργολάβου, ο οποίος επί 2 1/2 σχεδόν χρόνια από την υπογραφή του εργολαβικού και 14 μήνες από την υπογραφή της συμπληρωματικής πράξης σε καμία ενέργεια δεν προέβη, και με τη δήλωσή της αυτή εξέφρασε τη βούληση της για υπαναχώρηση από την ένδικη σύμβαση, που καταργήθηκε αυτοδικαίως και αναδρομικά, με απόσβεση όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων".
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους 2ο, 3ο, και 4ο λόγους του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, αφού οι παραδοχές αυτές δεν είναι αντίθετες ούτε προς τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους 2ο και 4ο λόγους του αναιρετηρίου κατά το ένα μέρος τους, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξ άλλου οι ίδιοι λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της αδράνειας του αναιρεσείοντος, με την έννοια ότι δεν προέβη σε καμιά ενέργεια για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, και της δικαιολογημένα υπαναχώρησης της αναιρεσίβλητης και τααντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με την πραγματική συμπεριφορά του, που δεν εμφάνιζε αδράνεια, ούτε ενείχε καμιά παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων του και δεν ήταν αντίθετη στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τις ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-11-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2543/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει και για τις προτάσεις που κατέθεσε σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ