472/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated472/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): I). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιό από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Full text
Απόφαση 472 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 472/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Κατσαντώνη.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, και της Δ.Ο.Υ. Ναυπάκτου νομίμως εκπροσωπουμένης από τον Διευθυντή αυτής και κάτοικο ......, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του ....... Πάρεδρο Ν.Σ.Κ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/1999 του ίδιου Δικαστηρίου που παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου λόγο αρμοδιότητας, 104/2000 προδικαστική, 91/2001 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου και 110/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-9-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 27-11-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιό από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα ως προς μεν τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου, είτε προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από εκείνη την οποία έχει, για να είναι ο συγκεκριμένος λόγος ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός, δεν αρκεί να μνημονεύονται ή και να παρατίθενται οι διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, και μάλιστα ενάριθμα, καθώς και η νομική κρίση του δικαστηρίου για την έννοια αυτών, αλλά απαιτείται επί πλέον να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας και σε τι συνίσταται το σφάλμα της αποφάσεως περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του νόμου.
Ως προς δε τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός λόγος, πρέπει, εκτός της παραθέσεως των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζεται σε τί συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (ΑΠ 57/1990, Α.Π 32/1996 Ολ, Α.Π.1300/2007, Α.Π. 587/2007).
Διαφορετικά ο λόγος της αναιρέσεως, κατ' αμφότερες τις ανωτέρω περιπτώσεις, είναι αόριστος, η αοριστία δε αυτή δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος. (Α.Π.48/997). Κατά συνέπεια οι πρώτος, και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως, κατά το μέρος που προσάπτονται αντίστοιχα με αυτούς στο Εφετείο οι από τους αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλειες, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με πληρότητα, παρά μόνο αποσμασματικά και με επιλεκτικές αναφορές, τα πραγματικά περιστατικά που, κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος, δέχτηκε το δικαστήριο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί συνδρομής των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε, δεν εξειδικεύται το σφάλμα του Εφετείου, αλλά ούτε και αναφέρεται ποίες είναι οι αντιφατικές αιτιολογίες της αποφάσεως, επιπλέον δε, σχετικά με τον τέταρτο λόγο, δεν αναφέρεται ούτε η φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου.
II). Οι σωρευτικώς ασκούμενες, από τους αριθ. 11 και 20 αντιστοίχως του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αιτιάσεις που προβάλλονται με τους δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του και τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, για μη λήψη υπόψη και παραμόρφωση από το Εφετείο ως προς το ίδιο μέρος του του ιδίου εγγράφου, ήτοι της υπ' αριθμ. ....
έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της πολιτικού μηχανικού ......, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, αφού οι αναιρετικές αυτές αιτιάσεις, όταν αναφέρονται, όπως επί του προκειμένου, στο ίδιο έγγραφο και στο ίδιο περιεχόμενό του, αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως (Α.Π. 1046/1999). III). Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ` αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και οι ένορκες βεβαιώσεις που προσάγονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Δεν είναι πάντως αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τ` αποδεικτικά μέσα. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα για τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, χωρίς να είναι αναγκαία η χωριστή μνημόνευση της κάθε μιας από αυτές, πλην του ότι γι` αυτές τηρήθηκαν οι νόμιμες προϋποθέσεις.
Όσον αφορά τις ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν ληφθεί εξ αφορμής άλλης δίκης, πριν από την άσκηση της αγωγής και προσκομίζονται με επίκληση κατά τη συζήτηση της, δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ώστε να απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη.
Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό της ένορκης βεβαίωσης (Α.Π 338/2007). Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλεται η από τον αρ. 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) το με αριθμό ..... παραχωρητήριο του Υπουργείου Οικονομικών, β) τις με αριθμό .....και ....και ..... ένορκες βεβαιώσεις των σ/φων Ειρήνης Νικολάου και Νεκταρίας Κουτσοσπύρου, αντιστοίχως, και γ) την με αριθμό 953/1999 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Μεσσολογίου, ήτοι έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ο αναιρεσείων τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου, όσον και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και έτσι το Εφετείο κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος σχετικά με τον τρόπο κτήσεως της κυριότητάς του επί του επιδίκου.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, επί πλέον δε γίνεται ειδική μνεία των προσαχθεισών με επίκληση από τον αναιρεσείοντα, ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων.
Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως σχετικά με το ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του διάφορα σχεδιαγράμματα της επιδίκου εκτάσεως είναι προεχόντως απορριπτέος, λόγω της αοριστίας του, ως απαράδεκτος. Εξ' άλλου ο αυτός ως άνω λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν υποστηρίζεται ότι εάν το δικαστηρίου συνεκτιμούσε ορθώς τα έγγραφα αυτά με τις λοιπές αποδείξεις θα κατέληγε σε διαφορετικό αποτέλεσμα, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 11 περ.
γ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττει την ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.9.2006 αίτηση αναιρέσεως του αναιρεσείοντος για αναίρεση της 110/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ