Legislator Case Law & Legislation
472/2007 AI generated

472/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 472/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3504/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 4649/1997 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 629/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 7383/2002 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/7/2005 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

472/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το νομικό καθεστώς των άνω ΔΑ μετέβαλε η από 22.12.1988 ΕΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17853/1989 και προβλέπει την επέκταση από 1.7.1988 των διατάξεων του Ν. 1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1810/1988 και στους εργαζομένους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία, που είναι μέλη των σωματείων της ΠΟΕΔΗΝ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 472 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 472/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΛΑΪΚΟ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Καλούδη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/12/1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3504/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 4649/1997 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 629/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 7383/2002 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/7/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 17/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κ.λ.π. ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις με αριθμ. ΑΥΕ 16170/1981 και 14749/1981 αντίστοιχα, ορίζει στον όρο 28 αυτής ότι οι καθαριστές και καθαρίστριες λαμβάνουν το εκάστοτε ισχύον κατώτατον όριον ημερομισθίου (ημερομίσθιον ασφαλείας) του εργατοτεχνίτη - εργατοτεχνίτριας και για εξάωρη απασχόληση, ενώ με τους όρους 12 και 13 της νεότερης 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, περί των όρων αμοιβής και εργασίας του ίδιου ως άνω προσωπικού (ΑΥΕ 17663/1982), προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του προσωπικού αυτού δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μισθού ή ημερομισθίου της ΕΓΣΣΕ (1/1982 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών).

Το νομικό καθεστώς των άνω ΔΑ μετέβαλε η από 22.12.1988 ΕΣΣΕ, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΑΥΕ 17853/1989 και προβλέπει την επέκταση από 1.7.1988 των διατάξεων του Ν. 1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1810/1988 και στους εργαζομένους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία, που είναι μέλη των σωματείων της ΠΟΕΔΗΝ.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης κατά απόφασης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο, κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική. Στη προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής:

Η αναιρεσίβλητη, ιστορώντας με την ένδικη από 23.12.1994 αγωγή της, ότι απασχολήθηκε στο αναιρεσείον νοσοκομείο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως καθαρίστρια μέχρι 3.2.1994 και ότι το τελευταίο, για το διάστημα από 1.1.1989 έως 3.2.1994 της οφείλει για διαφορές αποδοχών, επιδομάτων κ.λ.π. και αμοιβών για εργασία κατά Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες, λόγω μη υπολογισμού αυτών με βάση τα εκάστοτε κατώτατα ημερομίσθια εργατοτεχνίτη που προβλέπουν οι ΕΓΣΣΕ και με εφαρμογή κατά τα λοιπά του νομικού καθεστώτος της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς, το συνολικό ποσό των 25.669.749 δρχ., ζήτησε με αυτή μετά τον παραδεκτό ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου περιορισμό του αιτήματός της σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να της καταβάλλει 49.000 δρχ.

και ν΄ αναγνωρισθεί ότι της οφείλει το υπόλοιπο από 25.620.749 δρχ.. Η αναιρεσίβλητη με προηγούμενη αγωγή της κατά του αναιρεσείοντος είχε ζητήσει διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1.1.1988 έως 29.2.1992, σύμφωνα με το προηγούμενο της ως άνω από 22.12.1988 ΕΣΣΕ μισθολογικό καθεστώς. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1591/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που την έκανε δεκτή και η οποία έγινε τελεσίδικη με την απόρριψη της εναντίον της έφεσης του αναιρεσείοντος με την 1733/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Επί της ένδικης αγωγής εκδόθηκε κατόπιν εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της απορριπτικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η 4649/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία μετ΄ εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την αγωγή. Η απόφαση αυτή κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσίβλητης αναιρέθηκε με την 629/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, μεταξύ άλλων και για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, ήτοι γιατί δεν δέχθηκε δεδικασμένο απορρέον από την παραπάνω με αριθμ. 1733/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτό ότι το μισθολογικό καθεστώς με το οποίο πρέπει να αμείβεται η ήδη αναιρεσίβλητη ρυθμίζεται και μετά την ισχύ της από 22.12.1988 ΕΣΣΕ από το δίκαιο που ίσχυε προ αυτής.

Ακολούθως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση η οποία δεχόμενη σε συμμόρφωση προς την αναιρετική, δεδικασμένο εκ της παραπάνω απόφασης ότι η αναιρεσίβλητη έπρεπε να αμείβεται και κατά το επίδικο διάστημα με βάση το νομικό καθεστώς της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς (πλην του ύψους του ημερομισθίου) έκαμε δεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης και μετ΄ εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δέχθηκε την ένδικη αγωγή και επεδίκασε στην αναιρεσίβλητη βάσει του άνω μισθολογικού καθεστώτος διαφορές αποδοχών για το διάστημα από 1.1.1992 έως 3.2.1994.

Ενόψει των ανωτέρω ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά τον οποίο κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 106, 321, 322, 33, και 331 ΚΠολΔ ενόψει της κρατούσας ήδη νομολογιακής άποψης (Ολ. ΑΠ 10/2000) δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι απορρέει δεδικασμένο από την παραπάνω απόφαση και για την ένδικη υπόθεση η οποία αναφέρεται σε διαφορές αποδοχών και προσθέτων αμοιβών της αναιρεσίβλητης για χρονικό διάστημα μεταγενέστερο του κριθέντος από την άνω απόφαση κατά το οποίο η εργασιακή σχέση της αναιρεσίβλητης δεν διέπεται πλέον από το προηγούμενο της από 22.12.1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, αλλά από την τελευταία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο ΄Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση τη πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Εξάλλου το δεδικασμένο που προκύπτει από τελεσίδικη απόφαση λαμβάνεται μεν υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο περί αυτού ισχυρισμός για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης πρέπει να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και να γίνεται περί τούτου ρητή μνεία στο αναιρετήριο (πρ.βλ.

Ολ. ΑΠ 1339/1985). Στη προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο (επικουρικό) λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια επίσης εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, επειδή δεν δέχθηκε ότι από την προαναφερόμενη με αριθμό 1733/1996 απόφαση του Εφετείου απέρρεε δεδικασμένο και για το ύψος του βασικού ημερομισθίου της αναιρεσίβλητης, ήτοι των 645 δραχμών, με βάση το οποίο είχε ζητήσει τις διαφορές αποδοχών που της επιδικάσθηκαν με τις άνω αποφάσεις.

Ο λόγος αυτός είναι κατά τ΄ ανωτέρω απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι προβλήθηκε στο Εφετείο τέτοιος ισχυρισμός περί δεδικασμένου από το αναιρεσείον.

Κατ' ακολουθίαν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 20.7.2005 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΛΑΪΚΟ" για αναίρεση της 7383/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ