Legislator Case Law & Legislation
472/2006 AI generated

472/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 472/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλακη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη-Εισηγητή και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

472/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αυτό άλλωστε επιβάλλεται και από την αρχή της προφορικότητας της επ’ ακροατηρίω κυρίας διαδικασίας, η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 331 του ΚΠΔ και η οποία όχι μόνον δεν περιστέλλεται με την προαναφερθείσα διάταξη, αλλά αντιθέτως ενισχύεται, αφού η καταχώρηση των δηλώσεων αυτών στα πρακτικά τελεί, εκτός των άλλων και υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης προφορικής ανάπτυξης τους.

Keywords

AI generated
disciplinary sanction of notary disciplinary action costs of detention criminal penalty extensive criminal record corruption offences
AI generated
1330/2006
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε ως κατ΄ουσίαν αβάσιμη η από 13-11-2003 αίτηση του αναιρεσείοντος για επανάληψη προς το συμφέρον του της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την υπ΄αριθμ. 7176/1997 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας, με την οποία έχει καταδικασθεί για μη έγκαιρη καταβολή εργοδοτικών και εργατικών εισφορών (άρθ. 1 παρ. 1, 2 ΑΝ 86/1967) σε συνολική ποινή φυλακίσεως 16 μηνών και χρηματική ποινή 700.000 δραχμών.
1641/2008
Αιτιολογημένα απέρριψε το δικάσαν δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως απαράδεκτη λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς του την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που του επιδόθηκε ως αγνώστου διαμονής, αφού μνημονεύεται σε αυτήν τόσο ο χρόνος της επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης και το αποδεικτικό από το οποίο προκύπτει αυτή, όσο και ο χρόνος ασκήσεως της ως άνω έφεσης. Αόριστος ο ισχυρισμός ότι ήταν γνωστής διαμονής. Ήταν άγνωστης, αφού αναζητήθηκε και δεν ανευρέθη στη διεύθυνση της τελευταίας γνωστής διαμονής στην Εισαγγελική Αρχή που παρήγγειλε την επίδοση κατοικίας του, ενώ δεν γνωστοποίησε στην Εισαγγελία τη νέα του κατοικία. Εφόσον δεν προβλήθηκε με την έφεση ότι η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης ως αγνώστου διαμονής ήταν άκυρη αλλά το πρώτον ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου, το τελευταία δε ήταν υποχρεωμένο να διαλάβει αιτιολογία για αυτό.
2116/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου-Εισηγήτρια και Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.
2095/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση, Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.
2065/2010
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή υπεύθυνη δήλωση - παράβαση άρθρ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 472 / 2006 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 472/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Χρύσανθο Παπούλια, Ευάγγελο Σταυρουλακη, Ηρακλή Κωνσταντινίδη-Εισηγητή και Μιχαήλ Δέτση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χρήστου Σιδέρη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Ε. Χ. του Θ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Μανιάτη, για αναίρεση της 5448/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγον το Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ)" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Καρανικόλα.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1774/2004.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠΔ η διαδικασία στο ακροατήριο γίνεται προφορικά. Για τη συζήτηση συντάσσονται πρακτικά και η απόφαση απαγγέλλεται προφορικά και διατυπώνεται εγγράφως σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 140-144. Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 141 παρ.1α ΚΠΔ, τα πρακτικά συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν με συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις προσθήκες ή διαφορές των καταθέσεων που γίνονται στο ακροατήριο σε σχέση με εκείνες που έγιναν στην ανάκριση, όπως επίσης τις απολογίες, τις δηλώσεις των κατηγορουμένων και την αστικώς υπευθύνων...

και γενικά κάθε αξιόλογο γεγονός κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Στην παρ.2 εδ. πρώτο του ίδιου άρθρου 141 ΚΠΔ ορίζεται ότι ο Εισαγγελέας και οι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ζητούν την καταχώρηση κάθε δήλωσης όσων εξετάζονται ... και να παραδίδουν γραπτώς σ’ αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση τις δηλώσεις τους που αναπτύχθηκαν προφορικά Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι διάδικοι δικαιούνται να εγχειρίσουν σ’ αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση εγγράφως τις δηλώσεις τους επομένως και τους ισχυρισμούς τους, πρέπει όμως να προβάλουν και να αναπτύξουν αυτούς και προφορικά κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεως τους, ώστε να γίνουν αντικείμενο έρευνας κατά τη συζήτηση.

Αυτό άλλωστε επιβάλλεται και από την αρχή της προφορικότητας της επ’ ακροατηρίω κυρίας διαδικασίας, η οποία καθιερώνεται από το άρθρο 331 του ΚΠΔ και η οποία όχι μόνον δεν περιστέλλεται με την προαναφερθείσα διάταξη, αλλά αντιθέτως ενισχύεται, αφού η καταχώρηση των δηλώσεων αυτών στα πρακτικά τελεί, εκτός των άλλων και υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης προφορικής ανάπτυξης τους.

‘ Ετσι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου ο ποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στον διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε, στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει ότι έγινε και προφορική ανάπτυξη του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελιώσεως του.

Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτόν (Ολ. ΑΠ 2/2005). Κατά δε την παρ.3 του ως άνω άρθρου 141 ορίζεται "Τα πρακτικά ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ’ αυτά σύμφωνα με το άρθρο 140 και με αυτό το άρθρο".

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η πλημμέλεια εκ του άρθρου 510 παρ.1 Β και Δ’ ΚΠΔ ήτοι της ελλείψεως ακροάσεως διότι το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί επί των δι’ εγγράφου νομίμως υποβληθεισών ενστάσεων, το οποίο μάλιστα δεν καταχωρήθηκε εις τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 333 παρ.2 σε συνδυασμό με 141 παρ.2 και 170 παρ.2 ΚΠΔ), και της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για την απόρριψη των ενστάσεων τούτων, ήτοι α) ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος βάσει του οποίου παραπέμφθηκε η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη στη δίκη εφ’ ης η προσβαλλομένη απόφαση, διότι δεν ανέγραψε τούτο (κλ.θέσπ) το άρθρο 98 ΠΚ που αποτελεί στοιχείο νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος του άρθρου 242 παρ.2, 1 ΠΚ και β) παραγραφής, αφού είχε παρέλθει πενταετία μέχρι της επιδόσεως στον υπ’ αυτής διορισθέντα αντίκλητον του κλητηρίου θεσπίσματος στις 20-5-2003 των υπ’ αριθμ. 3,5.6.10 και 11/1 και 10 πράξεων που περιέχονται σ’ αυτό.

‘ Όμως από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως έγγραφο που να περιέχει τις ως άνω ενστάσεις (ακυρότητα κλητηρίου θεσπίσματος και παραγραφή) δεν προκύπτει καταχωρημένο εις τα πρακτικά, τα οποία άλλωστε δεν προσβάλλονται ως πλαστά. Η ένσταση περί ακυρότητος του κλητηρίου θεσπίσματος που υπάρχει καταχωρημένη στα πρακτικά, απορρίφθηκε αιτιολογημένα από το Εφετείο με την 5448/04 παρεμπίπτουσα απόφασή του.

Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αυτός της αναιρέσεως.

ΙΙ. Επειδή με το άρθρο 242 παρ.1, 2. ΠΚ ορίζονται ότι 1. Υπάλληλος που στα καθήκοντα του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη δημοσίων εγγράφων αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο υπάλληλος ο οποίος με πρόθεση νοθεύει, καταστρέφει, βλάπτει ή υπεξάγει έγγραφο που του εμπιστεύθηκαν ή του είναι προσιτό λόγω της υπηρεσίας του".

Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 περ. Δ’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως όταν σ’ αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο, υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται σ’ αυτή δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "1) Οι πράξεις για τις οποίες κατηγορούνται η πρώτη κατηγορουμένη ως αυτουργός (και ο τέταρτος και πέμπτη κατηγορούμενοι Π.

Κ. και Α. Ζ. ως ηθικοί αυτουργοί) φέρονται κατά τα εις το διατακτικό της εκκαλουμένης να τελέστηκαν τον Ιούνιο του 1998. Όπως όμως προέκυψε από τη διεξαχθείσα διαδικασία και ειδικότερα από την ανάγνωση της από 21-9-2000 εκθέσεως ελέγχου της επιθεωρήσεως ΙΚΑ οι εις το διατακτικό αλλοιώσεις που αφορούν τα χορηγηθέντα βιβλία εργοδότη των κατηγορουμένων Π.

Κ. και Α. Ζ. έλαβαν χώρα στις 31-3-1998 η δε επίδοση σ’ αυτούς του κλητηρίου θεσπίσματος έγινε στις 16-5-2003, με βάση τα ταυτόχρονα αποδεικτικά επιδόσεως του επιμελητή της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών Α. Σ.. Επομένως παρήλθε πενταετία και πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τις πιο πάνω πράξεις 2)..., 3) η πρώτη κατηγορουμένη τέλεσε τις πράξεις που τις αποδίδονται και αναφέρονται στο διατακτικό και συγκεκριμένα από την πρώτη Ιουνίου 1998 έως την είκοσι Ιουνίου 2000 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ως υπάλληλος του υποκατ/τος ΙΚΑ Χαϊδαρίου νόθευσε με πρόθεση έγγραφο που της είχαν εμπιστευθεί στην υπηρεσία της δηλαδή βιβλία πρωτοκόλλου χορήγησης ειδικών βιβλίων εργοδότη νεοπροσλαμβανομένου προσωπικού το γενικό πρωτόκολλο και το αλφαβητικό ευρετήριο και αφορούσαν τις επιχειρήσεις που καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό, ώστε να εμφανίζονται στο ΙΚΑ οι ίδιοι εργοδότες ότι είχαν λάβει εμπρόθεσμα το ειδικό βιβλίο καταχώρησης νεοπροσλαμβανομένου προσωπικού και να μη τους επιβληθεί πρόστιμο για το λόγο ότι είχαν λάβει το ίδιο βιβλίο εκπρόθεσμα, η δε ζημία που προκλήθηκε στο ΙΚΑ είναι μικρότερη των 25.000.000 δραχμών και επομένως η πρώτη κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πιο πάνω πράξεις κατ’ εξακολούθηση".

Με βάση τις παραδοχές και σκέψεις αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη (πλην των όσων πράξεων κατά τα ως άνω που παραγράφησαν) για τις πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης-νόθευσης κατ’ εξακολούθηση και επέβαλε σ’ αυτήν την ποινή φυλάκισης των είκοσι (20) μηνών, την οποία ανέστειλε για τρία έτη.

Με αυτά που δέχτηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και τέλος και τις σκέψεις με βάση τις οποίες έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 242 παρ.2 ΠΚ.

Επομένως ο πρώτος, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ, λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίες, ως προς την ενοχή της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. ‘ Όμως ο ίδιος λόγος, ήτοι της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας ως προς την εν μέρει απόρριψη της υποβληθείσης ενστάσεως της παραγραφής την οποία, ανεξαρτήτως των προαναφερομένων, ηρεύνησε και απεφάνθη επ’ αυτής το Εφετείο, ως τούτο προκύπτει εκ του σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως βάσιμος κατά τα κατωτέρω.

Από τις διατάξεις των άρθρων 111 και 112 ΚΠΔ προκύπτει ότι το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή η οποία προκειμένου για πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. ‘ Αλλωστε η παραγραφή ως θεσμός δημοσίου δικαίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη απόφαση η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για την τέλεση κατ’ εξακολούθηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης-νόθευσης εγγράφων που της είχαν εμπιστευθεί ή ήταν προσιτά σ’ αυτή, λόγω της υπηρεσίας της, ούσης υπαλλήλου του υπ/τος ΙΚΑ Χαϊδαρίου και κατά τα χρονικά σημεία 31-3-98 και 7-4-98 κατά τα οποία φέρεται ότι χορήγησε τα με αριθμό ...

ειδικά βιβλία στους Α. Κ. και ... αντιστοίχως κατά τα κατωτέρω και στο διατακτικό και το κλητήριο θέσπισμα επιδόθηκε στην ίδια την 16-5-2003 (και ως εκ περισσού στον αντίκλητο της δικηγόρο στις 20-5-2003) δηλαδή μετά τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής των ως άνω πράξεων (πενταετίας). Επομένως το Εφετείο που δεν ερεύνησε αυτεπαγγέλτως τη συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής και για τις ως άνω πράξεις και κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα και γι’ αυτές, μάλιστα δε χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, υπέπεσε στην πλημμέλεια της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας, η οποία εφόσον είναι παραδεκτή η αίτηση αναιρέσεως και εμφανίσθηκε η αναιρεσείουσα, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από τον ‘ Αρειο Πάγο καίτοι δεν προτάθηκε με λόγο αναιρέσεως (άρθρα 511 σε συν.ως 510 παρ.1 Η ΚΠΔ) και αυτής της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατά τους βάσιμους εν μέρει, δεύτερο λόγο υπό β’ , και πρώτο λόγο αναιρέσεως.

Οι αιτιάσεις όμως της αναιρεσείουσας κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως για τις λοιπές αξιόποινες πράξεις υπ’ αριθμ 3, 5, 6 και 10 του διατακτικού αυτής, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι παρήλθε πενταετία από την τέλεση αυτών (αφού αυτές τελειώθηκαν δια παραποιήσεως στις 2-7-98, 14-6-99 και 14-12-98, σημειουμένου ότι η υπ’ αριθμ. 5 ως αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση έχει διαγραφεί) μέχρι της επιδόσεως κατά τα ως άνω του κλητηρίου θεσπίσματος στην αναιρεσείουσα.

Μετά ταύτα πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος που κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για τις ως άνω πράξεις που φέρονται ότι τελέσθηκαν στις 31-3-98 και 7-4-98, να παύσει οριστικώς λόγω παραγραφής η ασκηθείσα ποινική δίωξη γι’ αυτές κατά τα εις το διατακτικό, ως και για τη διάταξη της περί της ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς τη τελευταία για νέα επιμέτρηση της στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 5448/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών .

Παύει οριστικά την ασκηθείσα ποινική δίωξη κατά της Ε. Χ. του Θ. για τις μερικότερες πράξεις της χορήγησης ειδικού βιβλίου στις επιχειρήσεις 1) Α. Κ. με αριθμό πρωτοκόλλου …/31-3-98 και 2) ... με αριθ.πρωτ....7-4-98 αφού χρησιμοποίησε αριθμούς πρωτοκόλλου που ήδη είχαν δοθεί σε άλλους εργοδότες, τους ποίους έσβησε με μπλάνκο τόσο έντονα που ήταν αδύνατο να εξακριβωθούν τα στοιχεία τους.

Απορρίπτει την από 17 Σεπτεμβρίου 2004 αίτηση της ανωτέρω Ε. Χ. του Θ. για αναίρεση της 5448/2004 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα λοιπά.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα επιμέτρηση της ποινής που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα με την ανωτέρω 5448/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιανουαρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ