Supreme Court dismisses appeal on engineering contract termination, ruling the court of first instance correctly interpreted the termination declaration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by an engineering firm against the Second Instance Court's decision regarding a contract termination. The firm argued the lower court erred in interpreting a 2013 declaration as a termination rather than a withdrawal, citing gaps in the declaration's content. The court rejected this claim, finding the lower court correctly identified the clear intent to terminate the contract and the absence of any legal gap requiring re-evaluation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 681 and 694 of the Civil Code; Articles 173 and 200 of the Civil Code: A declaration of termination of a contract is valid if its content clearly expresses the intent to end the contractual relationship, and an appellate court cannot find a legal gap in such a clear declaration to reclassify it as a withdrawal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 471 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 471/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ραπτάκη. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Γ. του Ι., κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σφυρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2019 μη οριστική και 59/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4866/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-11-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 681 και 694 ΑΚ προκύπτει ότι με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, που καλείται εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο που συμφωνήθηκε και ο αντισυμβαλλόμενος του, που καλείται εργοδότης, να καταβάλει την συμφωνημένη αμοιβή με την παράδοση του έργου, δηλαδή ο εργολάβος, κατ' εξαίρεση όσων ορίζονται για τις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις, υποχρεούται σε προεκπλήρωση της κύριας παροχής του, εκτός αν συμφωνήθηκε διαφορετικά, αφού η υποχρέωση της προεκπλήρωσης αποτελεί ρύθμιση ενδοτικού δικαίου (ΑΠ 743/2024, ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 1287/2018).
Η σύμβαση με την οποία ανατίθεται σε μηχανικό η εκπόνηση μελέτης συγκεκριμένου οικοδομικού έργου, φέρει τον χαρακτήρα της συμβάσεως έργου, οπότε ο μηχανικός υπέχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο εκπονώντας την αναληφθείσα μελέτη και ο εργοδότης να καταβάλει την αμοιβή, που συμφωνήθηκε(ΟλΑΠ 2/2021, ΑΠ 1875/2022, ΑΠ 777/2022) ή, αν δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία αμοιβής, μετά την ισχύ του Ν. 3919/2011 (3-7-2011), που τροποποίησε το ΠΔ 696/1974 "Περί αμοιβών μηχανικών δια σύνταξιν μελετών, επίβλεψιν, παραλαβήν κλπ Συγκοινωνιακών, Υδραυλικών και Κτιριακών Έργων, ως και Τοπογραφικών, Κτηματογραφικών και Χαρτογραφικών Εργασιών και σχετικών τεχνικών προδιαγραφών μελετών", την καθοριζόμενη από το Π.Δ.
αυτό νόμιμη αμοιβή (ΑΠ 1875/2022, ΑΠ 819/2019, ΑΠ 82/2016). Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου, στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της συμβάσεως, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρεώσεως του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρο 694 ΑΚ την συμφωνημένη αμοιβή του (ΑΠ 743/2024, ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 346/2010).
Αντίθετα, η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συμφωνημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει αυτοδικαίως τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί χωρίς άλλο το προσφερόμενο σε αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 688- 690 ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής συμφωνίας τους (ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 819/2019, ΑΠ 447/2016, ΑΠ 1665/2014).
Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 688-690 του ΑΚ, που καθορίζουν λεπτομερώς την, μετά την αποπεράτωση του έργου και την παράδοσή του στον εργοδότη ή την προσφορά προς παράδοση αυτού (ΑΠ 3/2022, 1587/2013, ΑΠ 1409/2010), ευθύνη του εργολάβου, αναλόγως με την φύση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, τα οποία φέρει το έργο που εκτελέσθηκε από αυτόν, προκύπτει ότι ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει:
α) σε περίπτωση επουσιωδών ελαττωμάτων είτε τη διόρθωση αυτών είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, β) σε περίπτωση ουσιωδών ελαττωμάτων, τα οποία κάνουν το έργο άχρηστο ή έλλειψης των συμφωνημένων ιδιοτήτων, είτε τη διόρθωση, είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής είτε αντί αυτών να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και γ) σε περίπτωση κατά την οποία οι ελλείψεις του έργου, οι οποίες ανάγονται είτε σε ουσιώδη είτε σε επουσιώδη ελαττώματα, όσο και σε συμφωνημένες ιδιότητες, οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται αντί υπαναχώρησης ή μείωσης της αμοιβής να απαιτήσει αποζημίωση για κάθε ζημία, η οποία προήλθε από το γεγονός ότι ο εργολάβος δεν ανταποκρίθηκε από υπαιτιότητά του, στις από τη σύμβαση υποχρεώσεις του να κατασκευάσει έργο, που να φέρει τις συμφωνημένες ιδιότητες και χωρίς ελαττώματα.
Διαγράφεται δηλαδή από τα άρθρα αυτά διαζευκτικά συρροή περισσοτέρων δικαιωμάτων υπέρ του εργοδότη, ο οποίος έχει έτσι το εκλεκτικό δικαίωμα να ασκήσει οποιοδήποτε από τα παραπάνω παρεχόμενα σε αυτόν δικαιώματα, όταν δε κάνει την επιλογή του, ασκώντας ένα από αυτά, δεν μπορεί να παραιτηθεί από αυτό και να ασκήσει το άλλο( ΑΠ 162/2020, ΑΠ 935/2019, ΑΠ 1229/2017).
Με την υπαναχώρηση η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά και επέρχονται οι συνέπειες, που ορίζονται στο άρθρο 389 παρ.2 ΑΚ, δηλαδή αποσβήνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν, κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, τις παροχές, που έλαβαν(ΑΠ 819/2019, ΑΠ 1373/2006).
Η δήλωση βούλησης του εργοδότη περί υπαναχώρησης μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή, η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συνάγεται υπαναχώρηση από τα γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 819/2019, ΑΠ 472/2009, ΑΠ 233/2006). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 700 του ΑΚ "ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση.
Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται όμως απ` αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, αν γίνει καταγγελία από τον εργοδότη της συμβάσεως μισθώσεως έργου πριν από την περάτωση του έργου, οφείλεται στον εργολάβο ολόκληρη η συμφωνημένη αμοιβή, δηλαδή εκείνη που θα παρεχόταν σ` αυτόν, αν δεν μεσολαβούσε η καταγγελία και περατωνόταν το έργο, εφόσον δεν υπάρχουν λόγοι περιορισμού της αμοιβής από τους αναφερόμενους στην εν λόγω διάταξη ειδικούς λόγους έκπτωσης, που μπορούν να προβληθούν κατ` ένσταση από τον εργοδότη.
Η καταγγελία είναι μονομερής δικαιοπραξία που απορρέει από διαπλαστικό δικαίωμα και επιτρέπεται να γίνει μέχρι την περάτωση του έργου, δεν έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη ορισμένου λόγου, ούτε για το κύρος της απαιτείται σχετική υπαιτιότητα του εργολάβου ή προσφορά της συμφωνημένης αμοιβής του. Μετά την καταγγελία η σύμβαση εργολαβίας, θεωρείται ότι έχει λυθεί για το μέλλον, διατηρεί όμως αυτή την ισχύ της μέχρι την καταγγελία και συνεπώς ο εργοδότης διασώζει τα δικαιώματά του από τα άρθρα 688-691 ΑΚ αν το τμήμα του έργου που κατασκευάσθηκε μέχρι την καταγγελία έχει τέτοιες ελλείψεις, ώστε να καθίσταται αδύνατη η χρησιμοποίησή του για τη συνέχιση της κατασκευής του από άλλον εργολάβο.
Η επερχόμενη με την καταγγελία του εργοδότη λύση της συμβάσεως μισθώσεως έργου δημιουργεί αυτομάτως αμοιβαίες υποχρεώσεις, για τον μεν εργοδότη να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή του, εφόσον δεν υπάρχουν λόγοι περιορισμού αυτής με τους προτεινόμενους κατ` ένσταση του ειδικούς λόγους έκπτωσης από το άρθρο 700 εδ.
β`ΑΚ, για το δε εργολάβο να παραδώσει το εκτελεσθέν από αυτόν τμήμα του έργου στον εργοδότη, ως οφειλόμενη συμβατική αντιπαροχή του, η μη εκπλήρωση της οποίας δικαιολογεί την άρνηση πληρωμής της αμοιβής του από τον εργοδότη, κατ` εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 374-378 ΑΚ (ΑΠ 743/2024, ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 1051/2020, ΑΠ 962/2020, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 1617/2009).
Ο εργοδότης που ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του λόγω καταγγελίας της σύμβασης έργου κατά το άρθρο 700 ΑΚ, μπορεί, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, να ισχυρισθεί ότι δεν κατάγγειλε τη σύμβαση ή ότι η δήλωσή του είχε άλλο περιεχόμενο (λ.χ. υπαναχώρησης), εναπόκειται δε στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αν η σχετική δήλωση του εργοδότη, που μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρή, αποτελεί ή όχι καταγγελία.
Η κρίση του όμως που εξήχθη με βάση τα γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 1051/2020, ΑΠ 1229/2017, ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 233/2006). Διαφορετική από την καταγγελία του άρθρ. 700 ΑΚ είναι ως προς τις προϋποθέσεις, αλλά και ως προς τις συνέπειες, η υπαναχώρηση από τη σύμβαση έργου, που προβλέπεται από το άρθρ. 686 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο, αν ο εργολάβος δεν αρχίσει έγκαιρα την εκτέλεση του έργου ή αν επιβραδύνει, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, την εκτέλεση του έργου στο σύνολό της ή εν μέρει, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωσή του, μπορεί ο εργοδότης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματος του εργολάβου, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου, σε περίπτωση δε υπερημερίας του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα σχετικά δικαιώματα του εργοδότη.
Με την υπαναχώρηση, η οποία μπορεί να είναι ολική ή μερική, δηλαδή μόνον κατά το ανεκτέλεστο μέρος του έργου, η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά, ολικά ή αναλόγως εν μέρει, και επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες, που ορίζονται στο άρθρ. 389§2 του ΑΚ, δηλαδή αποσβήνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τις παροχές που έλαβαν(ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 338/2016, ΑΠ 233/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο(ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Στα πλαίσια άσκησης της δραστηριότητας της η εναγόμενη(ήδη αναιρεσείουσα) εταιρία αγόρασε δυνάμει των υπ' αριθμ. ...2013 συμβολαίων της Συμβολαιογράφου Αθηνών Δ.
Γ. Χ.(), δύο γεωτεμάχια μετά των υφιστάμενων πεπαλαιωμένων λιθόκτιστων οικιών στη νήσο Κύθνο, στην περιοχή "..." θέση ..., με σκοπό να δραστηριοποιηθεί στον τουριστικό τομέα και δη να προβεί στην ανέγερση στη περιοχή αυτή ενός μικρού ξενοδοχείου 4 αστέρων (boutique hotel), το οποίο θα αποτελείτο από 10 δωμάτια, εστιατόριο, μπαρ, αίθουσα εκδηλώσεων και διασκέψεων, με την αποκατάσταση των υφιστάμενων επ' αυτών παραδοσιακών κτιρίων.
Η θέση "...", ανήκει στον οικισμό ...ς, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί ως παραδοσιακός και διέπεται από ειδικές διατάξεις (ΠΔ 19.10.1978-ΦΕΚ 594Δ/78, ΠΔ 11.5.1989-ΦΕΚ 345Δ/89 και 17.9.2002 ΦΕΚ 931Δ/02). Το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Μαρτίου 2013 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης εταιρείας N. T. επισκέφθηκε το αρχιτεκτονικό γραφείο του ενάγοντα(ήδη αναιρεσιβλήτου), προκειμένου να ενημερωθεί και να λάβει μια προσφορά για την εκπόνηση και μελέτη του έργου.
Το έργο θα περιελάμβανε δύο σκέλη, το ένα αφορούσε στην εκπόνηση της αρχιτεκτονικής μελέτης για την ανέγερση του ξενοδοχείου και το άλλο στην μελέτη, προετοιμασία και ολοκλήρωση του τεχνοοικονομικού φακέλου, προκειμένου να ενταχθεί το έργο στη χρηματοδότηση του Αναπτυξιακού Νόμου (Ν. 3908/2011) και να τύχει της σχετικής επιδότησης.
Περαιτέρω, το έργο απαιτούσε την εκπόνηση μίας ιδιότυπης αρχιτεκτονικής μελέτης, λόγω της γεωφυσικής ιδιομορφίας του εδάφους και της παλαιότητας των εντός αυτού ευρισκομένων ερειπωμένων λιθόκτιστων κατοικιών, καθώς έπρεπε να προηγηθεί η αποτύπωση, η οποία προϋπέθετε την απομάκρυνση των υφισταμένων ερειπίων, των μπαζών και εν γένει υφιστάμενων σκουπιδιών και την άρση της επικινδυνότητας των κτιρίων, καθώς και έλεγχο της στατικής αντοχής τους, για να εκπονηθεί στη συνέχεια η οικεία αρχιτεκτονική, στατική και μηχανολογική μελέτη, ώστε να καταστεί δυνατή η διαμόρφωση τους αρχιτεκτονικά με τρόπο που να είναι σύμφωνος με τον παραδοσιακό χαρακτήρα του οικισμού, στον οποίο ήταν ενταγμένα.
Τελικώς, στις αρχές Απριλίου 2013 και μετά από σχετικές συζητήσεις, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης ανέθεσε στον ενάγοντα το ως άνω έργο της εκπόνησης της αρχιτεκτονικής μελέτης για την αποκατάσταση και μετατροπή των υφιστάμενων παραδοσιακών κτιρίων σε τουριστικό κατάλυμα. Για τη συμφωνία αυτή δεν συντάχθηκε ιδιωτικό συμφωνητικό, η δε αμοιβή του ενάγοντα, για το ύψος της οποίας δεν υπήρξε μεταξύ τους ιδιαίτερη συμφωνία, θα υπολογίζονταν με βάση την από το νόμο, βάσει του αναλυτικού προϋπολογισμού του έργου, καθοριζόμενη αμοιβή, συμφωνήθηκε δε ότι θα καταβαλλόταν τμηματικά, ανάλογα με την πρόοδο και την εξέλιξη του έργου.
Ήδη από το πρώτο δεκαήμερο του Μαρτίου έως τις αρχές Απριλίου 2013, ο ενάγων, ο οποίος συνέστησε σχετικώς μία ομάδα εργασίας αποτελούμενη από τρεις αρχιτέκτονες, έναν πολιτικό μηχανικό, ένα μηχανολόγο και το ανάλογο βοηθητικό προσωπικό, εκπόνησε δεκάδες προσχέδια ανταποκρινόμενα στις εκάστοτε απαιτήσεις του εκπροσώπου της εναγόμενης.
Λόγω του κινδύνου κατάρρευσης των ετοιμόρροπων μερών των κτιρίων, το έργο του καθαρισμού επέβαλλε τη διενέργεια εργασιών αντιστήριξης (με σιδερένια πλαίσια, καδρόνια και μαδέρια) οπότε η εναγόμενη προσέλαβε τον Ν. Γ., ο οποίος ανέλαβε το έργο του καθαρισμού των γεωτεμαχίων, ως αμοιβή του δε συμφωνήθηκε, δυνάμει του από 17.05.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της εναγόμενης, το ποσό των 16.000,00 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α., καθώς και το ποσό που αντιστοιχούσε στις ασφαλιστικές εισφορές των εργατών, το οποίο καταβλήθηκε από την εναγόμενη στον εργολάβο μέσω του ενάγοντος...Ρητά δε συμφωνήθηκε ότι με την προκαταβολή ύψους 3.000 ευρώ, που καταβλήθηκε τον Ιούνιο του 2013, θα ξεκινούσαν οι εργασίες καθαρισμού και η εξόφληση του υπολοίπου θα γινόταν με την αποπεράτωση του έργου...Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, μέχρι και το τέλος του μηνός Μαΐου 2013, εκπόνησε δεκάδες προσχέδια με προτεινόμενες πολλαπλές λύσεις και σχέδια λεπτομερειών, τα τελικά των οποίων εντάχθηκαν σε δύο προμελέτες.
Την προμελέτη ΛΥΣΗ 1, η οποία εκπονήθηκε στις Αρχές Μαΐου 2013, βάσει των από Ιούλιος 2008 και Οκτώβριος 2011 σχεδίων αποτύπωσης του μηχανικού Κ. Γ., που του είχε προσκομίσει ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης και περιελάμβανε τη ΛΥΣΗ 1α και την ΛΥΣΗ 1β και την προμελέτη ΛΥΣΗ 2. Η προμελέτη ΛΥΣΗ 2 εκπονήθηκε στα τέλη Μαΐου 2013, επί τη βάσει νέας αποτύπωσης, η οποία διενεργήθηκε ύστερα από διαπίστωση της αναντιστοιχίας των σχεδίων αποτύπωσης του μηχανικού Γ.
με τις πραγματικές διαστάσεις και το περίγραμμα των κτισμάτων, όπως αυτές διαπιστώθηκαν μετά την άρση της επικινδυνότητας των κτισμάτων, για την επίτευξη της οποίας απαιτήθηκε να γίνουν μελέτες αντιστήριξης και μετά από την απομάκρυνση των μπάζων, όπως προαναφέρθηκε. Η προμελέτη "ΛΥΣΗ 2" αποτέλεσε τη βάση της οριστικής αρχιτεκτονικής μελέτης, η οποία ολοκληρώθηκε στα μέσα του τελευταίου δεκαήμερου του μηνός Ιουνίου 2013.
Παράλληλα, τον Ιούλιο του έτους 2013 ο ενάγων εκπόνησε και προμελέτη στατικής μελέτης και μελέτη ύδρευσης- αποχέτευσης, ηλεκτρικών και κλιματισμού του έργου. Την 8η Ιουλίου 2013 και αφού το τεχνικό γραφείο του ενάγοντος είχε ολοκληρώσει την εκπόνηση των ανωτέρω μελετών, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης παρέλαβε αντίγραφα όλων των σχεδίων και μελετών (βλ.
την από 08.07.2013 δήλωση του N. T.) και υπέγραψε την από 08.07.2013 δήλωση ανάθεσης και επίβλεψης του έργου για την αδειοδότηση του έργου, σύμφωνα με την οποία ανέθεσε στον ενάγοντα το έργο της "αποκατάστασης υφιστάμενων παραδοσιακών κτιρίων, μετατροπή - ανακατασκευή δυο παλαιών κατοικιών σε boutique hotel 4 αστέρων ή ΑΑ'τάξης", που αφορούσε στη μελέτη και επίβλεψη των αρχιτεκτονικών, των στατικών και της ύδρευσης- αποχέτευσης- θερμομόνωσης.
Επακολούθησε επί ένα και πλέον μήνα η εκπόνηση από τον ενάγοντα σχεδίων λεπτομερειών για τον καθορισμό των θέσεων, του είδους και των ποσοτήτων του απαιτούμενου για τη λειτουργία του ξενοδοχείου παγίου και μη εξοπλισμού, καθώς και έρευνα αγοράς προκειμένου να εξακριβωθεί και να αποτυπωθεί το κόστος του στον προϋπολογισμό, καθώς και η σύνταξη τεχνικής έκθεσης περιγραφής του έργου, ούτως ώστε να τύχει της σχετικής επιδότησης με καταληκτική ημερομηνία υποβολής την 31η.10.2013...
Ο προϋπολογισμός κόστους για μεν τις κτιριακές υποδομές ανερχόταν κατ' ελάχιστον στο ποσό του 1.000.000 ευρώ και για τον ηλεκτρομηχανολογικό και λοιπό εν γένει εξοπλισμό στο ποσό των 800.000 ευρώ περίπου, ενώ παράλληλα γίνονταν μελέτες για την ένταξη στο σύνολο του έργου των δύο γειτονικών οικοπέδων, που σχεδίαζε να αγοράσει η εναγόμενη.
Εν τω μεταξύ ενημερώθηκε ο ενάγων ότι η εναγόμενη είχε αναθέσει στο σύμβουλο επιχειρήσεων Χ. Τ., δυνάμει του από 09.07.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού ανάθεσης έργου, το έργο της εκπόνησης μελέτης και υποβολής φακέλου - πρότασης για την ένταξη του όλου εγχειρήματος στον αναπτυξιακό νόμο ν. 3809/2009/2011. Στις 17 Ιουλίου 2013 ο ενάγων μετέβη στο γραφείο του ως άνω συμβούλου, όπου παρευρίσκετο και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης, τότε δε ο τελευταίος του ζήτησε να ετοιμάσει και μία άλλη μελέτη πρόβλεψης συμμετοχής στο έργο δύο γειτονικών οικοπέδων, τα οποία δεν είχε αγοράσει ακόμη η εναγόμενη και αφορούσε την κατασκευή άλλου ξενοδοχείου 191 δωματίων, ούτως ώστε να ακολουθήσει τον ίδιο τρόπο διάρθρωσης των δαπανών, ο δε ενάγων στις 02.08.2013 απέστειλε στον Τ.
τον αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου, που ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 1.827.945 ευρώ, ήτοι 1.024.970 ευρώ για κτιριακές εγκαταστάσεις, 349.450 ευρώ για μηχανολογικό εξοπλισμό, 279.375 ευρώ για ξενοδοχειακό εξοπλισμό, 129.150 ευρώ για τον περιβάλλοντα χώρο και 45.000 ευρώ για έργα υποδομής. Για τον(ενν. Τον) προϋπολογισμό αυτό, για τη διεκπεραίωση του οποίου, ο ενάγων ανάλωσε περίπου 270 ώρες απασχόλησης (για μεν την εκπόνηση σχεδίων λεπτομερειών άνω των 200 ωρών και για την έρευνα αγοράς προς εύρεση του κόστους άνω των 70 ωρών) τον απέστειλε στις 2/8/2013 στον ως άνω σύμβουλο, κατά το διάστημα δε που ακολούθησε, ο Τ.ς επικοινώνησε με τον ενάγοντα, ενημερώνοντας τον ότι ο ως άνω προϋπολογισμός δεν εξυπηρετούσε την εναγόμενη, ζητώντας του μέχρι το τέλος του μηνός Αυγούστου να συντάξει νέο αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου, για κτιριακές, ειδικές εγκαταστάσεις και περιβάλλοντα χώρο ύψους περί το 1.000.000 ευρώ.
Ακολούθως και επειδή η προοπτική για την αγορά των δύο γειτονικών οικοπέδων καθυστερούσε και προκειμένου να προλάβει η εναγόμενη την προθεσμία για τη χρηματοδότηση του έργου από τα ΕΣΠΑ, ο ενάγων υπέβαλε στην Υπηρεσία Δόμησης του τμήματος Πολεοδομικού Σχεδιασμού και Ελέγχου του Δήμου Σύρου τη με αρ.
πρωτ. 2591/07.08.2013 αίτηση μετά σχετικών εγγράφων (τοπογραφικό διάγραμμα και απόσπασμα χάρτη ΓΥΣ κλίμακας 1:5.000) για τη χορήγηση βεβαίωσης χρήσεως γης ως ξενοδοχείου, προαπαιτούμενης για την έκδοση της σχετικής οικοδομικής άδειας, επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. πρωτ. ...2013 βεβαίωση, ενώ χορήγησε και όλα τα απαιτούμενα έγγραφα προς τον εκπρόσωπο της εναγόμενης, για την έκδοση βεβαίωσης από το Δήμο Κύθνου ότι τα κτίσματα επί των γεωτεμαχίων είχαν ανεγερθεί προ του 1955.Τελικώς, ο ενάγων απέστειλε στις 19.08.2013 στον εκπρόσωπο της εναγόμενης N. T.
τον αναμορφωμένο αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου συνολικού ύψους 999.496,00 ευρώ (599.456,00 ευρώ για κτιριακές εγκαταστάσεις, 210.500,00 ευρώ για μηχανολογικό εξοπλισμό, 137.540,00 ευρώ για ξενοδοχειακό εξοπλισμό, 45.000,00 ευρώ για περιβάλλοντα χώρο και 7.000 ευρώ για έργα υποδομής). Μέχρι δε τις 31.08.2013 ο ενάγων ήταν σε διαρκή επικοινωνία με τον Τ.
αναφορικά με τη συμπλήρωση της τεχνικής περιγραφής του προϋπολογισμού, σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές του ΕΣΠΑ, όπως αυτές εστάλησαν από τον Τ. στον ενάγοντα στις 30.08.2013 (βλ. σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία). Στα τέλη Αυγούστου ο ενάγων μετέβη στην Κύθνο για μία τελευταία επιμέτρηση των ακινήτων, εφόσον οι εργασίες στήριξης και καθαρισμού είχαν ολοκληρωθεί, τυχαία δε συνάντησε στο λιμάνι του νησιού τον εκπρόσωπο της εναγόμενης με μία αρχιτέκτονα-μηχανικό ονόματι Μ.
Μ., με την οποία ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης ήδη από τα τέλη Αυγούστου 2013 είχε επικοινωνήσει και η οποία είχε εκφράσει την άποψη ότι τα κτίρια θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως διατηρητέα (και όχι παραδοσιακά, όπως ήταν το αρχικό σχέδιο) και ότι θεωρούσε προτιμότερη τη λύση αυτή διότι ο χαρακτηρισμός των κτιρίων ως διατηρητέα θα προσέθετε περίπου 20 τετραγωνικά μέτρα και θα επιτυγχάνονταν έτσι μεγαλύτερα ποσοστά επιδότησης μέσω ΕΣΠΑ.
Σε αντιστάθμισμα της πρότασης αυτής ο ενάγων ενημέρωσε τον νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας ότι ο χαρακτηρισμός των κτιρίων ως διατηρητέα θα είχε ως συνέπεια τη σοβαρή καθυστέρηση της έναρξης υλοποίησης της επένδυσης (καθόσον απαιτείτο έγκριση από την αρχαιολογική υπηρεσία και έκδοση σχετικού Φ.Ε.Κ. για τον χαρακτηρισμό τους), αλλά και ότι στην περίπτωση αυτή δεν θα ήταν δυνατό να λάβουν χώρα ορισμένες μετατροπές στα ακίνητα (όπως διάνοιξη παραθύρων και μπαλκονιών).
Μετά την εξέλιξη αυτή, στις 06.09.2013, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης δήλωσε στον ενάγοντα ότι διακόπτει τη μεταξύ τους συνεργασία και ότι δεν θα χρησιμοποιήσει τα σχέδια του, αποστέλλοντας του το από 06.09.2013 email αναφέροντας επί λέξει τα ακόλουθα: "Είμαι πολύ απογοητευμένος με τα σχέδια που έχεις κάνει και δεν μπορώ να τα χρησιμοποιήσω.
Συγκεκριμένα, το σχέδιο αφορά ξενοδοχείο 4 αστέρων αλλά το σχέδιο δεν έχει τις προδιαγραφές του Ε.Ο.Τ για ξενοδοχείο 4 αστέρων. Στην πραγματικότητα δεν πληροί ούτε τις προϋποθέσεις του Ε Ο.Τ για ένα ξενοδοχείο 3 αστέρων, από ότι μου είπαν. Τα σχέδια είναι το τελευταίο από μια σειρά προβλημάτων που έχεις παρουσιάσει στο εγχείρημα.
Προσλαμβάνω την Μ. Μ., την οποία γνώρισες την προηγούμενη εβδομάδα, για να κάνει ένα νέο σχέδιο και τις αναγκαίες προσθήκες .. ". Ακολούθως, ο ενάγων, δεδομένου ότι δεν είχε λάβει καμία αμοιβή για το σύνολο των προμελετών και μελετών που είχε ήδη παραδώσει στην εναγόμενη, (το ποσό των 16.000,00 ευρώ που είχε καταβληθεί από την εναγόμενη αφορούσε αποκλειστικά την εργολαβική αμοιβή του Γ., όπως αναφέρθηκε ανωτέρω), κατέθεσε στο Συμβούλιο Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος (Σ.Χ.Ο.Π) Ν.
Κυκλάδων την από 21.09.2013 αίτηση για έγκριση του έργου (αρ. πρωτ. ...2013), καταθέτοντας συνημμένα 3 σειρές σχεδίων για την αποκατάσταση υφιστάμενων παραδοσιακών κτιρίων και μετατροπής τους σε ξενοδοχείο 4 αστέρων ή ΑΑ τάξης, σχέδια αποτύπωσης κτιρίων, τοπογραφικά και φωτογραφίες. Η εκκαλούσα με τους δύο πρώτους λόγους της έφεσης που ερευνώνται συνολικά και από κοινού, λόγω της συνάφειας των πραγματικών περιστατικών που τους θεμελιώνουν, ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα και κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε ότι η εναγόμενη με την ως άνω δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση έργου χωρίς σπουδαίο λόγο και επιδίκασε στον ενάγοντα τη σύμφωνηθείσα αμοιβή του, απορρίπτοντας ως αόριστο, άλλως ουσία αβάσιμο τον ισχυρισμού της ότι η δήλωση αυτή συνιστά υπαναχώρηση κατ' άρθρο 689 ΑΚ, λόγω ουσιωδών ελαττωμάτων του έργου που είχαν ως αποτέλεσμα να μη λάβει τη βασικότερη έγκριση για το έργο, ήτοι το χαρακτηρισμό των κτιρίων ως παραδοσιακά, οι δε παραδοθείσες από αυτόν (ενάγοντα) μελέτες, κατόψεις, αποτυπώσεις, τεχνικές μελέτες και προϋπολογισμός ήταν ελλιπείς, ελαττωματικές και μη ανταποκρινόμενες στις συμφωνηθείσες ιδιότητες και τις προδιαγραφές του αναπτυξιακού νόμου.
Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού της επικαλείται την από 22/10/2013 Γνωμοδότηση του Σ.Χ.Ο.Π Κυκλάδων, το οποίο κατά την 497η συνεδρίαση του, αποφάνθηκε ότι δεν εγκρίνεται η αίτηση της εναγόμενης διότι επί λέξει: " "Δεν έχουν προσκομιστεί πλήρεις σειρές σχεδίων (δεν αποτυπώνονται σε σχέδια όλες οι όψεις του κτιρίου, δεν έχει προσκομιστεί σχέδιο κάτοψης στεγών)
2. Δεν έχουν αποτυπωθεί οι στέγες των κτιρίων (χάραξη, στατικό σύστημα, σκελετός, συνδέσεις κλπ ... ". 3... 4...Δεν αποτυπώνεται επαρκώς φωτογραφικά το σύνολο του κτιρίου (τόσο των όψεων όσο και του εσωτερικού του κτιρίου (για το οποίο δεν υπάρχει φωτογραφική αποτύπωση), με αποτέλεσμα να προκύπτουν ασάφειες στην κατανόηση της δομής και οργάνωσης των χώρων του (π.χ.
από την φωτογραφία της ανατολικής όψης του κτιρίου 2 που έχει προσκομιστεί προκύπτει πως η όψη αυτή αποτελεί μεσότοιχο και όχι τοιχοποιία με ανοίγματα και εξώστες, όπως αποτυπώνεται στα σχέδια), 5...". Στην ως άνω γνωμοδότηση αναφέρεται ότι σε περίπτωση επανυποβολής, θα πρέπει: "ί. Να προσκομιστούν πλήρεις και ακριβείς σειρές σχεδίων αποτύπωσης και πρότασης, βάσει και των στοιχείων που έχουν επισημανθεί παραπάνω, ίί.
Να προσκομιστεί πλήρης και αριθμημένη φωτογραφική αποτύπωση του κτιρίου, τόσο των όψεων του, όσο και του εσωτερικού του, και να σημειωθούν σε κατόψεις οι θέσεις λήψης των φωτογραφιών, ίίί. Να στοιχειοθετηθούν σε φωτογραφική και σχεδιαστική αποτύπωση χαρακτηριστικά στοιχεία του κτιρίου (κλίμακες (εσωτερικές και εξωτερικές), βόλτα, ανωδομή στέγης, ενδιαφέροντα μορφολογικά στοιχεία κ.λ.π.) τα ίχνη όσων στοιχείων αναφέρονται στην μελέτη ως κατεστραμμένα μέλη του κτιρίου και τα κλεισμένα ανοίγματα κ.λ.π ... ".
Σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ότι εν προκειμένω συνέτρεξε αντισυμβατική καθυστέρηση εκ μέρους του ενάγοντος έναρξης της εκτέλεσης του συμφωνηθέντος έργου, ούτε ότι αυτός επιβράδυνε την εκτέλεση του έργου χωρίς υπαιτιότητα της εναγομένης κατά τρόπο αντίθετο με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, οπότε η τελευταία δεν εδικαιούτο να υπαναχωρήσει από την ένδικη σύμβαση και η δήλωση που απηύθυνε στον ενάγοντα δεν έχει τα αποτελέσματα της υπαναχώρησης κατ' άρθρο 686 Α.Κ., για να μην δικαιούται ο ενάγων τη συμφωνημένη εργολαβική αμοιβή.
Η άνω δήλωση της εναγομένης εργοδότου έχει το χαρακτήρα καταγγελίας της εργολαβικής σύμβασης κατ' άρθρο 700 Α.Κ., κατά το οποίο, επί καταγγελίας του εργοδότη οποτεδήποτε, οφείλεται στον εργολάβο μετά την άσκηση αυτής η εργολαβική αμοιβή που ζητείται με την αγωγή, ως προς το ύψος της οποίας, δεν πλήττεται η εκκαλουμένη με ειδικό λόγο έφεσης.
Και τούτο διότι στις 06.09.2013, οπότε και έλαβε χώρα, ήτοι χρόνος κατά τον οποίο δεν είχε επέλθει ο συμφωνημένος χρόνος παράδοσης του έργου, που ήταν στις 31-10-2013 ώστε να επιδοτηθεί μέσω ΕΣΠΑ, ο ενάγων είχε εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ήτοι είχε παραδώσει το σύνολο των ως άνω μελετών και σχεδίων στην εναγόμενη (ήδη από τις 08.07.2013), είχε παραδώσει εγκαίρως αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου, σχέδια λεπτομερειών και τεχνικές περιγραφές για την κατάθεση του φακέλου για το Ε.Σ.Π.Α., όπως του είχε ζητηθεί από την εναγόμενη και με βάση το χρονοδιάγραμμα που του είχε τεθεί από την εναγόμενη και από τον επενδυτικό της σύμβουλο, που είχε αναλάβει την ένταξη του εγχειρήματος σε πρόγραμμα χρηματοδότησης, ενώ η Γνωμοδότηση του Σ.Χ.Ο.Π Κυκλάδων, κατά την 497η συνεδρίαση του, εκδόθηκε στις 22/10/2013, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο, οπότε δεν είχε προηγηθεί οποιαδήποτε αξιολόγηση του έργου από τις αρμόδιες υπηρεσίες και αρχές (πολεοδομία, Ε.Ο.Τ, Υπουργείο Ανάπτυξης) και συνεπώς δεν υφίστατο οποιοσδήποτε λόγος για την εναγόμενη να διακόψει τη μεταξύ τους συνεργασία.
Όπως δε αποδείχθηκε, η εναγόμενη τελικώς αποφάσισε να επιδιώξει την ένταξη τμημάτων των κτιρίων στα Νεότερα Μνημεία, προκειμένου να κερδίσει περισσότερα μέτρα (20 τ.μ περίπου) δόμησης σε πατάρια και βοηθητικούς χώρους κυρίως και κάποια μεγαλύτερα ποσά επιδότησης, με ανάλογη καθυστέρηση, καθόσον τελικώς με τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...2016 απόφαση της υπηρεσίας νεωτέρων μνημείων και τεχνικών έργων του υπουργείου πολιτισμού εγκρίθηκε η μελέτη αποκατάστασης και αλλαγής χρήσης της ιδιοκτησίας της εναγόμενης σε ξενοδοχείο, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που αναφέρονται σε αυτή...
Αντίθετη κρίση δε συνάγεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης, τόσο του Χ. Τ.. που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού δεν διαθέτει ειδικές γνώσεις μηχανικού, όσο και του αρχικτέκτονα Ζ. που περιλαμβάνεται στην υπ' αριθμ. ...2019 ένορκη βεβαίωση, ο -οποίος αοριστόλογα αναφέρεται σε ελλείψεις του έργου.
Ακόμη και στην περίπτωση όμως που ευσταθούσε ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί ελαττωμάτων του έργου, κατά νόμο αμοιβή οφείλεται στον εργολάβο ακόμη και εάν το παραδοθέν έργο έχει ελαττώματα, για τα οποία ο εργοδότης έχει τα εκ των άρθρων 688 - 690 του ΑΚ δικαιώματα, ενώ εφόσον δεν είχε παρέλθει στην προκειμένη περίπτωση ο συμφωνημένος χρόνος παράδοσης του έργου, υπήρχε το χρονικό περιθώριο για αποκατάσταση των τυχόν ελαττωμάτων εκ μέρους του ενάγοντος, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο II μείζονα σκέψη της παρούσας".
Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού συμπλήρωσε παραδεκτώς τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, και αφού στην συνέχεια απέρριψε λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή παραπονείτο για την απόρριψη πρωτοδίκως της ένστασης συμψηφισμού απαίτησής της ποσού 206.945,77 ευρώ κατά του αναιρεσιβλήτου από ελαττώματα του επίδικου έργου ως αόριστη και γι' αυτό απαράδεκτη, απόρριψη η οποία δεν πλήττεται με την αίτηση αναίρεσης, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 15-9-2016 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό των 141.509,81 ευρώ, πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α.
κατά το χρόνο εξοφλήσεως, με τον νόμιμο τόκο, ως προς το κεφάλαιο, από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681, 694 και 700 ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση, και επίσης ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 686 και 689 ΑΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον, οι αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσίβλητος, χωρίς να καθυστερήσει την έναρξη της εκτέλεσης του έργου, που είχε αναλάβει να εκτελέσει με την σύμβαση, που είχε καταρτίσει προφορικά με την αναιρεσείουσα στις αρχές Απριλίου 2013, και χωρίς να επιβραδύνει την εκτέλεση αυτή με τρόπο που αντίκειται στην σύμβαση, προσηκόντως εκτέλεσε και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα, στις 8-7-2013, το έργο αυτό, που η τελευταία του είχε αναθέσει, του οποίου ο συμφωνημένος χρόνος παράδοσης ήταν στις 31-10-2013, το δε έργο ήταν σύμφωνο με ότι του είχε ζητηθεί από την αναιρεσείουσα και δεν είχε πραγματικά ελαττώματα, δικαιολογούν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι η από 6-9-2013 δήλωση της αναιρεσείουσας, δια του νομίμου εκπροσώπου της, ότι διακόπτει την συνεργασία τους, γιατί το παραδοθέν έργο έχει ελαττώματα, έχει τον χαρακτήρα καταγγελίας της σύμβασης, κατά το άρθρο 700 ΑΚ και όχι υπαναχώρησης, είτε κατά το άρθρο 686 ΑΚ, είτε κατά το άρθρο 689 ΑΚ και ότι συνεπώς ο αναιρεσίβλητος δικαιούται το σύνολο της αμοιβής του ποσού 141.509, 81 ευρώ(το ύψος της οποίας δεν πλήττεται με λόγο αναίρεσης).
Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, με τις υποστηρίζουσες το ανωτέρω πόρισμα του ακόλουθες ουσιαστικές παραδοχές, ήτοι:
α) Ότι με σύμβαση έργου, που καταρτίστηκε προφορικά στη νήσο Κύθνο στις αρχές Απριλίου 2013, η αναιρεσείουσα, ενεργούσα δια του νομίμου εκπροσώπου της N. T., συμφώνησε με τον αναιρεσίβλητο να αναλάβει αυτός το έργο της εκπόνησης της αρχιτεκτονικής μελέτης για την αποκατάσταση και μετατροπή σε τουριστικό κατάλυμα δύο πεπαλαιωμένων, επικίνδυνων για κατάρρευση, λιθόκτιστων οικιών μετά του οικοπέδου τους, οι οποίες βρίσκονται στη θέση "..." του οικισμού ...ς της νήσου Κύθνου, που έχει χαρακτηρισθεί ως παραδοσιακός οικισμός και ανήκουν στην αναιρεσείουσα, με συμφωνημένο χρόνο παράδοσης του έργου στις 31/10/2013.
β) Ότι ο αναιρεσίβλητος, αφού συνέστησε ομάδα εργασίας, αποτελούμενη από τρεις αρχιτέκτονες, ένα μηχανικό, ένα μηχανολόγο και το ανάλογο βοηθητικό προσωπικό, άρχισε αμέσως την εκπόνηση της μελέτης, την οποία, αφού συνέταξε προηγουμένως δεκάδες προσχέδια και δύο προμελέτες με ΛΥΣΗ Ι και ΛΥΣΗ
ΙΙ, παρέδωσε στον ανωτέρω νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης στις 8/7/2013, ο οποίος την ίδια ημέρα με έγγραφη δήλωσή του, του ανέθεσε και το έργο της μελέτης και επίβλεψης των αρχιτεκτονικών, των στατικών και της ύδρευσης - αποχέτευσης και θερμομόνωσης του έργου. γ) Ότι ο αναιρεσίβλητος άρχισε αμέσως να εκτελεί και το έργο αυτό, συνεργαζόμενος τόσο με τον ανωτέρω νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας, όσο και με τον σύμβουλο επιχειρήσεων Χ.
Τ., στον οποίον, με το από 9/7/2013 ιδιωτικό συμφωνητικό, η αναιρεσείουσα είχε αναθέσει το έργο της εκπόνησης μελέτης και υποβολής φακέλου - πρότασης, προκειμένου το ανωτέρω έργο να ενταχθεί στον αναπτυξιακό νόμο 3908/2011 και να χρηματοδοτηθεί με βάση τον νόμο αυτό. δ) Ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας, ακολουθώντας τις υποδείξεις της αρχιτέκτονος - μηχανικού Μ.
Μ., μετέβαλε την άποψή του και θεώρησε προτιμότερη τη λύση τα δύο κτίρια να χαρακτηρισθούν ως διατηρητέα και όχι ως παραδοσιακά, όπως ήταν το αρχικό σχέδιο, με το οποίο είχε συνταχθεί η μελέτη, απορρίπτοντας τις επιφυλάξεις του αναιρεσιβλήτου, ότι ο χαρακτηρισμός των κτιρίων ως διατηρητέων θα είχε ως σοβαρή συνέπεια τη σοβαρή καθυστέρηση στην έναρξη υλοποίησης της επένδυσης και την αδυναμία να λάβουν χώρα ορισμένες μετατροπές στα ακίνητα, όπως η διάνοιξη παραθύρων και η δημιουργία μπαλκονιών.
ε) Ότι στις 6/9/2013 ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας, με e-mail που έστειλε στον αναιρεσίβλητο, του δήλωσε ότι διακόπτει τη μεταξύ αυτού και της αναιρεσείουσας συνεργασία και ότι δε θα χρησιμοποιήσει τα σχέδιά του, γιατί "το σχέδιο δεν έχει τις προδιαγραφές του ΕΟΤ για ξενοδοχείο 4 αστέρων ... ούτε 3 αστέρων".
στ) Ότι ο αναιρεσίβλητος ούτε καθυστέρησε την έναρξη, ούτε επιβράδυνε την εκτέλεση του συνολικού έργου, που του ανατέθηκε, το δε παραδοθέν τμήμα του έργου στις 8/7/2013 ήταν σύμφωνο με τα συμφωνηθέντα και δεν είχε πραγματικά ελαττώματα και συνεπώς η ανωτέρω δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας δεν αποτελούσε δήλωση υπαναχώρησης από τη σύμβαση είτε κατά το άρθρο 686 είτε κατά το άρθρο 689 Α.Κ., αλλά καταγγελία αυτής κατά το άρθρο 700 Α.Κ.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες πλήττει την απόφαση για ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία ως προς τις παραδοχές της σχετικά με τα αναφερόμενα στην από 22/10/2013 γνωμοδότηση του Σ.Χ.Ο.Π. Κυκλάδων, το οποίο απαντώντας στη με αρ. πρωτ. ...2013 αίτηση του αναιρεσιβλήτου προς αυτό (την οποία υπέβαλε αυτός, μετά την καταγγελία της σύμβασης έργου για να διασφαλίσει τα δικαιώματά του από τη σύμβαση) επεσήμανε τις αναφερόμενες στη γνωμοδότηση αυτή ελλείψεις, προβάλλονται αλυσιτελώς, γιατί σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, η αναιρεσείουσα δεν είχε αναθέσει στον αναιρεσίβλητο, αλλά στον σύμβουλο επιχειρήσεων Χ.
Τ. το έργο της εκπόνησης μελέτης και υποβολής φακέλου - πρότασης για την ένταξη του όλου εγχειρήματος στον αναπτυξιακό νόμο 3908/2011, μέρος του οποίου ήταν και η επίδικη γνωμοδότηση του Σ.Χ.Ο.Π. Κυκλάδων. Σε κάθε περίπτωση οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, γιατί, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου, ότι ο αναιρεσίβλητος "ήδη από τις 8/7/2013 είχε παραδώσει εγκαίρως αναλυτικό προϋπολογισμό του έργου, σχέδια λεπτομερειών και τεχνικές περιγραφές για την κατάθεση του φακέλου στο ΕΣΠΑ, όπως του είχε ζητηθεί από την εναγομένη ...
και από τον επενδυτικό της σύμβουλο", δηλαδή ότι το έργο είχε τις συμφωνηθείσες μεταξύ των διαδίκων ιδιότητες και ότι το έργο που παρέδωσε ο αναιρεσίβλητος δεν είχε ουσιώδη ελαττώματα, οι οποίες δικαιολογούν την απόφανση του Εφετείου ότι η δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας, ότι αυτή διακόπτει τη συνεργασία της με τον αναιρεσίβλητο, δεν αποτελεί υπαναχώρηση από τη σύμβαση, αλλά καταγγελία αυτής.
Eπομένως, οι πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος και δεύτερος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο τρίτος από τον αρ. 19 του ιδίου άρθρου λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
Με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εισάγονται γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, οι οποίοι αλληλοσυμπληρούμενοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 925/2015, ΑΠ 3/2015), διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, όπως όμως αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσομένων και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Κατά την έννοια αυτή καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται να υπάρχει στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, αντικειμενικά σκεπτόμενου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας, που προσιδιάζουν, είτε σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών, είτε σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο ή τοπική περιοχή.
Στο πλαίσιο αυτό το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά αυτών καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 220/2016).
Αυτό σημαίνει ότι οι δηλώσεις βουλήσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με την έννοια που μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνουν αντιληπτές κατά τη συναλλακτική ευθύτητα και από κάθε καλόπιστο τρίτο (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1345/2012, 1588/2013), μέσα δε διαπίστωσης της βουλήσεως ενδέχεται κατά περίπτωση να αποτελούν και οι διαπραγματεύσεις των μερών, μαρτυρίες τρίτων ή σχετικά έγγραφα (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 3/2015).
Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο, λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του(ΑΠ 70/2022, ΑΠ 66/2022), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 66/2022).
Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013). Προσφυγή πάντως στις ερμηνευτικές διατάξεις υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 66/2022).
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 3/2015, ΑΠ 1588/2013, ΑΠ 1345/2012).
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 84/2020). Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 10/2015).
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 66/2022).
Μόνη, όμως, η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτήν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 854/2020, ΑΠ 896/2019), αλλιώς ο λόγος είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 875/2017).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον πρώτο κατά το πρώτο σκέλος λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια επίσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, αν και διαπίστωσε εμμέσως κενό στο περιεχόμενο της από 6/9/2013 δήλωσής της περί διακοπής της συνεργασίας της με τον αναιρεσίβλητο, για την ερμηνεία της δήλωσής της, στην οποία προέβη, προκειμένου να δεχθεί ότι η δήλωση αυτή αποτελεί καταγγελία της σύμβασης και όχι υπαναχώρηση από αυτήν, λόγω μη έγκαιρης αποπεράτωσης του έργου και ύπαρξης ουσιωδών ελαττωμάτων σε αυτό, όπως ισχυρίστηκε η αναιρεσείουσα, παρέλειψε να εφαρμόσει τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές παραδοχές του, δε διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως κενό στην από 6/9/2013 δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως της αναιρεσείουσας δια του νομίμου εκπροσώπου της προς τον αναιρεσίβλητο, αφού δέχθηκε το σαφές περιεχόμενό της ότι με αυτήν η αναιρεσείουσα, όπως και η ίδια επικαλείται, δήλωσε τη βούλησή της να διακόψει τη συνεργασία της με τον αναιρεσίβλητο και συνεπώς δεν παρέλειψε εσφαλμένα να εφαρμόσει τις ανωτέρω διατάξεις, περαιτέρω δε, εκτιμώντας από το σύνολο των απαοδείξεων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), την αλήθεια του περιεχομένου στη δήλωση αυτή ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ότι το έργο έχει το αναφερόμενο στην δήλωση αυτή πραγματικό ελάττωμα, δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός αυτός, όπως και λοιποί ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας για καθυστερήσεις στην εκτέλεση του έργου και για ελλείψεις συμφωνημένων ιδιοτήτων αυτού δεν είναι αληθείς και συνεπώς ότι η από 6/9/2013 δήλωση δεν αποτελεί υπαναχώρηση από τη σύμβαση, αλλά καταγγελία αυτής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, αφού σημειωθεί ότι δεν τίθεται ζήτημα να περιληφθεί στην απόφαση διάταξη για το παράβολο, αφού νομίμως κατά τα άρθρα 495 παρ. 3 εδ. τελευταίο και 614 παρ. 5 ΚΠολΔ δεν έχει κατατεθεί παράβολο από την αναιρεσείουσα, γιατί πρόκειται για διαφορά από αμοιβή μηχανικού. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 21-11-2022 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4866/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και -
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ