Supreme Court dismisses appeal against tax authority seizure order due to lack of procedural error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a tax authority's seizure order, ruling the lower court's decision was legally sound. The State argued the tax company failed to receive the seizure notice in time, causing irreparable harm, but the Court found no direct violation of substantive law. Consequently, the Court held the appeal was baseless and ordered the State to pay the opposing party's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court held that an appeal based on alleged procedural defects in tax enforcement is inadmissible if the lower court correctly interpreted substantive law and provided full reasoning regarding the taxpayer's lack of knowledge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 471 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 471/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Λάρισας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Μπίκου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ευθυμίου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/11/2010 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 212/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 165/2015 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 7/3/2016 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 139/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 165/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 198/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 8/1/2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αρθμ. 198/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή της αναιρεσίβλητης και είχε ακυρωθεί η επιβληθείσα στα χέρια της ως τρίτης κατάσχεση. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 αρθμ.3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 75 παρ.1 εδ.α Κ.Ε.Δ.Ε. που ορίζει ότι παράλειψη ή ακυρότητα των πράξεων εκτελέσεως μπορεί να προταθεί από τον οφειλέτη αν αυτή αποδεικνύεται από αυτές τις ίδιες τις πράξεις και αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, επήλθε σ' αυτόν βλάβη που δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά με κήρυξη της ακυρότητας, προκύπτει ότι οι σημειούμενες στη διοικητική εκτέλεση παραλείψεις ή ακυρότητες οδηγούν σε ακύρωση της τελευταίας, αφενός μεν αν αποδεικνύονται από την ίδια την πράξη και αφετέρου αν προξένησαν στον προτείνοντα ανεπανόρθωτη, κατά την προδιαληφθείσα έννοια του όρου, βλάβη, στις ακυρότητες δε που αφορούν την επίδοση του κατασχετηρίου περιλαμβάνονται και εκείνες που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια τρίτου εκ μέρους των οργάνων του Δημοσίου κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι οποίες (ακυρότητες) προτείνονται από τον τρίτο με ανακοπή.
Η επίδοση του κατασχετηρίου στον τρίτο αποτελεί συστατικό στοιχείο της εις βάρος του κατασχέσεως και η παράλειψη της επιδόσεως αυτής οδηγεί στο ανυπόστατο, το οποίο προτείνεται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Δεν αρκεί δε μόνον η σύνταξη του κατασχετηρίου ούτε αποτελεί αυτή διαδικαστική πράξη της διαδικασίας κατασχέσεως στα χέρια τρίτου.
Αυτό διότι η αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια τρίτου επιβάλλεται και αποκτά νομική υπόσταση δια και από της επιδόσεως του κατασχετηρίου στον τρίτο, από την οποία (επίδοση) τελειούται και παράγει τις συνέπειές της. Χωρίς την επίδοση ή με άκυρη επίδοση η επιχειρηθείσα καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο κατάσχεση είναι ανυπόστατη (ΑΠ 117/2011, ΑΠ 884/2010).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 126 παρ. 1 εδ. δ, 127 παρ. 1, 128 παρ. 1, 129 παρ. 1 και 139 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για να επιδοθεί έγκυρα δικόγραφο σε νομικό πρόσωπο, πρέπει αυτό να παραδοθεί στο νόμιμο ή κατά το καταστατικό νόμιμο εκπρόσωπό του είτε στην κατοικία του είτε στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο του νομικού προσώπου.
Αν ο νόμιμος εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δεν βρίσκεται στην κατοικία του ή στο κατάστημα κ.λπ. του νομικού προσώπου, το έγγραφο παραδίδεται στην πρώτη περίπτωση, σ' έναν από τους συγγενείς, υπηρέτες ή άλλους, που συνοικούν με τον παραλήπτη και στη δεύτερη περίπτωση σ' ένα από τα διαζευκτικώς αναφερόμενα πρόσωπα (στο διευθυντή του καταστήματος, του γραφείου ή του εργαστηρίου ή σ' έναν από τους συνεταίρους, συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες), χωρίς να είναι απαραίτητο για το κύρος της επιδόσεως να τηρηθεί καμιά σειρά τόσο ως προς τον τόπο επιδόσεως, δηλαδή αναζήτηση του νόμιμου εκπροσώπου πρώτα στην κατοικία και μετά στο κατάστημα, γραφείο ή εργαστήριο, όσο και ως προς τα πρόσωπα, που θα παραδοθεί το επιδιδόμενο έγγραφο, σε απουσία του.
Στην έκθεση επιδόσεως, πρέπει να αναγραφεί από τον δικαστικό επιμελητή το ονοματεπώνυμο του νόμιμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου, αν η επίδοση γίνεται στον ίδιο. Σε περίπτωση που αυτός δεν βρεθεί στο γραφείο του (άρθρο 124 παρ. 2 ΚΠολΔ) και η επίδοση γίνει με παράδοση του εγγράφου σε πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 129 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν απαιτείται μεν η αναγραφή στην έκθεση του ονόματος του νόμιμου εκπροσώπου του, πρέπει, όμως, να αναφέρεται σ' αυτή το γεγονός της μη ανευρέσεως και το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα του προσώπου, στο οποίο έγινε η παράδοση του εγγράφου, για να διαπιστωθεί, αν αυτό το φυσικό πρόσωπο είναι από τα αναφερόμενα στην διάταξη αυτή ως δεκτικά παραδόσεως (ΑΠ 396/2006).
Περαιτέρω, ο εκπρόσωπος του νομικού προσώπου δικαιούται, εντός του πλαισίου της γενικής προς εκπροσώπηση του νομικού προσώπου εξουσίας του, να ορίσει κάποιο άλλο πρόσωπο (δικηγόρο, υπάλληλο, κ.λπ.) ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων, οπότε στην τελευταία περίπτωση ο εξουσιοδοτηθείς μπορεί να παραλάβει δικόγραφο, σαν να ήταν ο ίδιος ο εκπρόσωπος (ΑΠ 2137/2007) και δεν είναι αναγκαίο να γίνεται μνεία του ονοματεπωνύμου αυτού, αρκούσης της μνείας του ονοματεπωνύμου του πληρεξουσίου, η οποία μπορεί να μη γίνεται στο κυρίως κείμενο της εκθέσεως επιδόσεως, αλλά να αναφέρεται αυτό και πριν από την υπογραφή του παραλαβόντος το δικόγραφο.
Εφόσον υπάρχει πληρεξουσιότητα, μπορεί η επίδοση να γίνει προς τον πληρεξούσιο του εκπροσώπου, χωρίς καμία άλλη προϋπόθεση ή διατύπωση (ΟλΑΠ 900/1985,ΑΠ443/2015,ΑΠ322/2015,ΑΠ 1005/2005). Επίσης, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 117, 139, 438 και 440 του ΚΠολΔ, η έκθεση επιδόσεως, που συντάσσει ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής συνιστά δημόσιο έγγραφο, το οποίο παρέχει πλήρη απόδειξη ως προς όσα βεβαιώνονται σ' αυτήν, ότι έγιναν από το δικαστικό επιμελητή ή ενώπιόν του.
Ανταπόδειξη επιτρέπεται μόνο με την προσβολή της εκθέσεως επιδόσεως ως πλαστής. Τα περιστατικά, αντίθετα, που βεβαιώνονται σ' αυτή, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο δικαστικός επιμελητής, αλλά τα οποία δεν υποπίπτουν, από τη φύση τους, στην άμεση αντίληψή του, όπως είναι και ότι εκείνος στον οποίο εγχειρίσθηκε το έγγραφο είναι υπάλληλος του παραλήπτη, που στηρίζεται σε δήλωση του παραλαβόντος, αποδεικνύονται μεν πλήρως από την έκθεση επιδόσεως, επιτρέπεται όμως ως προς αυτά ανταπόδειξη, με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο και με μάρτυρες, από εκείνον που αμφισβητεί την αλήθειά τους (ΑΠ 1024/2019,ΑΠ 720/2019, ΑΠ 641/2017).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005,7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).
Κατά δε το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο προβλεπόμενος από την ως άνω διάταξη λόγος αναιρέσεως για κήρυξη ή μη ακυρότητας που απαγγέλλεται μόνο σε περίπτωση βλάβης του διαδίκου που την προτείνει, ιδρύεται μόνον αν ο αναιρεσείων που υπέστη τη βλάβη πρότεινε αυτήν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας στη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ1525/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον μοναδικό λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30, 32, 33, 75 ΚΕΔΕ και κατά παράβαση του νόμου (άρθρα 987, 126, 127,129, 139,159γ ΚΠολΔ) κήρυξε άκυρη την επίδοση του κατασχετηρίου στα χέρια της αναιρεσίβλητης, δεχόμενο εσφαλμένα ότι αυτό επιδόθηκε σε υπάλληλό της, ο οποίος δεν ήταν αρμόδιος να παραλαμβάνει τέτοια έγγραφα, μετά δε την παραλαβή του κατασχετηρίου αμέλησε να το παραδώσει στο νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης, η οποία υπέστη ανεπανόρθωτη βλάβη, αντί να δεχθεί ότι η ως άνω έκθεση επιδόσεως, ως προς τη δήλωση του υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης ότι είναι αρμόδιος για την παραλαβή δικογράφων, παράγει πλήρη απόδειξη, επιτρεπομένης ανταποδείξεως μόνο με την προσβολή της εκθέσεως ως πλαστής, στην οποία δεν προέβη η αναιρεσίβλητη.
Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 αρθμ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα : " Το καθ'ου η ανακοπή έχοντας απαίτηση σε βάρος της ... ΑΕ επέδωσε στις 12-7-2010 στην έδρα της ανακόπτουσας το υπ'αρθμ.10199/28-6-2010 κατασχετήριο, με το οποίο επέβαλε στα χέρια της ως τρίτης κατάσχεση σε όσα αυτή οφείλει ή μέλλει να οφείλει στην ως άνω ΑΕ, μέχρι του ποσού των 270.761,88 ευρώ.
Όπως προκύπτει από την υπ'αρθμ.695/12-7-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Κ. Α. το ως άνω κατασχετήριο επιδόθηκε στον υπάλληλο της ανακόπτουσας Κ. Μ., με τη μνεία " αφού βρήκα τον υπάλληλο και υπεύθυνο για την παραλαβή δικογράφων εγγράφων κ. Μ. Κ., όπως μου δήλωσε, παρέδωσα σ'αυτόν το έγγραφο". Ωστόσο το πρόσωπο αυτό δεν ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος της ανακόπτουσας στον οποίο έπρεπε να γίνει η επίδοση του κατασχετηρίου...
Νόμιμος εκπρόσωπος ορίστηκε ο Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, Μ. Η. Μ., ο οποίος ουδέποτε όρισε τον προαναφερόμενο υπάλληλο ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων ή σχετικών εγγράφων που επιδίδονται σ'αυτήν. Μόνη δε περίπτωση να λάβει χώρα επίδοση σε άλλον πλην του νομίμου εκπροσώπου πρόσωπο, είναι να μην ευρεθεί ο νόμιμος εκπρόσωπος και να γίνει επίδοση στα πρόσωπα που προβλέπονται στο άρθρο 129 παρ.1 ΚΠολΔ.
Στην περίπτωση αυτή για το έγκυρο της επιδόσεως σε πρόσωπο άλλο από το νόμιμο εκπρόσωπο θα πρέπει να βεβαιώνεται στην έκθεση ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος δεν βρέθηκε στην έδρα της εταιρείας αν και αναζητήθηκε... Όμως τέτοια βεβαίωση δεν έχει περιληφθεί στην ως άνω έκθεση επιδόσεως. Η άτακτη αυτή επίδοση του κατασχετηρίου είχε ως αποτέλεσμα την ανεπανόρθωτη βλάβη της ανακόπτουσας, καθόσον δεν εξασφαλίστηκε η δυνατότητα γνώσεως του επιδιδόμενου εγγράφου από τον νόμιμο εκπρόσωπό της, προκειμένου να ασκήσει τις εκ των άρθρων 985 ΚΠολΔ και 32 ΚΕΔΕ υποχρεώσεις της.
Όπως προκύπτει από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Α. Μ., υπεύθυνου του τμήματος αγορών της ανακόπτουσας, ο υπάλληλος Κ. Μ. που στις 12-7-2010 παρέλαβε το κατασχετήριο, δεν ήταν αρμόδιος να παραλαμβάνει τέτοια έγγραφα, μετά δε την παραλαβή του, το έθεσε στο συρτάρι του και αμέλησε να το επιδώσει στο νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας, στον διευθύνοντα σύμβουλο Μ.
Μ. ή σε άλλο μέλος του ΔΣ της ανακόπτουσας. Ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας έλαβε γνώση της επίδοσης αργότερα στις29-9-2010, όταν παρέλαβε το 14814/29-9-2010 έγγραφο της Β' ΔΟΥ Λάρισας, πλην όμως είχε παρέλθει η προθεσμία των οκτώ ημερών για την υποβολή της σχετικής δηλώσεως περί του αν υφίσταται η φερόμενη οφειλή της ανακόπτουσας στην οφειλέτιδα του δημοσίου, με αποτέλεσμα η ανακόπτουσα να λογίζεται έναντι του επιβαλλόντος την αναγκαστική κατάσχεση ως οφειλέτης αυτού και δη για το σύνολο του κατασχόμενου ποσού των 270.761,88 ευρώ.
Το αληθές της μη έγκαιρης γνώσης της επίδοσης του κατασχετηρίου από το νόμιμο εκπρόσωπο της ανακόπτουσας επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι αυτή δεν είχε κανένα λόγο να το αποκρύψει, καθώς επρόκειτο για ακμάζουσα εξαγωγική επιχείρηση, η οποία δεν είχε οφειλές ούτε προς το Δημόσιο ούτε προς τρίτους, η μοναδική δε προσωρινή οφειλή της προς την ως άνω οφειλέτιδα, η οποία προερχόταν από μια συνήθη εμπορική συναλλαγή, δεν υπερέβαινε το ποσό των 8.000 ευρώ το οποίο στη συνέχεια εξοφλήθηκε.
Μη γνωρίζοντας το Δημόσιο το πραγματικό υπόλοιπο των συναλλαγών της ανακόπτουσας με την οφειλέτιδά του, κατάσχεσε εις χείρας της ανακόπτουσας το σύνολο του ποσού, αναμένοντας αυτήν να διευκρινίσει το ποσό της οφειλής. Μη λαμβάνοντας όμως καμία δήλωση για την ύπαρξη της οφειλής, το Δημόσιο παρακράτησε από επιστροφές ΦΠΑ που δικαιούτο η ανακόπτουσα το ποσό των 270.000 ευρώ, προκειμένου να το συμψηφίσει με τη φερόμενη οφειλή.
Εφόσον αποδείχθηκε η ανεπανόρθωτη βλάβη της ανακόπτουσας, η επίδοση του κατασχετηρίου έγινε κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων και συνεπώς η επιβληθείσα κατάσχεση είναι άκυρη. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά εφάρμοσε το νόμο και ακύρωσε το κατασχετήριο και επομένως, ο δεύτερος λόγος της εφέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθώς και η έφεση ως ουσία αβάσιμη.".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο ότι α) στην επίμαχη έκθεση επιδόσεως ο δικαστικός επιμελητής δεν βεβαιώνει ότι αναζητήθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης και δεν ανευρέθη, β) ο δικαστικός επιμελητής, αφού βρήκε τον υπάλληλο και υπεύθυνο για την παραλαβή δικογράφων εγγράφων Μ. Κ., όπως του δήλωσε, παρέδωσε σ'αυτόν το έγγραφο, γ) ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης ουδέποτε όρισε τον υπάλληλο αυτό αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων ή σχετικών εγγράφων που επιδίδονται σ'αυτήν, δ) ο ως άνω υπάλληλος μετά την παραλαβή του επίμαχου κατασχετηρίου, το έθεσε στο συρτάρι του και αμέλησε να το παραδώσει στο νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης, ε) ο νόμιμος εκπρόσωπος έλαβε γνώση της επιδόσεως δυόμιση μήνες αργότερα, αφού είχε παρέλθει η προθεσμία των 8 ημερών για την υποβολή, κατά το άρθρο 32 ΚΕΔΕ, σχετικής δηλώσεως προς το Δημόσιο περί του αν υφίσταται η φερόμενη οφειλή της αναιρεσίβλητης στην οφειλέτιδά του, με αποτέλεσμα η αναιρεσίβλητη να λογίζεται οφειλέτης του Δημοσίου και δη για το σύνολο του κατασχόμενου ποσού των 270.761,88 ευρώ και στ) από την ανωτέρω άτακτη επίδοση του ενδίκου κατασχετηρίου δεν εξασφαλίσθηκε η δυνατότητα γνώσεως αυτού εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου της για να ασκήσει τις εκ των άρθρων 985 ΑΚ και 32ΚΕΔΕ υποχρεώσεις της, υπέστη αυτή ανεπανόρθωτη βλάβη, δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτές και, προκειμένου να καταλήξει στην παραπάνω κρίση του, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ,αναφορικά με το ζήτημα της αρμοδιότητας του υπαλλήλου της ήδη αναιρεσίβλητης να παραλάβει το ένδικο κατασχετήριο, που δέχθηκε ότι δεν υπήρχε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, καθώς και αυτό (ζήτημα) της ελλείψεως δυνατότητας γνώσεως αυτού, εκ μέρους της, για να ασκήσει τα ανωτέρω δικαιώματά της και της εντεύθεν δικονομικής της βλάβης, που δέχθηκε ότι συνέτρεξε.
Ούτε περαιτέρω, το Εφετείο, με το να δεχθεί τα ανωτέρω, προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη ακυρότητας. Επομένως, ο μοναδικός αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1 και14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο σκέλος του και 18 και 19, ορθώς εκτιμώμενος ως μόνο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος.
Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις του που προβάλλονται με το δεύτερο σκέλος του και δη ότι τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση <...περί του ακμάζοντος χαρακτήρα της επιχείρησης αφορούν το αληθές ή μη της έγκαιρης γνώσης της επίδοσης του κατασχετηρίου και όχι τους λόγους της μη έγκαιρης γνώσης ...>, ο λόγος (αρθμ.19 άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν ιδρύεται, αφού πλήττονται επιχειρήματα, που χρησιμοποίησε το Εφετείο για την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, καθώς και η αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561αρθμ.1 ΚΠολΔ).
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106,176,183,189 αρθμ.1,191αρθμ.2ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα επιβληθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 αρθμ.1,3 του Ν 3693/1957, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος σημειώνεται ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο δεν υποχρεούται, κατ'άρθρο 19 παρ.1 του ΝΔ της 26-6/10-7-1944, σε συνδυασμό με άρθρο 36 ΠΔ 28/1931, σε κατάθεση του προβλεπομένου από το άρθρο 495 αρθμ.3 ΚΠολΔ παραβόλου, για την άσκηση αναιρέσεως και γι'αυτό δεν γίνεται λόγος περί τούτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-1-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ'αρθμ. 198/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ