Legislator Case Law & Legislation
471/2017 AI generated

471/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 471/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

471/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης, ειδοποίηση, με το αναγκαίο, κατά νόμο, περιεχόμενο, δημοσιεύτηκε σε τρεις αθηναϊκές εφημερίδες [1) "ΗΧΩ ΤΩΝ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ", φύλλο 13.069 της 21-1-2016, 2) "ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΩΝ", φύλλο 26.480 της 22-1-2016 και 3) "ΓΕΝΙΚΗ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ", φύλλο 11.448 της 21-1-2016], καθώς και σε μία της Αχαΐας ["ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΑΧΑΐΑΣ", φύλλο 7.090 της 21-1-2016].

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 471 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 471/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Η. Κ. του Π., … και 35) α. Κ. Χ. Π., β. Ε. Π. Κ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2005 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 34/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με οκτώ (8) αυτοτελείς αιτήσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων, με τις (διά των προτάσεων) ανταιτήσεις ορισμένων εξ αυτών, καθώς και με τις προφορικώς ασκηθείσες ενώπιον του ακροατηρίου παρεμβάσεις τρίτων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 504/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-1-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 21-4-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από τα πιστοποιητικά που με επίκληση προσκομίζει το αναιρεσείον, αντίγραφα της ένδικης, από 10-1-2007, αίτησης αναιρέσεως, με την πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τις 13-5-2016 που είχε οριστεί αρχικά, οπότε αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο της 27-1-2017, ερήμην των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 226 παρ. 4 εδάφ.

γ' και δ', 575 εδάφ. β' ΚΠολΔ), τοιχοκολλήθηκαν, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο, στο κατάστημα του Δικαστηρίου τούτου (15-12-2015) και στα δημοτικά καταστήματα του Δήμου Πατρέων και της Δημοτικής Ενότητας Ρίου (28-12-2015 και 29-12-2015, αντίστοιχα), στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.

Επίσης, ειδοποίηση, με το αναγκαίο, κατά νόμο, περιεχόμενο, δημοσιεύτηκε σε τρεις αθηναϊκές εφημερίδες [1) "ΗΧΩ ΤΩΝ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ", φύλλο 13.069 της 21-1-2016, 2) "ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ ΚΑΙ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΩΝ", φύλλο 26.480 της 22-1-2016 και 3) "ΓΕΝΙΚΗ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ", φύλλο 11.448 της 21-1-2016], καθώς και σε μία της Αχαΐας ["ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΑΧΑΐΑΣ", φύλλο 7.090 της 21-1-2016].

Επομένως, οι καθ'ων η αίτηση-αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκαν, ούτε κατέθεσαν δηλώσεις (άρθρα 242 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), κλητεύθηκαν νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 4 ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ/Α/82/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αιτήσεις αναίρεσης, κατά το άρθρο 146 παρ. 10 του ίδιου νόμου.

Γι' αυτό, η υπόθεση πρέπει να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 εδάφ. α' του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), κατά της απόφασης του εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης επιτρέπεται μόνο το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 553 παρ. 1β', 577, 309 εδάφ. α', 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η απόφαση αυτή πρέπει να είναι, κατ' αρχήν, οριστική κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Οριστικές είναι οι αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν, ολικά ή μερικά, το αίτημα παροχής έννομης προστασίας, περιέχοντας διάγνωση ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσης και απεκδύοντας έτσι το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το εν λόγω αίτημα. Επομένως, δεν είναι οριστική η απόφαση, με την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση, εξαιτίας της μη κλήτευσης ή της μη νόμιμης κλήτευσης κάποιου των διαδίκων.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η αναίρεση της 504/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών που, αφού συνεκδίκασε εννιά (9) αυτοτελείς αιτήσεις (μεταξύ των οποίων και την από 26-9-2005 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου) με ανταιτήσεις και παρεμβάσεις που ασκήθηκαν στο ακροατήριο και με τις προτάσεις, καθόρισε α) οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τα περιγραφόμενα απαλλοτριωμένα ακίνητα (εδαφικές εκτάσεις με τα επικείμενά τους) και β) ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εδαφικών τμημάτων που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, ενώ αναγνώρισε ότι οι αναφερόμενοι ιδιοκτήτες δεν έχουν υποχρέωση αυτοαποζημίωσης ή αποζημίωσης τρίτων παρόδιων ιδιοκτησιών.

Όμως, ως προς τον 21ο των καθ' ων η αίτηση, ήδη 14ο αναιρεσίβλητο, Χ. Κ., φερόμενο ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου ακινήτου που αναγράφεται στον οικείο κτηματολογικό πίνακα με τον αριθμό …, η συζήτηση της ως άνω από 26-9-2005 αίτησης του ήδη αναιρεσείοντος κηρύχθηκε απαράδεκτη εξαιτίας της μη κλήτευσής του, ενώ ό ίδιος δεν άσκησε αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση.

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον του, είναι απαράδεκτη και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον διάδικο αυτόν, δεν είναι οριστική, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως.

Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του ν. 2882/2001, "1. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και να ανταποκρίνεται στην αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης για οριστικό προσδιορισμό, κατά το χρόνο της συζήτησης για τον προσδιορισμό αυτόν.

Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό. Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και για το δικαστήριο υποχρεωτικά, προκειμένου να διαγνωστεί η πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται η εν λόγω διάταξη στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή αν λάβει υπόψη άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του, για την πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, αν ληφθεί υπόψη η χρησιμοποιούμενη στην παραπάνω διάταξη λέξη "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, κατά συνέπεια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1175/2015, ΑΠ 1021/2015, ΑΠ 844/2015).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την πιο πάνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 148/2008). Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Τέλος, ο λόγος αυτός προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και, επομένως, δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (ΑΠ Ολομ. 3/1997, ΑΠ 204/2016, ΑΠ 701/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη 504/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών αιτίαση, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα εξής: Με την παραπάνω, από 26-9-2005, αίτησή του, ζήτησε, για τα αναφερόμενα ακίνητα [τριάντα τέσσερα (34) τον αριθμό επί συνόλου πενήντα (50)], που με τη νόμιμα δημοσιευμένη 1047528/ 4695/0010/2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, για λόγους δημόσιας ωφέλειας (για τη δημιουργία ζώνης πρασίνου των οδών πρόσβασης της γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου, στην περιοχή του Δήμου Ρίου Αχαΐας), να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης μειωμένη, σε ποσοστό 5% έως 80%, αναλόγως, σε σχέση με τα υπόλοιπα, της ίδιας κατηγορίας, απαλλοτριωμένα ακίνητα, όπως αυτά ήταν χωρισμένα σε κατηγορίες (παραλιακά, εσωτερικά κ.λπ.).

Και τούτο, επειδή τα ακίνητα αυτά αποτελούσαν τμήματα μεγαλύτερων ακινήτων που είχαν απαλλοτριωθεί αναγκαστικά με προηγούμενη πρόσφατη απαλλοτρίωση για το έργο "προσβάσεις γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου" και είχε κριθεί γι' αυτά, με τη σχετική 143/2003 απόφαση του ίδιου Εφετείου, ότι κατέστησαν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα και, εξαιτίας αυτού, μειώθηκε η αξία τους σε ιδιαίτερο για το καθένα ποσοστό (από 5% έως 80%).

Κατόπιν αυτών, οι ιδιοκτήτες τους έλαβαν, ως ιδιαίτερη αποζημίωση, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), διάφορα ποσά, επιπλέον της αποζημίωσης που έλαβαν και αφορούσε τα απαλλοτριωμένα ακίνητά τους. Όμως, το Εφετείο, στην κρινόμενη περίπτωση, αν και, κατά τον κρίσιμο χρόνο του προσδιορισμού της οριστικής αποζημίωσης, συνέτρεχαν για τα εν λόγω ακίνητα οι ίδιες, μειωτικές της αξίας τους, περιστάσεις (μη οικοδομησιμότητα κ.λπ.), που τα καθιστούσαν μειονεκτικά σε σχέση με τα υπόλοιπα απαλλοτριωμένα ακίνητα των αντίστοιχων κατηγοριών, απέρριψε το αίτημά του ως μη νόμιμο με την αιτιολογία ότι "...η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση την αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά τον χρόνο της συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 2882/2001".

Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν ιδρύεται ο παρών λόγος, αφού το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το επίμαχο αίτημα ως μη νόμιμο. Εν πάση, όμως, περιπτώσει (λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων), με την εκδοχή ότι προσάπτονται αιτιάσεις στην εν λόγω απόφαση για το ότι δεν παρατίθενται σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, τα οποία επιδρούν αυξητικά στην αξία των ακινήτων αυτών, κατ' αντιστάθμιση των επικαλούμενων από το αναιρεσείον μειωτικών τους στοιχείων, με συνέπεια η απόφαση να καθίσταται, όπως το αναιρεσείον υποστηρίζει, "εντελώς αναιτιολόγητη", ο λόγος είναι, επίσης, απαράδεκτος, διότι η απόφαση αυτή δεν στερείται αιτιολογιών, αφού διαλαμβάνεται ότι έγινε η υπόψη αναγκαστική απαλλοτρίωση, για δημόσια ωφέλεια, των ιδιοκτησιών των αναιρεσιβλήτων και, με βάση τα αναφερόμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα που συνεκτιμήθηκαν, προσδιορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις απαλλοτριούμενες εδαφικές εκτάσεις με τα επικείμενά τους, καθώς και ιδιαίτερη αποζημίωση για τα τμήματα που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση λόγω μείωσης της αξίας τους και, επίσης, αναγνωρίστηκε ότι δεν συντρέχει το κατ' άρθρ. 1 του ν. 653/1977, μαχητό πλέον, τεκμήριο ωφέλειας για τα αναγραφόμενα ακίνητα (άρθρ. 33 ν. 2971/2001).

Ο δεύτερος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης δεν ερευνάται, διότι για το παραδεκτό και βάσιμο αυτού δεν υπάρχει θετική γνωμοδότηση του αρμόδιου Α' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (σχετ. η 530/2007 γνωμοδότησή του), κατά τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 και 2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 28 παρ. 3 ν. 2579/1998 και 42 του ν. 272/1999, αντίστοιχα, οι οποίες έχουν εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση, λόγω του χρόνου άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως (10-1-2007), καθόσον το άρθρο 12 του πιο πάνω νόμου καταργήθηκε ήδη με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009, με έναρξη ισχύος 7-8-2009 (ΑΠ 26/2011, ΑΠ 1917/2005).

Οι διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας για τα ακίνητα που αποκτούν πρόσοψη επί των διανοιγόμενων εθνικών οδών, η ισχύς των οποίων επεκτάθηκε, με το άρθρ. 62 παρ. 9 και 10 ν. 947/1979, και στις νέες χαράξεις και διαπλατύνσεις των εθνικών οδών και στους επαρχιακούς και δημοτικούς δρόμους, αντίκεινται στο άρθρο 1 εδάφ.

α' του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία, μετά την επικύρωσή της, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του εσωτερικού δικαίου, άρα και της προαναφερόμενης διάταξης του ν. 653/1977, κατ' άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ Ολομ. 7/2013, 11/ 2004 και 10/2004).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει πλέον ως μαχητό και, συνεπώς, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες θεωρούν ότι δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση, μπορούν να το καταρρίψουν, αποδεικνύοντας ότι δεν ωφελούνται και να διεκδικήσουν την αντίστοιχη αποζημίωση (ΑΠ Ολομ. 7/2013), ήτοι ρύθμιση που προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 ν. 2971/2001 (που ισχύει από 19-1-2002), το οποίο, πάντως, κατά το άρθρ. 37 εδάφ.

α' του νόμου αυτού, δεν εφαρμόζεται και στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που μέχρι τότε είχαν συντελεστεί (ΑΠ Ολομ., 7/2013, 12/2011, 11/2011). Μάλιστα, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου αυτού (33 του ν. 2971/2001) προκύπτει ότι τα στοιχεία, για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου, διευρύνονται και, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο ή στα έργα που περιλαμβάνονται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου κατά τις διατάξεις που ισχύουν (ΑΠ 318/2016, ΑΠ 406/2015, ΑΠ 34/2015).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 33 του ν. 2971/2001, παρ. 1 έως 7 (ΦΕΚ Α' 285/19-12-2001), που άρχισε να ισχύει από 19-1-2002, το τεκμήριο της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών, όπως αυτό καθορίζεται από τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία που ορίζεται στο ίδιο άρθρο.

Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή εκείνος που αξιώνει δικαιώματα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, αν θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, να γίνει σχετική διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης.

Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή της απόφασης για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, σε περίπτωση που ζητήθηκε απευθείας οριστικός προσδιορισμός. Μετά τη λήξη του διμήνου, η αίτηση παραπέμπεται, προκειμένου να εξεταστεί από τριμελή (διοικητική) επιτροπή, αποτελούμενη από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 3 του εν λόγω άρθρου πρόσωπα.

Η επιτροπή αυτή, μέσα σε προθεσμία, το αργότερο, τριών μηνών από τότε που της διαβιβάστηκε η αίτηση, συντάσσει σχετική έκθεση, με την οποία γνωμοδοτεί αιτιολογημένα για τη βασιμότητα της αίτησης. Ακολούθως, η αίτηση μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο πιο πάνω αρμόδιο δικαστήριο (Εφετείο), το οποίο αποφαίνεται κυριαρχικά, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, για το αν υπάρχει ή όχι ωφέλεια από το έργο στο τμήμα του ακινήτου που εναπέμεινε μετά την απαλλοτρίωση.

Κατά της απόφασης του δικαστηρίου επιτρέπεται μόνο αναίρεση. Οι συνέπειες του άρθρου 9 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) ισχύουν και στην περίπτωση που η σχετική με το τεκμήριο απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν επιτρέπεται ο καθορισμός νέας τιμής μονάδας.

Οι προπαρατιθέμενες διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, αν ληφθεί υπόψη το δημόσιο συμφέρον που επιβάλλει τη μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των σχέσεων που δημιουργούνται από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, δεν αντίκεινται στις αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και έχουν εφαρμογή, όπως προεκτέθηκε, και στις απαλλοτριώσεις εκείνες που δεν είχαν συντελεστεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του.

Η προβλεπόμενη από το άρθρο 33 του ν. 2971/2001 διαδικασία που προπεριγράφηκε ισχύει στην περίπτωση της υποβολής αυτοτελούς (χωριστής) αίτησης, δηλαδή για την ανατροπή (μόνο) του τεκμηρίου ωφέλειας, ενώ, αντίθετα, στην περίπτωση της σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο του αιτήματος για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας με εκείνο του καθορισμού οριστικής αποζημίωσης για το τμήμα του απαλλοτριωμένου ακινήτου που πρέπει να αποζημιωθεί, τα οποία (αιτήματα) ερευνώνται ενιαία από το Εφετείο (Ολομ.

ΑΠ 11 και 10/2004), δεν εφαρμόζονται ούτε η ειδική διαδικασία, ούτε η προδικασία και οι προθεσμίες των διατάξεων αυτών του ν. 2971/ 2001. Αλλά, αντίθετα, το Εφετείο, στην τελευταία αυτή περίπτωση (όταν το αίτημα ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας εισάγεται σωρευτικά με το ίδιο δικόγραφο της αίτησης για τον καθορισμό οριστικής αποζημίωσης), πρέπει να ερευνά το αίτημα αυτό και αν ακόμη δεν είχε τηρηθεί η προδικασία του άρθρ. 33 ν. 2971/2001 (ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1091/2011, ΑΠ 1424/2010).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο, ήτοι εκείνες τις ακυρότητες (δικονομικές) που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, οι οποίες απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 315/2013).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος ορισμένων από τους αναιρεσιβλήτους, αναγνώρισε ότι αυτοί, ως (φερόμενοι) ιδιοκτήτες των απαλλοτριωμένων ακινήτων που αναγράφονται στον οικείο κτηματολογικό πίνακα με τους αριθμούς 61, 77, 75, 98, 101 και 102, δεν έχουν υποχρέωση προς αυτοαποζημίωση ή αποζημίωση τρίτων παρόδιων ιδιοκτησιών (με την αιτιολογία ότι δεν προσπορίστηκαν καμία ωφέλεια από το έργο της απαλλοτρίωσης), αντί να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς το αίτημα αυτό, δεδομένου ότι δεν τηρήθηκε η απαιτούμενη, κατά το άρθρ. 33 ν. 2971/2001, προδικασία με τη διαβίβαση στο δικαστήριο της έκθεσης της αρμόδιας επιτροπής, όπως το αναιρεσείον, παραδεκτά, προέβαλε με τις προτάσεις του εκείνης της δίκης.

Όμως, αφού το αίτημα αυτό είχε εισαχθεί, προς συνεκδίκαση, σωρευτικά με το ίδιο δικόγραφο των σχετικών, από 15-3-2005 και από 4-7-2005, αιτήσεων (των ενδιαφερόμενων Π. Κ. κ.λπ. και Γ. Ε. Κ. κ.λπ., αντίστοιχα) για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης (για εδαφικές εκτάσεις με τα επικείμενά τους) και ιδιαίτερης αποζημίωσης για μείωση της αξίας των τμημάτων τους που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, το Εφετείο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ήταν υποχρεωμένο να εξετάσει ενιαία και το αίτημα αυτό, έστω και αν δεν είχε τηρηθεί η προδικασία του άρθρου 33 ν. 2791/2001.

Επομένως, ο παρών λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και ως προς τους υπόλοιπους αναιρεσιβλήτους, χωρίς να γίνει λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους, οι οποίοι ερημοδίκησαν και, φυσικά, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Ιανουαρίου 2007 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 5/10-1-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 504/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πάτρας, ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του 14ου των αναιρεσιβλήτων Χ. Κ.. Και

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την ίδια αναίρεση, ως προς τους υπόλοιπους αναιρεσιβλήτους.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ