471/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated471/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι από 20 Οκτωβρίου 2014 και 5 Μαρτίου 2015 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθ. 506/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 573 ΚΠολΔ, καθόσον υπάγονται στην ίδια διαδικασία, επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Full text
Απόφαση 471 / 2016 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 471/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α) Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Μ., κληρονόμου μητρός του Κ. Μ., αρχικής διαδίκου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δ. Μ. και 2) Δ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. χήρας Ι. Λ. το γένος Σ. Τ., 2) Ε. Λ. του Ι., 3) Σ. Λ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Α. Γ., 4) Α. Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος, 5) Ν.Π.Ι.Δ. "ΠΕΙΡΑΪΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ", και 6) Ν.Π.Ι.Δ. "...", νομίμως εκπροσωπούμενα, με έδρα τον …, τα οποία δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και 7) Ελληνικού Δημοσίου, προσθέτως παρεμβαίνοντος, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θωμαΐδα Ι. Κουρτέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Β) Των αναιρεσειόντων: 1) Ά. χήρας Ι. Λ. το γένος Σ. Τ., 2) Ε. Λ. του Ι., 3) Σ. Λ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Α. Γ., 4) Α. Γ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Δ. Μ., ως διαδόχου και συνεχίζοντος τις αγωγές της αποβιωσάσης μητρός του Κ. συζύγου Δ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δ. Μ. και 2) Δ. Ι. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητάς του ως δικηγόρος.
Κοινοποιούμενη προς: 1) Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Νομικό πρόσωπο ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Πειραϊκός Σύνδεσμος" και 3) Νομικό πρόσωπο ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "...", νομίμως εκπροσωπούμενα, με έδρα τον …, τα οποία δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: 1) 20-9-2005 αγωγή της τότε διαδίκου Κ. συζ. Δ. Μ., 2) 2-10-2005 αγωγή του Α. Σ. Γ. και 3) 10-11-2005 αγωγή της Ά. Λ., που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν με την από 23-5-2006 προφορικώς ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ του Ν.Π.Ι.Δ. "...". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5871/2007 και 4574/2008 μη οριστικές και, κατόπιν της από 26-4-2010 ανταγωγής της τότε διαδίκου Κ. Μ. και του Δ. Μ., 3352/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 506/2014 του Εφετείου Πειραιώς.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 5-3-2015 και 20-10-2014 αιτήσεις τους, αντίστοιχα.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε τις από 29-9-2015 και 30-4-2015 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε: 1) την απόρριψη της από 5-3-2015 αιτήσεως αναιρέσεως και 2) α. την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά παραδοχήν του τρίτου λόγου αναιρέσεως και β. την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 20-10-2014 αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 20 Οκτωβρίου 2014 και 5 Μαρτίου 2015 αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθ. 506/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς πρέπει να συνεκδικασθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246, 573 ΚΠολΔ, καθόσον υπάγονται στην ίδια διαδικασία, επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Όπως προκύπτει 1) από τις υπ’ αριθ. .../27-1-2015 και .../19-2-2015 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Ε. Ζ. και 2) από τις υπ’ αριθ. ... /2-6-2015 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού Πειραιώς Α. Π., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες την συζήτηση των αιτήσεων αναιρέσεως αναιρεσείοντες, αντίγραφα των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως περιέχοντα πράξη ορισμού δικασίμου αντιστοίχως α1) για την 11η Μαΐου 2015 και μετ’ αναβολήν για την παρούσα δικάσιμο και β1) για την παρούσα δικάσιμο και κλήση για να παραστούν κατά την συζήτηση της υποθέσεως επεδόθησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως σε κάθε ένα από τους αναιρεσίβλητους, ήτοι 1) Ελληνικό Δημόσιο, 2) Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "..." και 3) Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Πειραϊκός Σύνδεσμος". Οι τελευταίοι όμως δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από την σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με νόμιμο τρόπο και συνεπώς πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση, παρά την απουσία τους, σαν να ήσαν παρόντες. Α1) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως των Ά. Λ., Ε. Λ., Σ. Λ. και Α. Γ..
Σύμφωνα με το άρθρο 1721 ΑΚ, η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται εξ ολοκλήρου με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται κατά τρόπο που να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος και υπογράφεται από αυτόν, ενώ εξάλλου για το κύρος της πρέπει και να μην συντρέχει λόγος ανικανότητας του άρθρου 1723 ΑΚ. Η χρονολογία, από την οποία προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος, απαιτείται για να υπάρχει δυνατότητα ελέγχου της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη, της αληθινής βουλήσεως του και των τυχόν ελαττωμάτων της, καθώς και για να μπορεί να καθοριστεί η ισχύς της διαθήκης όταν υπάρχουν και άλλες ανάλογα με τη χρονολογική τους σειρά.
Η έλλειψη συνεπώς κάποιου από τους ανωτέρω βασικούς όρους συνεπάγεται την ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης. Με έλλειψη δε της χρονολογίας αυτής ισοδυναμεί και η πλαστογραφημένη χρονολογία, εκείνη δηλαδή που έχει τεθεί στο σώμα της διαθήκης από τρίτο πρόσωπο, κατ’ απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα του διαθέτη, ενώ η ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης.
Αν ελλείπει κάποιο από τα στοιχεία αυτά είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 1718 ΑΚ. Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτόν αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε η έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθ.19ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας),ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικό με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληνοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).
Ελλείψεις δε αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1266/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε κατ’ ανέλεγκτη κρίση, ως προς την ένδικη αναγνωριστική ακυρότητας ιδιόγραφης δίκης αγωγής της αναιρεσείουσας Ά.
Λ., ότι απεδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά "την 27-2-2005 απεβίωσε η Α. Λ. του Ι., σε ηλικία 78 ετών, ως γεννηθείσα το έτος 1927, η οποία ήταν άγαμη, χωρίς τέκνα, κάτοικος, εν ζωή, Πειραιώς (σε διαμέρισμα επί της οδού ...) και αδελφή της εναγόμενης Κ. Μ., γεννηθείσας το έτος 1929, έγγαμης με τέκνο, που κατοικούσε με τον σύζυγο της, Δ.
Μ., σε διαμέρισμα της ίδιας ως άνω πολυκατοικίας. Οι δύο αυτές αδελφές δεν είχαν τις συνήθεις, λόγω της ανωτέρω συγγένειας τους, στενές σχέσεις, αλλά αντιθέτως οι σχέσεις τους είχαν διαταραχθεί από το έτος 1998 και μετέπειτα, με χαρακτηριστικό σημείο την κατά το έτος 1999 ανταλλαγή μεταξύ τους εξώδικων εγγράφων αναφορικά με κληρονομικά ζητήματα, που ανέκυψαν μετά τον, επισυμβάντα το έτος 1998, θάνατο της αδελφής τους Σ.
Λ., άγαμης, με την οποία διέμενε η Α. Λ. σε διαμέρισμα στην ίδια ως άνω διεύθυνση. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι η Α. Λ., με την υπ’ αριθ. .../13-10-1998 δημόσια διαθήκη της ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Σοφίας Αγγέλου, που δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθ. 906/2006 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εγκατέστησε ως μοναδική κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της την άλλη αδελφή τους, Μ.
χήρα Α. Β. (με την οποία είχε πολύ καλές σχέσεις), ορίζοντας ταυτόχρονα, μετά το θάνατο της τελευταίας, να περιέλθει όλη η περιουσία της ιδίας στο Δημόσιο Γηροκομείο Πειραιώς και χωρίς να αφήσει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο στην ως άνω αδελφή της Κ. Μ. (εναγομένη). Σημειώνεται, ότι, κατά την σύνταξη της εν λόγω δημόσιας διαθήκης, είχε παρασταθεί ως μάρτυρας η Ά.
Λ. (ενάγουσα), η οποία, συνεπώς, γνώριζε τις από τον ως άνω χρόνο (1998) κακές σχέσεις μεταξύ της Α. Λ. και της αδελφής της, Κ. Μ. (εναγομένης). Ακολούθως και συγκεκριμένα περί την άνοιξη του έτους 2002 ανέκυψε έντονη δικαστική διένεξη μεταξύ των δύο ως άνω αδελφών με αφορμή, κυρίως, την από 10-3-2002 ιδιόγραφη διαθήκη της προαναφερόμενης αδελφής τους, Μ.
χήρας Α. Β., το γένος Ι. Λ., γεννηθείσας το έτος 1919, που απεβίωσε την 30-8-2003, άτεκνης και διαμένουσας, εν ζωή, στο ίδιο διαμέρισμα με την ανωτέρω Α. Λ., την οποία όρισε ως μοναδική κληρονόμο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της, χωρίς κανένα περιορισμό, ορίζοντας, ταυτόχρονα, να περιέλθει η περιουσία που θα ευρεθεί μετά το θάνατο της ως άνω αδελφής της, στο χωριό "SOS", ανακαλώντας ρητώς κάθε προηγούμενη διαθήκη της.
και χωρίς να αφήσει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο στην άλλη αδελφή της, Κ. Μ.. Αναφορικά με την ως άνω δικαστική διαμάχη μεταξύ των δύο αυτών αδελφών (Α. Λ. και Κ. Μ.) πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Η Μ. Β. είχε νοσηλευθεί από 19-11-2001 έως 5-2-2002 στην κλινική "Ιατρικό Αθηνών - … Πειραιά" λόγω αιμορραγικού αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου - αριστεράς πυραμιδικής συνδρομής με λοίμωξη αναπνευστικού και ουρολοίμωξη, ενώ, όταν εξήλθε από την κλινική, παρέμεινε στην οικία της Α.
Λ., τελούσα, με επιμέλεια της τελευταίας, υπό φαρμακευτική αγωγή, φυσιοθεραπεία και ιατρική παρακολούθηση. Λόγω της ανωτέρω σοβαρής κατάστασης της υγείας της Μ. Β. και της εξ αυτής αδυναμίας να επιμεληθεί των υποθέσεων της, η αδελφή της, Α. Λ., ζήτησε, με την από 5-6-2002 αίτηση της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, να τεθεί αυτή σε δικαστική συμπαράσταση, ενώ, κατόπιν αιτήματος της, εκδόθηκε προσωρινή διαταγή του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία ορίσθηκε η ίδια προσωρινή δικαστική συμπαραστάτης της αδελφής της.
Κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αίτησης η Κ. Μ. άσκησε, με το από 8-1-2003 δικόγραφο της, παρέμβαση, επικαλούμενη ότι δεν συντρέχει λόγος να τεθεί η αδελφή της, Μ. Β., σε :’ Α δικαστική συμπαράσταση και ζητώντας την απόρριψη της εν λόγω αίτησης. Στη συνέχεια, επί της υπόθεσης αυτής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 731/20-2-2003 μη οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που διέταξε τη διενέργεια ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης από το διορισθέντα ψυχίατρο Ν.
Π., ο οποίος, με την σχετικώς συνταχθείσα έκθεση του, κατέληξε στο συμπέρασμα περί αγγειακής άνοιας της Μ. Β. επιδεινούμενης συνεχώς από το καλοκαίρι του έτους 2002, που ναι μεν της απέκλειε τη δυνατότητα να επιμεληθεί των υποθέσεων της, πλην όμως δεν υπήρχε κατά τον χρόνο σύνταξης απ’ αυτήν της εν λόγω διαθήκης της, ήτοι την 10-3-2002.
Ακόμη, η Κ. Μ., με την από 18-5-2004 (με αριθ. έκθ. κατάθ. 4324/2004) αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που στρεφόταν, μεταξύ άλλων, και κατά της αδελφής της Α. Λ., επικαλούμενη πλαστότητα της ως άνω από 10-3-2002 ιδιόγραφης διαθήκης της άλλης αδελφής τους, Μ. Β., εξαιτίας του ότι η τελευταία από την 5-2-2002, οπότε εξήλθε από την κλινική όπου νοσηλευόταν, εγκατασταθείσα στο διαμέρισμα της Α.
Λ. μέχρι και το θάνατο της, βρισκόταν σε ανικανότητα σύνταξης και υπογραφής διαθήκης ή έκφρασης της βούλησης της λόγω σοβαρών εγκεφαλικών επεισοδίων που υπέστη και ισχυριζόμενη ότι την πλαστογραφία αυτή έχει διαπράξει η Α. Λ., ζήτησε: α) να κηρυχθεί άκυρη η από 10-3-2002 ιδιόγραφη διαθήκη της Μ. Β., β) να κηρυχθεί η τιμηθείσα Α.
Λ. ανάξια να κληρονομήσει την ανωτέρω διαθέτιδα αδελφή τους και γ) να αναγνωρισθεί ότι η ίδια (ενάγουσα) είναι μοναδική κληρονόμος της Μ. Β., κατά ποσοστό 50% δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../19-12-2001 δημόσιας διαθήκης της τελευταίας και κατά το υπόλοιπο ποσοστό 50% μετά την κήρυξη της κληρονομικής αναξιότητας της Α.
Λ.. Η ως άνω αγωγή της Κ. Μ. απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, υπ’ αριθ. 982/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, αφού κρίθηκε ότι η από 10-3-2002 ιδιόγραφη διαθήκη της Μ. Β. έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί δια της ιδίας χειρός της διαθέτιδας.
Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη με την υπ’ αριθ. 871/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς (όπως ακολούθως διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. 560/2009 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), με την οποία απορρίφθηκαν κατ’ ουσία η από 25-2-2008 έφεση της Κ. Μ. και οι από 29-2-2008 πρόσθετοι λόγοι αυτής. Ήδη δε έχει εκδοθεί η υπ’ αριθ. 1158/10-6-2013 απόφαση του Αρείου Πάγου (Γ’ Πολιτικό Τμήμα), με την οποία απορρίφθηκαν η ασκηθείσα από την Κ.
Μ. από 20-1-2009 αίτηση αναίρεσης κατά της προαναφερόμενης τελεσίδικης απόφασης (871/2008) του Εφετείου Πειραιώς καθώς και το από 20-1-2010 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης, ενώ με την υπ’ αριθ. 1159/2013 απόφαση του ιδίου ως άνω Τμήματος του Αρείου Πάγου, απορρίφθηκε και η από 4-11-2009 αίτηση της Κ. Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 560/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία διορθώθηκε η ανωτέρω υπ’ αριθ. 871/2008 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.
Ακόμη, κατόπιν της από 14-4-2003 έγκλησης της Α. Λ., ενεργούσας ατομικά και ως ασκούσας προσωρινά καθήκοντα δικαστικής συμπαραστάτη της ανωτέρω αδελφής της Μ. Β., με αντικείμενο την ανάληψη χρηματικών ποσών από τραπεζικούς λογαριασμούς της Μ. Β. και την παραλαβή από τραπεζικές θυρίδες της Μ. Β. κοσμημάτων αξίας 7.000.000 δραχμών, ομολόγων ύψους 165.000.000 δραχμών καθώς και 2.000 χρυσών λιρών, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των Κ.
Μ. και Δ. Μ. για α) ηθική αυτουργία από κοινού σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό αθέμιτου οφέλους ύπερβαίνοντος το ποσό των 73.000 ευρώ και β) απάτη κατά συναυτουργία με προξενηθείσα ζημία άλλου και προσπορισθέν αντιστοίχως περιουσιακό όφελος άνω των 73.000 ευρώ, επί πλέον δε σε βάρος της πρώτης αυτών (Κ. Μ.) για πλαστογραφία με χρήση κατ’ εξακολούθηση με σκοπό προσπορισμού στον εαυτό της περιουσιακού οφέλους, με βλάβη τρίτου, άνω των 73.000 ευρώ, που φέρονταν τελεσθείσες σε βάρος της ανωτέρω εγκαλούσας και της αδελφής της Μ.
Β. στον Πειραιά και στην Πεύκη Αττικής κατά το χρονικό διάστημα από 26-11-2001 έως 19-12-2001. Επί της έγκλησης αυτής, μετά τη διενέργεια της διαταχθείσης κύριας ανάκρισης, εκδόθηκε το υπ’ αριθ. 226/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά, που ήδη κατέστη αμετάκλητο... και που αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων αυτών για τις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η Α. Λ. κατά τη διάρκεια της ως άνω αντιδικίας της με την εναγομένη, αδελφή της, ανέπτυξε στενές φιλικές σχέσεις με την ενάγουσα Ά. Λ., γνωστή της από εικοσαετίας και πλέον, γεγονός στο οποίο συνετέλεσε, λαμβανομένης υπόψη της κλονισμένης υγείας της και της ανασφάλειας της λόγω της μοναχικής, ουσιαστικά, ζωής της σε συνδυασμό με το προχωρημένο της ηλικίας της, η έντονη ανάγκη της για συμπαράσταση από φιλικό της πρόσωπο στην αντιδικία της αυτή.
Τούτο ενισχύεται από το γεγονός ότι η ενάγουσα από το μέσον περίπου του έτους 2002 και μετέπειτα, διέμενε συνήθως στην οικία της Α. Λ., όπου διανυκτέρευε για συντροφιά της. Στη συνέχεια, υπό τις ως άνω συνθήκες και με διαρκώς μεταβαλλόμενη την ψυχική και συναισθηματική διάθεση της Α. Λ., όπως υποδηλώνει η εκ μέρους της σύνταξη των κατωτέρω αλλεπάλληλων διαθηκών (συνολικά έξι κατ’ αριθμό) εντός μικρού χρονικού διαστήματος, αυτή, από 23-7-2002 έως 22-11-2004, συνέταξε τις ακόλουθες διαθήκες της με το αναφερόμενο αντίστοιχο περιεχόμενο (από τις οποίες η τελευταία διαθήκη είναι η επίδικη, για την οποία ζητείται από την ενάγουσα Ά.
Λ., με την ως άνω αγωγή της, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα λόγω πλαστότητας) και συγκεκριμένα: 1) Την από 23-7-2002 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθ. 383/8-4-2005 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με το εξής περιεχόμενο: "...ορίζω κληρονόμους μου τους κάτωθι: στην αδελφή μου Μ.
Β. του ... αφήνω την εφ’ όρου ζωής της επικαρπία της ακινήτου περιουσίας μου και την εγκαθιστώ κληρονόμο μου μόνον σ’ αυτό το περιουσιακό μου στοιχείο. Επίσης ορίζω μετά από τον θάνατο μου η ακίνητη μου περιουσία και τυχόν χρήματα μου σε λογαριασμούς στις Τράπεζες να περιέλθουν στο .... Σε περίπτωση που το παραπάνω Ορφανοτροφείο δεν δεχθεί αυτήν την κληρονομιά μου, τότε ορίζω σαν υποκατάστατο κληρονόμο μου το Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Πειραιώς Μεταξά.
Στην αδελφή μου Κ. Μ. δεν αφήνω τίποτε, ούτε κινητά, ούτε ακίνητα. Τα έπιπλα του σπιτιού μου όσο ζει η αδελφή μου Μ. Β. να τα χρησιμοποιεί και τελικά αυτά να περιέλθουν στον Πειραϊκό Σύνδεσμο Πειραιώς. Η διαθέτης... (Ακολουθεί η υπογραφή της)". 2) Την από 26-9-2002 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε με τα ίδια ως άνω (383/2005) πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με το εξής περιεχόμενο: "...Επιθυμώ να ισχύσει η διαθήκη μου με ημερομηνία 23/7/2002.
Το αναφέρω αυτό διότι επιθυμώ κάθε άλλη ιδιόγραφη διαθήκη μου να είναι άκυρη. Εξαναγκάζομαι στη δήλωση μου αυτή, διότι προ πολλού χρόνου υποχρεώθηκα και έγραψα ιδιόγραφη διαθήκη και άφηνα την περιουσία μου στην Κ. Χ. και στις κόρες της. Επειδή εκείνη η διαθήκη δεν με εκπροσωπούσε και δεν με εκπροσωπεί, και την ακυρώνω με την παρούσα μου.
Η διαθέτης... (Ακολουθεί η υπογραφή της)". 3) Την από 19-12-2003 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθ. 507/20-5-2005 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με το εξής περιεχόμενο: "... Αφήνω την υπόγεια αποθήκη της πολυκατοικίας ... στην Σ. Σ. του Θ. και Ά., γεννηθείσα την 9-11-1953 με αριθμό ταυτότητας ...
Α.Τ. Πειραιά. Αφήνω στον Α. Γ., δικηγόρο μου ..., τα μερίδια μου από τα γραφεία, που βρίσκονται στον 1° όροφο επί της οδού .... Την υπόλοιπη περιουσία μου την αφήνω στην Ά. Λ. σύζυγο Ι. Λ., το γένος Σ. Τ., αριθμός ταυτότητας ... Β’ Αστυν. Τμήματος Πειραιά και κατοίκου επί της οδού ... Πειραιά. Στην αδελφή μου Κ. Μ. του Δ., το γένος Ι.
Λ. δεν επιθυμώ να περιέλθει τίποτα από την περιουσία μου. Στην Χ. Κ. πρώην φίλη μου, ουδέν αφήνω, όπως δεν αφήνω τίποτα και στις κόρες της. Σε περίπτωση που βρεθεί διαθήκη σ’ αυτές αυτή η διαθήκη είναι άκυρη και σε κάθε περίπτωση είναι προγενέστερη αυτής και την ανακαλώ ολοσχερώς. Επίσης δηλώνω ότι την εν λόγω Κ.
Χ. έχω εκδιώξει από την κατοικία μου και δεν έχω καμία επικοινωνία μαζί της εδώ και δυο χρόνια περίπου. Το αναφέρω αυτό από το φόβο μήπως εμφανίσει διαθήκη στην οποία να προσθέσει ψεύτικη ημερομηνία. Ορίζω εκτελεστή της διαθήκης μου τον δικηγόρο Α. Γ., οδός ... Αθήνα, ο οποίος θα πρέπει να μεριμνήσει για την εκκαθάριση της κληρονομιάς μου.
Με την παρούσα διαθήκη μου δηλώνω ότι την θυρίδα της αδελφής μου Μ. Β., που είχε στο Κατάστημα της ALPHA Τράπεζα ... με αριθμό … δεν την έχω ανοίξει ποτέ και το οποίο περιεχόμενο της, που μετά τον θάνατο της αδελφής μου ανήκει σε μένα και εξουσιοδοτώ τον δικηγόρο μου Α. Γ. να το διεκδικήσει σαν αμοιβή για τις μέχρι σήμερα υπηρεσίες του για τις αγωγές και δίκες, που έχει ασκήσει κατά της Κ.
Μ. και Δ. Μ.. Δηλώνω επίσης ότι η αδελφή μου Μ. Β. πριν πεθάνει είχε μετρητά σε δραχμές ένα ποσό της τάξεως των 162.000.000 με 165.000.000 δραχμές, ισόποσο με 480.000 έως 485.000 σημερινά ευρώ και επίσης δύο χιλιάδες (2.000) χρυσές λίρες Αγγλίας. Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία της αδελφής μου Μ. Β. τα έχουν παραλάβει και ιδιοποιηθεί ο Δ.
Μ. και η Κ. Μ. και επιθυμώ αυτά να τα διεκδικήσει ο Α. Γ., ο δικηγόρος μου και να πάρει το 50% και το άλλο 50% να δοθεί στο χωριό S.O.S., όπως επιθυμούσε η αδελφή μου Μ. Β.. Η διαθέτης... (Ακολουθεί η υπογραφή της)". 4) Την από 9-6-2004 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθ. 513/20-5-2005 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με το εξής περιεχόμενο: "...1) Στην Σ.
Σ. του Θ. και της Ά., που είναι φίλη μου αφήνω ως κληρονομιά την υπόγεια αποθήκη της πολυκατοικίας που βρίσκεται στον Πειραιά ..., την οποία έχω κληρονομήσει από την αδελφή μου Μ. Β.. 2) Στον δικηγόρο μου Α. Γ. του Σ. (...) αφήνω ως κληρονομιά το 1/3 (ένα τρίτο) από τα γραφεία μου, που βρίσκονται στον 1° όροφο (...). 3) Στην Ά.
Λ. σύζυγο του Ι., το γένος Σ. Τ., που είμαστε φίλες πάνω από 25 χρόνια και η οποία μου παραστάθηκε σ’ όλες τις δύσκολες στιγμές και με προσέχει τα τελευταία χρόνια, αφήνω ως κληρονομιά όλη την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία μου, που θα βρεθεί κατά τον θάνατο μου, καθώς και όλα τα υπάρχοντα κοσμήματα και τα χρήματα μου.
Αν όμως κατά τον θάνατο μου δεν ζει η Ά. Λ. όλη η περιουσία που της έχω αφήσει με την παρούσα διαθήκη μου ορίζω να περιέρχεται ως κληρονομιά στις κόρες της Ε. Λ. και Σ. Λ. εξ ημισείας. Στην αδελφή μου Κ. Μ. δεν αφήνω τίποτα ως κληρονομιά και την αποκληρώνω διότι μου έχει φερθεί αυτή και ο άνδρας της Δ. Μ. με σκληρότητα και συγκεκριμένα 1) με έπεισαν να μεταβιβάσω στην αδελφή μου το εξοχικό μου στο Χαλκούτσι χωρίς να κρατήσω την επικαρπία και δεν μπορούσα πια να πηγαίνω, ενώ μου είχαν υποσχεθεί ότι θα μου έχουν δωμάτιο εφ’ όρου ζωής μου να πηγαίνω, γιατί για μένα το εξοχικό μου ήταν η ευχαρίστηση μου. 2) Η αδελφή μου, μου έκλεψε μια συλλογή με γραμματόσημα μεγάλης αξίας και την πούλησε κρυφά. 3) Η αδελφή μου Κ.
προσπαθούσε να με είχε απομονώσει από όλες τις φίλες μου για να με έχει του χεριού της και συνέχεια με πάει στα δικαστήρια και ισχυρίζεται ότι έχω άνοια με σκοπό να με κλείσει σε ίδρυμα και να μου φάει όλη την περιουσία. Δεν επιθυμώ να περιέλθει τίποτα στην Χ. Κ. και στις κόρες της. Σε περίπτωση που βρεθεί διαθήκη σ’ αυτές είναι άκυρη και προγενέστερη της παρούσας.
Ανακαλώ κάθε προηγούμενη διαθήκη μου και επιθυμώ οι κληρονόμοι μου να σεβαστούν την παρούσα διαθήκη μου. Ορίζω εκτελεστή της διαθήκης μου τον δικηγόρο μου Α. Γ. (... Αθήνα) για να μεριμνήσει για την εκκαθάριση της κληρονομιάς μου. Επίσης δηλώνω ότι την θυρίδα της αδελφής μου Μ. Β. που είχε στο κατάστημα της ALPHA Τράπεζας ...
με αριθμό 397 δεν την έχω ανοίξει ποτέ και το περιεχόμενο της, που μετά τον θάνατο της αδελφής μου ανήκει σε εμένα εξουσιοδοτώ τον Α. Γ. να το διεκδικήσει σαν αμοιβή για τις υπηρεσίες που θα προσφέρει. Δηλώνω επίσης ότι η αδελφή μου Μ. Β. πριν πεθάνει είχε σε μετρητά 162.000.000 περίπου δρχ και επίσης (2.000) δύο χιλιάδες χρυσές λίρες της Αγγλίας.
Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία της αδελφής μου Μ. τα έχουν παραλάβει και ιδιοποιηθεί ο Δ. και η Κ. Μ. και επιθυμώ αυτά να τα διεκδικήσει ο Α. Γ. και να πάρει το 50% και το άλλο 50% να δοθεί στο χωριό SOS. Η διαθέτης... (Ακολουθεί η υπογραφή της)". 5) Την από 16-6-2004 δημόσια διαθήκη της, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Ελένης Γκότση, με αριθμό .../16-6-2004 και δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθ. 376/8-4-2005 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με το εξής περιεχόμενο: "...
Εγκαθιστώ κληρονόμους μου την φίλη μου Σ. Σ. του Θ. και της Ά., τον δικηγόρο μου Α. Γ. του Σ. (...), την αγαπημένη μου φίλη Ά. σύζυγο Ι. Λ., το γένος Σ. Τ., τις κόρες της φίλης μου Ά. Λ., που ονομάζονται Ε. Λ. του Ι. και Σ. Λ. του Ι. στους οποίους επιθυμώ και ορίζω να περιέλθει η περιουσία μου μετά τον θάνατο μου και ειδικώτερα: 1) Στην Σ.
Σ. του Θ. και της Ά. αφήνω ως κληρονομιά την υπόγεια αποθήκη, την οποία έχω κληρονομήσει από την αδελφή μου Μ. Β. και βρίσκεται στην πολυκατοικία την κειμένη στον Πειραιά (...), 2) Στον δικηγόρο μου Α. Γ. του Σ. (...) αφήνω το ένα τρίτο (1/3) εξ αδιαιρέτου από τα γραφεία μου, που βρίσκονται στον 1° όροφο της εις τον Πειραιά και επί της οδού ...
πολυκατοικίας. 3) Στην Ά. Λ. σύζυγο του Ι., το γένος Σ. Τ., με την οποία είμαστε φίλες πάνω από 25 χρόνια και η οποία μου παραστάθηκε σε όλες τις δύσκολες στιγμές της ζωής μου και με προσέχει τα τελευταία χρόνια αφήνω ως κληρονομιά όλη την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία μου, που θα βρεθεί κατά τον θάνατο μου, καθώς και όλα τα υπάρχοντα κοσμήματα και τα χρήματα μου.
Αν όμως κατά τον θάνατο μου δεν ζει η Ά. Λ., όλη η περιουσία που της έχω αφήσει με την παρούσα διαθήκη μου ορίζω να περιέρχεται ως κληρονομιά στις κόρες της Ε. Λ. του Ι. και Σ. Λ. του Ι. εξ ημισείας. Δεν εγκαθιστώ κληρονόμο μου την αδελφή μου Κ. Μ., διότι μου έχει φερθεί αυτή και ο άνδρας της Δ. Μ. με σκληρότητα και συγκεκριμένα 1) με έπεισαν να μεταβιβάσω στην αδελφή μου το εξοχικό μου στο Χαλκούτσι χωρίς να κρατήσω την επικαρπία και δεν μπορούσα πια να πηγαίνω γιατί άλλαξαν κλειδαριά και με εξεδίωξαν από το ως άνω σπίτι μου, ενώ μου είχαν υποσχεθεί ότι θα μου έχουν δωμάτιο εφόρου ζωής μου να πηγαίνω, γιατί για μένα το εξοχικό μου ήταν η ευχαρίστηση μου. 2) Η αδελφή μου έκλεψε μια συλλογή με γραμματόσημα μεγάλης αξίας και την πούλησε κρυφά. 3) Η αδελφή μου Κ.
προσπαθούσε να με έχει απομονωμένη από όλες τις φίλες μου για να με έχει του χεριού της και συνέχεια με πάει στα δικαστήρια και ισχυρίζεται ότι έχω άνοια με σκοπό να με κλείσει σε ίδρυμα και να μου φάει όλη την περιουσία. Δεν επιθυμώ να περιέλθει τίποτα στην Χ. Κ. και στις κόρες της. Σε περίπτωση που βρεθεί διαθήκη σ’ αυτές είναι άκυρη και προγενέστερη της παρούσας.
Ορίζω εκτελεστή της διαθήκης μου τον δικηγόρο μου Α. Γ. (...-Αθήνα) για να μεριμνήσει για την εκκαθάριση της κληρονομιάς μου. Επίσης δηλώνω ότι την θυρίδα της αδελφής μου Μ. Β., που είχε στο Κατάστημα της ALPHA Τράπεζας ... με αριθμό … δεν την έχω ανοίξει ποτέ και το περιεχόμενο της, που μετά τον θάνατο της αδελφής μου ανήκει σε μένα εξουσιοδοτώ τον Α.
Γ. να το διεκδικήσει σαν αμοιβή για τις υπηρεσίες που θα προσφέρει. Δηλώνω επίσης ότι η αδελφή μου Μ. Β. πριν πεθάνει είχε σε μετρητά εκατόν εξήντα δύο εκατομμύρια περίπου δραχμές. Και επίσης δύο χιλιάδες χρυσές λίρες Αγγλίας. Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία της αδελφής μου Μ., τα έχουν παραλάβει και ιδιοποιηθεί ο Δ.
και η Κ. Μ. και επιθυμώ αυτά να τα διεκδικήσει ο Α. Γ. και να πάρει το 50% και το άλλο 50% να δοθεί στο χωριό S.O.S. (Ακολουθούν οι υπογραφές της διαθέτιδος και των παραστάντων μαρτύρων Α. Χ., Α. Γ. και Ν. Α.)". 6) Την από 22-11-2004 ιδιόγραφη διαθήκη της (επίδικη), η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθ. 393/8-4-2005 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με το εξής περιεχόμενο: "...
Εγκαθιστώ μοναδική και αποκλειστική κληρονόμο μου την αδελφή μου Κ. συζ. Δ. Μ. το γένος Ι. και Χ. Λ. στην οποία επιθυμώ να περιέλθει όλη ανεξαιρέτως η κινητή και ακίνητη περιουσία μου και ανακαλώ ρητά κάθε προγενεστέρα της παρούσης διαθήκη μου... (Ακολουθεί η υπογραφή της)". Ειδικότερα, ως προς την ανωτέρω από 22-11-2004 επίδικη διαθήκη, πρέπει να αναφερθεί ότι στο πλαίσιο της προκειμένης δίκης διορίσθηκε, ως πραγματογνώμονας, ο δικαστικός γραφολόγος Θ.
Β. με την υπ’ αριθ. 4574/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (σε αντικατάσταση της δικαστικής γραφολόγου Ε. Τ. που είχε διορισθεί αρχικώς με την υπ’ αριθ. 5871/2007 μη οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), για να αποφανθεί επί της εν λόγω ιδιόγραφης διαθήκης της Α. Λ. με ημεροχρονολογία 22-11-2004, επί των ακολούθων ζητημάτων:
α) αν αυτή έχει νοθευθεί ως προς το έτος σύνταξης της, το οποίο τόσο στην τρίτη γραμμή του κειμένου, όσο και στο τέλος του κειμένου της, πριν από την υπογραφή της διαθέτιδος φέρεται ως "2004" και ειδικότερα αν υπάρχει οποιαδήποτε μεταβολή του αριθμητικού ψηφίου "4" και β) σε καταφατική περίπτωση, αν η αλλοίωση είναι δυνατόν να έγινε από την ίδια την διαθέτιδα ή από τρίτο πρόσωπο.
Στην συνέχεια ο ως άνω διορισθείς πραγματογνώμονας... συνέταξε την από 6-4-2009 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης... με την οποία κατέληξε στο ακόλουθο συμπέρασμα (επί λέξει): "Από την παραπάνω γενική και ειδικότερη ανάλυση - εξέταση της υπό έλεγχο γραφής της χρονολογίας "2004" στον 3° στίχο και στο τέλος της κρινόμενης ιδιόγραφης διαθήκης της Α.
Λ., τη συγκριτική αντιπαραβολή των γραφολογικών γνωρισμάτων αυτής, με τα αντίστοιχα γραφολογικά γνωρίσματα της γραφής, τόσο στο υπόλοιπο κείμενο της ίδιας διαθήκης, όσο και δειγματική γραφή (και αριθμογραφή) της Α. Λ., κατέληξα στο συμπέρασμα ότι: 1. Στην από "22-11-2004" ιδιόγραφη διαθήκη της Α. θυγ. Ι. Λ., (η οποία δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθμ. 393/2005 Πρακτικά Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς), το τελευταίο ψηφίο του αριθμού έτους "2004",- τόσο στον 3° στίχο του κειμένου, όσο και στο τέλος -επάνω από την υπογραφή-, δεν είναι ενιαίας χάραξης, αλλά προέρχεται από μετατροπή του ψηφίου (1), - το οποίο αρχικά είχε χαραχθεί - , σε (4) που ήδη εμφανίζεται. 2.
Η μετατροπή του ψηφίου (1) σε (4) έγινε με πρόσθετες χαράξεις γραμμών επάνω στην αρχική χάραξη του (1), με διαφορετικό στυλογράφο από αυτόν που χαράχθηκαν τα προηγούμενα ψηφία και το υπόλοιπο κείμενο - παρόμοιας όμως απόχρωσης μελάνης -και σε μεταγενέστερο χρόνο, που δεν μπορεί να προσδιοριστεί γραφολογικά & 3.
Το πρόσωπο που χάραξε τις πρόσθετες γραμμές επί του αρχικού ψηφίου ("1") - για τη μετατροπή του σε ("4")-, δεν μπορεί να εντοπιστεί γραφολογικά, γιατί πρόκειται για πολύ μικρής έκτασης και αποσπασματικές γραμμικές κινήσεις, που στερούνται των ατομικών χαρακτηριστικών του σχηματισμού των αντίστοιχων ψηφίων κατά την ελεύθερη χάραξη αυτών.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο της χάραξης των πρόσθετων γραμμών - για τη μετατροπή του (1) σε (4) - και από την ίδια τη διαθέτιδα Α. Λ., σε μεταγενέστερο χρόνο από αυτόν της αρχικής χάραξης του κειμένου της διαθήκης.". Αλλά και ο δικαστικός γραφολόγος Δ. Κ., που διορίσθηκε πραγματογνώμονας προς "διερεύνηση της χρονολογίας της ιδιόγραφης διαθήκης της Α. Λ." με σχετική πράξη της Πταισματοδίκου Πειραιώς σε εκτέλεση της Α05/1205 παραγγελίας του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Πειραιώς στο πλαίσιο της προανακριτικής διαδικασίας επί της από 1-6-2005 μήνυσης της Ά. Λ. κατά των Κ. Μ. και Δ. Μ., με την από 27-1-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του κατέληξε σε (παρόμοιου περιεχομένου) συμπέρασμα, δηλαδή ότι "η χρονολογία της διαθήκης της Α. θυγ. Ι. Λ., η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ’ αριθμ. 393/2005 Πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την 8-4-2005, είναι 22-11-2001 και η χρονολογία αυτή με αλλοίωση του τελευταίου ψηφίου της από "1" σε "4" μετετράπη σε 22-11-2004".
Συνεπώς, αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, ότι στην επίδικη διαθήκη της Α. Λ. (σημειωτέον ότι η γραφή του υπόλοιπου κειμένου της διαθήκης και η υπογραφή επ’ αυτής δεν αμφισβητείται ότι έγιναν δια χειρός της ως άνω διαθέτιδος), η ημερομηνία σύνταξης της παρέμεινε η ίδια (22.11), πλην όμως έγινε μετατροπή του τελευταίου ψηφίου του έτους σύνταξης της (200..) τόσο στην τρίτη γραμμή του κειμένου, όσο και τέλος του κειμένου της πριν από την υπογραφή της διαθέτιδος, από το αρχικό ψηφίο "1" στο ψηφίο "4", ώστε να φέρεται, ως έτος σύνταξης της, το "2004". Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι η προαναφερόμενη μετατροπή έγινε με πρόσθετες χαράξεις γραμμών επάνω στην αρχική χάραξη του "1" με διαφορετικό μεν στυλογράφο από αυτόν, που χαράχθηκαν τα προηγούμενα ψηφία και το υπόλοιπο κείμενο, παρόμοιας όμως απόχρωσης μελάνης, και σε μεταγενέστερο μη προσδιοριζόμενο χρόνο από μη προσδιοριζόμενο πρόσωπο - χαράκτη. Ανακύπτει, επομένως, το κρίσιμο ζήτημα περί του εάν η μετατροπή αυτή του αριθμού "1" σε "4" είναι απλή διόρθωση (ως προς το συγκεκριμένο σημείο), που έγινε από τη ίδια την ως άνω διαθέτιδα (όπως αυτό δεν το αποκλείει ο πραγματογνώμονας Θ. Β. με την προαναφερόμενη έκθεση του) ή είναι νόθευση που έγινε από τρίτο πρόσωπο.
Συνεπώς, είναι ερευνητέο το κρίσιμο ζήτημα κατά πόσον οι κλονισμένες σχέσεις μεταξύ της Α. Λ. και της αδελφής της, Κ. Μ. (εναγομένης), δικαιολογούσαν την, εκ μέρους της πρώτης, σύνταξη της επίδικης διαθήκης την 22-11-2001, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα Ά. Λ. με την υπό στοιχ. Γ’ αγωγή της, ή την 22-11-2004, όπως υποστηρίζει η εναγόμενη Κ.
Μ. με τις προτάσεις της, αρνούμενη την αγωγή αυτή. Πράγματι, η τελευταία ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις της (και τον ίδιο ισχυρισμό επαναφέρει με σχετικό λόγο έφεσης) ότι η επίδικη διαθήκη συντάχθηκε από την ως άνω διαθέτιδα την 22-11-2004, μετά από την προηγηθείσα αποκατάσταση των σχέσεων τους περί τον Αύγουστο του έτους 2004 και ότι της παραδόθηκε εντός της οικίας της από εκείνη (διαθέτιδα) ενώπιον των παρευρισκομένων Β.
Π., Μ. Α. και Ι. Γ.. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι αν υπάρχει τυχόν διόρθωση της διαθήκης ως προς το έτος σύνταξης της, αυτή έγινε από την ίδια τη διαθέτιδα για να διορθωθεί η αρχική αβλεψία της ως προς το σημείο αυτό. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η Κ. Μ., η οποία καθίσταται μοναδική κληρονόμος της Α. Λ. στην περίπτωση εγκυρότητας της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης, κατά το έτος 2004 ήταν η μόνη εν ζωή αδελφή της ως άνω διαθέτιδος, αφού τα υπόλοιπα τρία αδέλφια τους (Μ., Σ.
και Γ.) είχαν προαποβιώσει, ενώ ήδη, όπως προαναφέρθηκε, και αυτή απεβίωσε την 4-4-2012, την δε προκειμένη δίκη συνεχίζει, υπεισερχόμενος στη θέση της, ο υιός της Ι. Μ. του Δ., που ήταν ο μοναδικός ανεψιός της διαθέτιδας. Ο ανωτέρω δε ισχυρισμός της εναγόμενης Κ. Μ. περί του ότι η επίδικη διαθήκη παραδόθηκε σ’ αυτήν εντός της οικίας της από την ως άνω διαθέτιδα την 22-11-2004, αποδείχθηκε βάσιμος κατ’ ουσία, αφού επιβεβαιώθηκε α) από την Β.
Π. (που ήταν μισθώτρια από το έτος 2003 σε διαμέρισμα της ιδίας πολυκατοικίας, όπου κατοικούσαν οι δύο ως άνω αδελφές, επί της οδού ..., με εκμισθώτρια την Α. Λ. ως δικαστική συμπαραστάτη της ιδιοκτήτριας Μ. Β.) με την ένορκη κατάθεση της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη συνεδρίαση της 14-6-2006 αλλά και με την προσκομιζόμενη από 27-4-2010 ένορκη κατάθεση της ενώπιον της Ε’ Ανακρίτριας Πειραιώς (ως μάρτυρας υπεράσπισης στο πλαίσιο της σχετικής ποινικής διαδικασίας σε βάρος της εναγομένης), β) από την Μ.
Α. (που ήταν μισθώτρια από το έτος 1984 σε διαμέρισμα της ιδίας ως άνω πολυκατοικίας επί της οδού ..., με εκμισθώτρια την Μ. Β.) με την προσκομιζόμενη από 27-4-2010 ένορκη κατάθεση της ενώπιον της Ε’ Ανακρίτριας Πειραιώς (ομοίως ως μάρτυρας υπεράσπισης στο πλαίσιο της σχετικής ποινικής διαδικασίας σε βάρος της εναγομένης) και γ) από την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. .../9-9-2005 ένορκη βεβαίωση της Ι.
Γ., που ήταν θεία των ως άνω αδελφών. Όλες οι προαναφερόμενες καταθέτουν κατηγορηματικά ότι η Α. Λ. εντός του διαμερίσματος της Κ. Μ., στο οποίο αυτές παρευρίσκονταν (πίνοντας καφέ), και ενώπιον τους παρέδωσε την επίδικη διαθήκη της στην αδελφή της, Κ. Μ., και ότι η τελευταία την ανέγνωσε ενώπιον όλων. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι το γεγονός της παράδοσης της επίδικης διαθήκης από την Α.
Λ. στην Κ. Μ. την 22-11-2004 ενώπιον τρίτων μη συγγενικών προσώπων και της άμεσης ανάγνωσης από την τελευταία του περιεχομένου της στα πρόσωπα αυτά, δεν αποτελεί συμπεριφορά "παράδοξη", όπως εσφαλμένα κρίθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, αλλά μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς, εφόσον οι ως άνω αδελφές, λόγω των προϋφιστάμενων κακών σχέσεων τους, ήθελαν να προσδώσουν επισημότητα ενώπιον τρίτων στο ανωτέρω αξιοσημείωτο περιστατικό, που σηματοδοτούσε, πανηγυρικά πλέον, την αποκατάσταση των σχέσεων τους.
Σημειώνεται, επίσης, ότι σε βάρος της ανωτέρω Μ. Α., δεν υπεβλήθη από την Ά. Λ. (ενάγουσα) μήνυση για ψευδορκία, αναφορικά με την ως άνω κατάθεση της, ενώ σε βάρος της ανωτέρω Β. Π. υπεβλήθη μήνυση για ψευδορκία μάρτυρα (αναφορικά με την κατάθεση της την 8-4-2005 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς περί της γνησιότητας της γραφής και υπογραφής της Α.
Λ. στην επίδικη διαθήκη της κατά τη διαδικασία δημοσίευσης και κήρυξης ως κυρίας της διαθήκης αυτής), πλην όμως η τελευταία κηρύχθηκε αθώα για την πράξη αυτή με την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. 596α, 617 και 618/2012 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Εξάλλου, από τα μέσα Σεπτεμβρίου του έτους 2004 άρχισαν σταδιακά βήματα προσέγγισης στις σχέσεις μεταξύ των ως άνω αδελφών, όπως αποδεικνύεται από το γεγονός ότι την 17-9-2004 ο Δ.
Μ., ενεργώντας ως εκπρόσωπος και για λογαριασμό της συζύγου του και της κουνιάδας του Α. Λ. (άρα ευρισκόμενος σε συνεννόηση με την τελευταία), συνέταξε το από 17-9-2004 "ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης" κοινού, μεταξύ των δύο ως άνω αδελφών, καταστήματος στην Αθήνα (στην συμβολή των οδών ...), το οποίο υπέγραψε ως εκμισθώτρια και η ίδια η Α.
Λ., ενώ την επομένη ημέρα (18-9-2004) αυτή υπέγραψε και την σχετική απόδειξη είσπραξης, στην οποία αναγράφει ότι "Η υπογράφουσα Α. Λ. έλαβα από τον γαμβρό μου Μ. Δ. -450- ΕΥΡΩ (για ενοίκιο 225 ευρώ και εγγύηση μισθωτού 225 ευρώ), του καταστήματος που ενοικίασε σήμερα για λογαριασμό εμού και της αδελφής μου Κ.... Αθήνα 18/9/2004.
Η λαβούσα (ακολουθεί υπογραφή)"... Αλλά και η μάρτυρας Ε. Τ., που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά την συνεδρίαση της 23-6-2006 (σε συνέχεια της αρχικής συνεδρίασης της 14-6-2006) και η οποία ήταν μισθώτρια διαμερίσματος (που χρησιμοποιούσε ως εργαστήριο φυσικοθεραπείας) στην ίδια ως άνω πολυκατοικία (στην οδό ...
στον Πειραιά) από το έτος 1997 με εκμισθώτρια την Α. Λ. και έβλεπε συχνά την τελευταία, κατέθεσε ότι από τον Αύγουστο του έτους 2004 διαπίστωσε μία αλλαγή στη συμπεριφορά αυτής έναντι της αδελφής της Κ. Μ., αφού φαινόταν να είχε μετανιώσει για τη δικαστική διαμάχη της με την τελευταία. Επίσης, κατέθεσε ότι σε επίσκεψη της τον Ιανουάριο του έτους 2005 στο Νοσοκομείο "ΣΩΤΗΡΙΑ", όπου νοσηλευόταν η Α.
Λ., σε έντονη προφορική διαμαρτυρία της παρευρισκόμενης Ά. Λ. εξαιτίας του ότι η μισθώτρια μάρτυρας είχε δώσει μέρος του μισθώματος στην Κ. Μ. προς κάλυψη κοινόχρηστων δαπανών, η Α. Λ. παρενέβη με τη φράση "κυρία … ό,τι σας πει η αδελφή μου η Κ.". Αντιθέτως, από οιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η Α.
Λ. την 22-11-2001 (που, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας Ά. Λ., είναι ο πραγματικός χρόνος σύνταξης της επίδικης διαθήκης, η οποία, κατ’ αυτήν, νοθεύτηκε μεταγενέστερα κατά το προαναφερόμενο σημείο), είχε αποκαταστήσει ευκαιριακά και για κάποιο λόγο τις έως τότε κακές σχέσεις της με την αδελφή της, Κ. Μ. (εναγομένη), ενώ ούτε η ίδια η ενάγουσα τόσο στην από 10-11-2005 αγωγή της όσο και στις προτάσεις της ισχυρίσθηκε κάτι τέτοιο.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα Ά. Λ., η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε παρασταθεί ως μάρτυρας στην σύνταξη της υπ’ αριθ. .../13-10-1998 δημόσιας διαθήκης της Α. Λ. (με την οποία ουδέν κατέλειπε στην αδελφή της, Κ. Μ.) και, επομένως, γνώριζε τις τότε κακές σχέσεις μεταξύ των δύο ως άνω αδελφών, δεν ισχυρίσθηκε (τόσο στην από 10-11-2005 αγωγή της όσο και στις προτάσεις της) ότι στη συνέχεια οι κλονισμένες σχέσεις μεταξύ των αδελφών αυτών αποκαταστάθηκαν, ώστε να δικαιολογείται η επικαλούμενη από την ίδια (ενάγουσα) στην ανωτέρω αγωγή της σύνταξη της επίδικης διαθήκης από την Α.
Λ. υπέρ της εναγομένης την 22-11-2001, δηλαδή προδήλως σε χρόνο που εξακολουθούσαν αυτές (σχέσεις) να είναι κακές κατά τα προεκτεθέντα. Επίσης, πρέπει να αναφερθεί ότι η Α. Λ., σε κανένα σημείο των προαναφερόμενων υπ’ αριθ. 1 έως και 5 συνταχθεισών από αυτήν διαθηκών, δεν ανέφερε περί προηγούμενης σύνταξης εκ μέρους της διαθήκης υπέρ της ‘ Κ.
Μ. (εναγομένης), ώστε, ακολούθως, να προβεί σε δήλωση ανάκλησης της, όπως έπραξε στην περίπτωση της Κ. Χ. (πρώην φίλης της) και των θυγατέρων της (τις οποίες είχε εγκαταστήσει ως κληρονόμους της με προγενέστερη ιδιόγραφη διαθήκη της), δηλώνοντας ρητώς, με τις ως άνω υπ’ αριθ. 2, 3, 4 και 5 διαθήκες της (δηλαδή για τέσσερις συνεχόμενες φορές), την ανάκληση της προγενέστερης αυτής διαθήκης της.
Επομένως, είναι βέβαιο, κατά λογική αναγκαιότητα, ότι εάν η ανωτέρω διαθέτης είχε συντάξει την επίδικη διαθήκη την 22-11-2001, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, θα είχε προβεί σε ρητή δήλωση ανάκλησης της διαθήκης αυτής με τις επόμενες χρονικά (υπ’ αριθ. 1 έως και 5 διαθήκες της), κάτι όμως που δεν έπραξε. Ακόμη, η ανωτέρω διαθέτης στις προαναφερόμενες υπ’ αριθ. 1, 3, 4 και 5 διαθήκες της, ανέφερε ρητώς μόνον την επιθυμία της να μην είναι κληρονόμος η αδελφή της, Κ.
Μ., μνημονεύοντας μάλιστα στις υπ’ αριθ. 4 και 5 απ’ αυτές ειδικά τους λόγους προς τούτο, οι οποίοι ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της 22-11-2001.
Συνεπώς, δεν είναι πειστικός ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι την 22-11-2001 (οπότε, κατ’ αυτήν, συντάχθηκε η επίδικη διαθήκη) η Α. Λ., προέβη στην ως άνω υπέρ της Κ. Μ. (εναγομένης), βαρύνουσας σημασίας, ενέργεια της, εφόσον τότε εξακολουθούσαν ακόμη, χωρίς διακοπή, οι κακές σχέσεις της μ’ εκείνη. Σημειωτέον, ότι την ίδια ως άνω ημέρα (22-11-2001), αυτή (Α.
Λ.) μόλις είχε εξέλθει από το Γενικό Νοσοκομείο Πειραιά "ΤΖΑΝΕΙΟ", όπου είχε νοσηλευθεί επί διήμερο λόγω πνευμονικού οιδήματος και κολπικής μαρμαρυγής... χωρίς μάλιστα, κατά τον ως άνω χρόνο της νοσηλείας της, να δεχθεί επίσκεψη από την εναγομένη αδελφή της, ώστε, ενδεχομένως, τότε να αποκατασταθούν οι κακές σχέσεις τους.
Επίσης, όπως αποδείχθηκε, η κατάσταση υγείας της Α. Λ. ήταν ιδιαίτερα επιβαρυμένη κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα του Νοεμβρίου του έτους 2001 (σημειώνεται ότι λίγες ημέρες μετά την έξοδο της, την 22-11-2001, από το ως άνω Νοσοκομείο, αυτή εισήχθη την 30-11-2001 στην Κλινική … ΠΕΙΡΑΙΑ, όπου νοσηλεύθηκε μέχρι 21-12-2001 πάσχουσα από κολπική μαρμαρυγή και αδυναμία - βλ.
το από 8-12-2004 έγγραφο της ως άνω Κλινικής προς την Β’ Ανακρίτρια Πειραιώς), με συνέπεια, κατά λογική αναγκαιότητα, να καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής την συγκεκριμένη ημεροχρονολογία της 22-11-2001 η εκ μέρους της ιδιόχειρη γραφή της επίμαχης διαθήκης, η οποία, σημειωτέον, εμφανίζει ομοιογένεια γραφής... Επίσης, δεν αποδείχθηκε να υπάρχει οιοσδήποτε λόγος, ώστε η Α.
Λ. την 22-11-2001 (οπότε, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, συντάχθηκε η διαθήκη αυτή) να αποκλείσει από την κληρονομιά της την ιδιαίτερα αγαπημένη αδελφή της, Μ. Β. (με την οποία είχε ανέκαθεν στενές σχέσεις και μάλιστα από αρχές του έτους 2002 συγκατοικούσαν), η οποία ήταν εν ζωή κατά τον ως άνω χρόνο, όταν μάλιστα η ανωτέρω διαθέτης με τις προαναφερόμενες υπ’ αριθ. 1 και 2 διαθήκες της, που συντάχθηκαν στις 23-7-2002 και 26-9-2002 (δηλαδή σε χρόνο που ζούσε η Μ.
Β., που απεβίωσε την 30-8-2003) είχε εγκαταστήσει αυτήν ως κληρονόμο της στην επικαρπία της ακίνητης περιουσία της. Με βάση όλα τα ανωτέρω περιστατικά δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη διαθήκη συντάχθηκε από την Α. Λ. την 22-11-2001 και ότι νοθεύθηκε από την εναγομένη Κ. Μ. ως προς το τελευταίο ψηφίο της χρονολογίας της από "1" σε "4", όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ενάγουσα με την υπό στοιχ.
Γ’ αγωγή της, αλλ’ αντιθέτως αποδείχθηκε ότι η συγκεκριμένη διαθήκη συντάχθηκε πράγματι και διορθώθηκε από τη διαθέτιδα Α. Λ. την 22-11-2004, δηλαδή η ίδια μετέτρεψε, με τη θέληση της, το τελευταίο ψηφίο της χρονολογίας από "1" σε "4" για να διορθώσει την αρχική αβλεψία της ως προς το σημείο αυτό, εκφράζοντας, με τον τρόπο αυτό, τη βούληση της να περιέλθει η περιουσία της (η οποία, σημειωτέον, προερχόταν από κληρονομιά του πατέρα της, Ι.
Λ.) στην μοναδική (επιζώσα τότε) αδελφή της, Κ. Μ. το γένος Λ. και ουσιαστικά, μέσω της τελευταίας, στον μοναδικό ανιψιό της, Ι. Μ., τον οποίο μάλιστα η ίδια τον είχε βαφτίσει, παραμένοντας έτσι η περιουσία της στην οικογένεια και όχι σε τρίτα πρόσωπα. Όλα ία ανωτέρω περιστατικά έγιναν δεκτά και από το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, το οποίο με το υπ5 αριθ. 92/2012 βούλευμα του, αφού δέχθηκε κατ’ ουσία τις σχετικές εφέσεις των κατηγορουμένων Κ.
Μ., Δ. Μ. και Β. Π., εξαφάνισε το υπ’ αριθ. 1058/2010 παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς και αποφάνθηκε να μην γίνει κατηγορία Α) κατά των δύο πρώτων από αυτούς για τις αξιόποινες πράξεις α) της πλαστογραφίας (νόθευσης) από κοινού με χρήση κατ’ εξακολούθηση με σκοπό να προσπορίσουν στους εαυτούς τους περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ, με βλάβη τρίτου και β) της απάτης στο Δικαστήριο από κοινού με σκοπό αποκομίσεως περιουσιακού οφέλους, με ζημία που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ (ως προς την φερόμενη εξαπάτηση εκ μέρους τους την 8-4-2005 του δικάσαντος Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά τη δημοσίευση και κήρυξη της εν λόγω διαθήκης ως κυρίας) και Β) κατά της τρίτης από αυτούς για άμεση συνεργεία σε απάτη στο Δικαστήριο από κοινού με σκοπό αποκομίσεως περιουσιακού οφέλους, με ζημία που υπερβαίνει τα 73.000 ευρώ, για τις οποίες (πράξεις) ασκήθηκε ποινική δίωξη κατ’ αυτών με βάση την από 1-6-2005 έγκληση της Ά.
Λ. (ήδη ενάγουσας-εφεσίβλητης). Βέβαια, πρέπει να αναφερθεί ότι, όπως αποδείχθηκε, αφενός η Κ. Μ. και μετά την 22-11-2004, οπότε συντάχθηκε η επίδικη διαθήκη, εξακολούθησε τη δικαστική διένεξη της με την ανωτέρω αδελφή της (βλ. την από 24-11-2004 μήνυση της κατά της Ά. Λ. - ήδη ενάγουσας - και της Α. Λ. για ψευδορκία μάρτυρα και ηθική αυτουργία σ’ αυτήν, αντίστοιχα, φερομένη ως τελεσθείσα την 13-7-2004 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά) και αφετέρου η ανωτέρω διαθέτης Α.
Λ. την 2-12-2004, δηλαδή μετά τον πραγματικό χρόνο σύνταξης της επίδικης διαθήκης (22-11-2004), εμφανίσθηκε και κατέθεσε χωρίς όρκο, ως πολιτικώς ενάγουσα, ενώπιον της Ανακρίτριας του Β’ Τμήματος Πειραιώς επιβεβαιώνοντας το περιεχόμενο της προαναφερθείσας από 14-4-2003 έγκλησης της σε βάρος της αδελφής της και του συζύγου της (επί της οποίας εκδόθηκε το ήδη αμετάκλητο υπ’ αριθ. 226/2009 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιά κατά τα προεκτεθέντα), καταθέτοντας μάλιστα και σχετικό υπόμνημα.
Τα περιστατικά δε αυτά, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, φανερώνουν τις συνεχιζόμενες και μετά την 22-11-2004 πολύ κακές σχέσεις των δύο αδελφών. Όμως, τα ανωτέρω περιστατικά εξηγούνται επαρκώς από το εντελώς ευμετάβλητο της ψυχικής και συναισθηματικής διάθεσης της Α. Λ. (απόδειξη τούτου αποτελεί και το γεγονός της εκ μέρους της σύνταξης αλλεπάλληλων διαθηκών, συνολικά έξι κατ’ αριθμό, εντός μικρού χρονικού διαστήματος, όπως προαναφέρθηκε), και το, ως εκ τούτου, απρόβλεπτο των ενεργειών της, που είχε, ως συνέπεια, την εύλογη έλλειψη εμπιστοσύνης της εναγομένης προς την τελευταία (διαθέτιδα) αναφορικά με την εν γένει μελλοντική ρύθμιση των δικαστικών διαφορών τους, λόγω της παρουσίας γύρω της τρίτων, μη συγγενικών, προσώπων, ειδικότερα δε της ενάγουσας Ά.
Λ. και των προσώπων του κύκλου γνωριμιών της, που ευνοούνταν από τη διατήρηση της αντιδικίας μεταξύ των δύο ως άνω αδελφών και που, ενόψει και της αντιδικίας εκείνης (εναγομένης) μ’ αυτά, την οδηγούσαν σε υποψίες ότι ήταν δυνατό να ασκήσουν αρνητική επιρροή στην ως άνω αδελφή της και μετά τον, πράγματι, αληθινό χρόνο σύνταξης (22-11-2004) από την τελευταία της επίδικης υπέρ αυτής διαθήκης.
Επομένως, αποδείχθηκε ότι η επίδικη από 22-11-2004 διαθήκη της Α. Λ. είναι έγκυρη, είναι η τελευταία εκ των διαθηκών της και μάλιστα με αυτήν η ως άνω διαθέτης, όπως είχε δικαίωμα σύμφωνα και με εκτιθέμενα στη νομική σκέψη... κατ’ άρθρο 1763 περ. 1 του ΑΚ, ρητώς ανακάλεσε κάθε προγενέστερη διαθήκη της, άρα και τις προαναφερόμενες υπ’ αριθ. 1 έως και 5 διαθήκες της, με συνέπεια να καλείται ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος της η (τότε επιζώσα) αδελφή της, Κ.
Μ. (εναγομένη). Αποτέλεσμα τούτου είναι ότι η ως άνω από 10-11-2005 (υπό στοιχ. Γ’ ) αγωγή της Ά. Λ. (περί αναγνώρισης της ακυρότητας της από 22-11-2004 ιδιόγραφης διαθήκης της Α. Λ. λόγω πλαστότητας και περί αναγνώρισης της ιδίας ως εκ διαθήκης κληρονόμου της τελευταίας, με βάση την προγενέστερη υπ’ αριθμ. .../2004 δημόσια διαθήκη της) είναι ουσιαστικά αβάσιμη.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα και δέχθηκε, ως βάσιμη κατ’ ουσία, την ως άνω αγωγή της Ά. Λ., έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένων δεκτών ως ουσιαστικά βάσιμων των σχετικών λόγων της έφεσης της εναγομένης Κ.
Μ.υ..." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ακολούθως, μετ’ εξαφάνιση της αντιθέτως αποφανθείσης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατ’ αποδοχή της εφέσεως της εναγομένης Κ. Μ. την από 10-11-2005 αγωγή της Ά. Λ. περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της από 22-11-2004 ιδιόγραφης διαθήκης της Α. Λ. ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ την οποία εφάρμοσε, ούτε εκείνες των άρθρων 1718 και 181 ΑΚ τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, λόγω ελλείψεως συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής τους, ούτε στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση αφού διέλαβε σΛ αυτή, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εγκυρότητας της εν λόγω ιδιόγραφης διαθήκης της Α.
Λ., που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή της προδιαληφθείσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεως. Ειδικότερα, με σαφήνεια διευκρινίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η επίδικη διαθήκη συντάχθηκε πράγματι στις 22-11-2004 και υπογράφηκε από τη διαθέτιδα Α. Λ. και ότι η μετατροπή του τελευταίου ψηφίου του έτους σύνταξης της, τόσο στην τρίτη γραμμή του κειμένου όσο και στο τέλος του κειμένου της πριν από την υπογραφή της διαθέτιδας από το αρχικό ψηφίο "1" στο ψηφίο "4" , μετατροπή που έγινε με πρόσθετες χαράξεις γραμμών επάνω στην αρχική χάραξη του "1", είναι απλή διόρθωση που έγινε από την ίδια τη διαθέτιδα με τη θέληση της, προκειμένου να διορθώσει την αρχική αβλεψία της ως προς το σημείο αυτό και όχι νόθευση που έγινε από την αδελφή της Κ.
Μ.. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι του αναιρετηρίου, με τους Οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 είναι αβάσιμοι. Οι ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, με επίκληση αποσπασματικών και επιλεκτικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι εσφαλμένα και με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες το Εφετείο δέχθηκε ότι η ως άνω διαθήκη της Α.
Λ. είναι γνήσια, απορρίπτοντας τις αντίθετες γραφολογικές γνωμοδοτήσεις των πραγματογνωμόνων Θ. Β. και Δ. Κ., οι οποίες, (κατά τους αναιρεσείοντες) δέχονται ως συμπέρασμα "ότι μεταβλήθηκε το στοιχείο 1 στο έτος 2001 σε 4 και μάλιστα σε δύο σημεία της διαθήκης από άγνωστο χαράκτη και σε άγνωστο χρόνο" είναι απορριπτέες ως απαράδεκτοι, αφενός διότι πλήττουν τις παραδοχές του Εφετείου, αναφορικά με τις προαναφερθείσες γραφολογικές γνωμοδοτήσεις και πραγματογνωμοσύνες (κατά το συμπέρασμα της πρώτης των οποίων μάλιστα, που αναφέρεται στην προσβαλλόμενη, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η μετατροπή να έγινε από την ίδια τη διαθέτιδα), τις οποίες εκτίμησε ελεύθερα, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρούν ως ορθό οι αναιρεσείοντες, ως προς την πλαστότητα της επίμαχης διαθήκης, κρίση η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και αφετέρου διότι, υπό το πρόσχημα συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης τους, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει την δικανική πεποίθησή του, συνεκτιμά ελευθέρως όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους οι οποίοι το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του, δεν είναι όμως υποχρεωμένο να κάνει και ειδική μνεία εκάστου αποδεικτικού μέσου.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι ως προς τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος ελήφθησαν υπ’ όψιν και συνεκτιμήθηκαν όλα τα επικαλούμενα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για την εγκυρότητα της επίδικης διαθήκης, εκτός από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και "από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται α) η προσκομιζόμενη από τους εκκαλούντες - εφεσίβλητους υπ’ αριθμ. .../9-9-2005 ένορκη βεβαίωση της Ι.
Γ. που είχε δοθεί στο πλαίσιο προηγούμενης δίκης ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των διαδίκων β) τα έγγραφα των σχηματισθέντων σχετικών ποινικών δικογράφων που αφορούν τους διαδίκους και γ) οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης καθώς και εκθέσεις τεχνικών συμβούλων που συντάχθηκαν στο πλαίσιο αστικών δικών μεταξύ των ίδιων διαδίκων), χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σ’ αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία που είχαν όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς".
Από την ειδική ως άνω βεβαίωση του Εφετείου και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπ’ όψιν και τα αναφερόμενα από τους αναιρεσείοντες τριάντα (30) έγγραφα, μερικά από τα οποία μάλιστα μνημονεύει ειδικώς, όπως α) την με ημερομηνία 24 Νοεμβρίου 2004 μήνυση της Κ.
Μ. κατά της Ά. Λ. β) την με ημερομηνία 2 Δεκεμβρίου 2004 ανωμοτί κατάθεση της πολιτικώς εναγούσης Α. Λ. στην β’ τακτική ανακρίτρια Πειραιώς, την .../9-9-2005 ένορκη κατάθεση της Ι. Γ.. Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β" Κ.Πολ.Δ. η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απΛ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.
τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σΛ αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.
της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1662/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθ. 1 εδ. βΛ του άρθ. 559 Κ.Πολ.Δ (και όχι 2), οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι αποσπασματικές και μεμονωμένες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προσάπτουν στο Εφετείο τις πλημμέλειες ότι "αυτά τα σοβαρά πραγματικά περιστατικά, είναι ασυμβίβαστα με τους κανόνες της κοινής ανθρώπινης λογικής", ότι παραβιάσθηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας με το να δεχθεί το εφετείο ότι "η Ι.
Γ. κατέθεσε αληθή περιστατικά για τη διαθήκη ενώ αυτή καταδικάσθηκε αμετάκλητα για ψευδορκία", και ότι "οι επικαλούμενες (επίσης αποσπασματικά και μεμονωμένα) παραδοχές του εφετείου σε πραγματικά περιστατικά προσκρούουν στα διδάγματα της κοινής πείρας", Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, όπως από το προδιαληφθέν περιεχόμενο του σαφώς προκύπτει, η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων και όχι την ερμηνεία, μη προσδιοριζόμενων άλλωστε, προδήλως για τον λόγο αυτό, κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ" αυτούς πραγματικών γεγονότων.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Εξ άλλου, από την όλη δομή του Συντάγματος και ιδίως από τα άρθρα 2 παρ. 1 και 25 αυτού συνάγεται ως γενική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος, ότι η έννομη συνέπεια, η οποία είτε προβλέπεται από τον κοινό νομοθέτη in abstracto, είτε απαγγέλεται σε συγκεκριμένη περίπτωση από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το πραγματικό του οικείου κανόνα δικαίου, ήτοι να μην υπερβαίνει τα ακραία ανεκτά όρια, κατά την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο.
H προβλεπόμενη από το άρθρο 59 Α. Κ. σε συνδυασμό με το άρθρο 932 Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε περίπτωση προσβολής της προσωπικότητος αποφασίζεται, αναιρετικώς κατ’ αρχήν ανελέγκτως, από το ουσιαστικό δικαστήριο, με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία θέτουν στην διάθεση του οι διάδικοι.
Πλην όμως, επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση, να τηρείται κατά τον καθορισμό του επιδικαζομένου ποσού η αρχή της αναλογικότητος υπό την εκτεθείσα έννοια, ήτοι να μην υπερβαίνει η σχετική κρίση τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της ανωτέρω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. (πρβλ.
Α.Π. 1020/2004, Ολ.Α.Π.43/2005, Α.Π. 1043/2014). Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας.
Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Κατά το άρθρο 367 § 1 περ. α’ - δ’ Π Κ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ.
γ’ και δ1). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξεως εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο το ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του αδίκου χαρακτήρος των προαναφερθεισών αξιοποίνων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367 § 2) αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.
Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367§1 του ΠΚ, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής, ως προς τις εξυβριοτικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ.
και συνεπώς παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωση τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις της ΠΚ 367§2 (ΑΠ 1299/2013). Εν τέλει, στο άρθρο 10 Ν.Δ.53/1974 (Σύμβαση της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων) ορίζεται: "Πάν πρόσωπο έχει δικαίωμα είς την ελευθερίαν εκφράσεως.
To δικαίωμα τούτο περιλαμβάνει την ελευθερίαν γνώμης ως και την ελευθερίαν λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το παρόν άρθρον δεν κωλύει τα κράτη από του να υποβάλωσι τας επιχειρήσεις ραδιοφωνίας κινηματογράφου ή τηλεοράσεως εις κανονισμούς εκδόσεως αδειών λειτουργίας. 2.
Η άσκησις των ελευθεριών τούτων, συνεπαγομένων καθήκοντα και ευθύνας δύναται να υπαχθή εις ωρισμένας διατυπώσεις, όρους, περιορισμούς ή κυρώσεις, προβλεπόμενους υπό του νόμου και αποτελούντος αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία δια την εθνικήν ασφάλειαν, την εδαφικήν ακεραιότητα ή δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν το εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, της προστασίαν της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων των τρίτων, την παρεμπόδισιν της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή την διασφάλισιν του κύρους και αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας".
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του αναφορικά με την από 2-10-2005 αγωγή του αναιρεσείοντος Α. Γ., τα ακόλουθα: "...Μεταξύ, αφ’ ενός μεν της Κ. Μ. και του συζύγου και πληρεξούσιου δικηγόρου της, Δ. Μ., αφετέρου δε του Α. Γ. (πληρεξούσιου δικηγόρου της ήδη αποβιώσασας Α. Λ.) και της Α.
Λ. (που ήταν φίλη της τελευταίας) έχει δημιουργηθεί, ιδιαίτερης έκτασης, δικαστική διένεξη, με την υποβολή εκατέρωθεν μεγάλου αριθμού ενδίκων βοηθημάτων (αγωγών και μηνύσεων), η οποία αφορά, κυρίως, την γνησιότητα των από 10-3-2002 και από 22-11-2004 ιδιόγραφων διαθηκών της Μ. χήρας Α. Β. και της Α. Λ. (αδελφών της Κ.
Μ.), αντιστοίχως. Στο πλαίσιο της αντιδικίας αυτής, την 20-9-2005, ο Δ. Μ., ενεργώντας ως πληρεξούσιος δικηγόρος της Κ. Μ., κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την από 20-9-2005 αγωγή της, την οποία συνέταξε και υπέγραψε ο ίδιος, ως δικηγόρος (είναι και σύζυγος της), στρεφόμενη, μεταξύ άλλων, και κατά του Α.
Γ.. Στη συνέχεια, ο τελευταίος άσκησε εναντίον της Κ. Μ. και του συζύγου της, Δ. Μ., την αγωγή του, αιτούμενος χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που ισχυρίζεται ότι υπέστη από την εις βάρος του άσκηση της ως άνω υπό στοιχείο Α’ αγωγής (την οποία επισυνάπτει στην δική του αγωγή), το περιεχόμενο της οποίας, κατ’ αυτόν, προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του...
Ειδικότερα, στην τελευταία αυτή αγωγή (υπό στοιχείο Α’ ) αναγράφονται, αναφορικά με το πρόσωπο του Α. Γ., τα ακόλουθα επί λέξει: 1) (στη σελίδα 5) "Όπως ανέφερα οι εναγόμενοι Ά. Λ. και Α. Γ. ως "ειδικός" - δικηγόρος -, συνέστησαν ομάδα προς παράνομο δράση για ιδιοποίηση της περιουσίας των γονέων μου, που κληρονόμησαν οι αδελφές μου και προέβησαν σε σειρά εγκληματικών πράξεων ακόμη και σε βαθμό κακουργήματος για το επιτύχουν...", 2) (στις σελίδες 7-8) "Σε όλες αυτές τις ιστορίες, νομικός παραστάτης και σύμβουλος ήταν ο εκ των εναγομένων, δικηγόρος, Α.
Γ.! Στην συνέχεια οι δύο άνω εναγόμενοι έπεισαν την αδελφή μου Α., με την πρόκληση σ’ αυτήν διανοητικής και ψυχικής διαταραχής δια κακής χρήσεως των άνω ψυχοφαρμάκων, ώστε να μη έχει συνείδηση των πραττομένων, με υπαγόρευση προς αυτήν, να συντάξει δια χειρός της, την ρηθείσα από 10-3-2002 πλαστή διαθήκη, και να την εμφανίσει ως ανήκουσα στην αδελφή μου Μ.
Β. την οποία (διαθήκη) επικαλούνται με την άνω αγωγή και εμφανίζουν ως γνησία και έτσι στην συνέχεια, με την έκδοση και άλλων διαθηκών από την Α. Λ., πού αναφέρονται πιο κάτω και επικαλούνται με την αγωγή, να καταστούν "κληρονόμοι" ολοκλήρου της περιουσίας της Μ. Β. και της Α. Λ. οι ίδιοι... Δηλαδή οι εναγόμενοι με το τίποτε και από το πουθενά (όπως λέει ο λαός)...
ήλθαν να διοχετεύσουν ολόκληρο την κληρονομιά των άνω αδελφών μου, κινητής και ακινήτου περιουσίας, παρανόμως στα θυλάκια των... Αναμένεται η άσκηση ποινικής διώξεως και για άλλες συναφείς μηνύσεις μου, όπως για σύσταση συμμορίας από τους άνω βάσει του άρθρου 187 ΠΚ και για άλλα αδικήματα, που εκκρεμούν και θα ακολουθήσουν διώξεις, γιατί η εγκληματική τους δράση συνεχίζεται...
Σε αντιπερισπασμό της άνω εγκληματικής τους συμπεριφοράς, άσκησαν την υπό κρίση αγωγή τους εναντίον μου...", 3) (στη σελίδα 11) "Η επικαλούμενη και φερόμενη από 10-3-2002 διαθήκη η οποία δημοσιεύτηκε στο Μον. Πρωτοδικείο Αθηνών, υπ’ αρ. πρακτικού 891/2003, φερομένη ως ανήκουσα εις την αδελφή μου Μ. Β. και με την οποία φέρεται ως μοναδική κληρονόμος η Α.
Λ., είναι άκυρος, διότι είναι πλαστή εξ ολοκλήρου κατά την γραφή, χρονολόγηση και υπογραφή και συνεπώς ανυπόστατος. Έχει συνταχθεί ολόκληρος δια χειρός της αδελφής μου Α. Λ., με υπόδειξη, εξαναγκασμό και παραπλάνηση αυτής υπό των εναγομένων (δηλαδή κατά ηθική αυτουργία) Ά. Λ. και Α. Γ., για να περιέλθει σ’ αυτούς παρανόμως η περιουσία της αδελφής μου Μ.
Β. δια μέσου της Α. Λ... ", 4) (στη σελίδα 14) "Το περιεχόμενο αυτών των διαθηκών (της Α. Λ.), που αναφέρουν ως αιτιολογία αποκληρώσεως μου, είναι όμοιο, σε ΟΛΕΣ τις διαθήκες, είναι ψευδές, ανήθικο, συκοφαντικό και προϊόν απάτης εκ μέρους των εναγομένων, Ά. Λ. και Α. Γ....", 5) (στη σελίδα 16) "Η διατάραξη των ψυχικών και διανοητικών λειτουργιών της διαθέτιδος (Α.
Λ.), προκλήθηκε όπως ανέφερα, από τους εναγομένους Ά. Λ. και Α. Γ., σκοπίμως, με την κατάλληλο για τον σκοπό αυτό, χρήση ψυχοφαρμάκων, προς άμβλυνση της νοήσεως της και των ψυχικών αντιστάσεων της, ώστε να καταστεί τυφλό όργανο αυτών..." και 6) (στις σελίδες 17" 18) "Την διαθήκη την έχω προσβάλει για πλαστότητα με σχετική αγωγή και έχω υποβάλλει σχετική μήνυση κατά των δραστών και εδώ εναγομένων Ά.
Λ. και Α. Γ..... Ακολούθως είναι άκυρες οι διαθήκες αυτές (της Α. Λ.) λόγω χρήσεως απειλής και εξαναγκασμού προς την διαθέτιδα υπό των εναγομένων Ά. Λ. και Α. Γ. να καταρτίσει τις άνω διαθήκες, διότι εν αρνήσει της θα απεκάλυπταν την αλήθεια, ως προς το ότι την διαθήκη την φερομένη από 10-3-2002 ως διαθήκη της Μ. Β., είχε συντάξει η ίδια η διαθέτιδα Α.
Λ., δια ιδίας αυτής χειρός (εδώ υπάρχει και εκβιασμός)...". Τα προεκτεθέντα, που περιλαμβάνονται στην ως άνω υπό στοιχείο Α’ αγωγή, ανεξαρτήτως του εάν περιέχουν και αξιολογικές κρίσεις, συνδέονται και σχετίζονται με γεγονότα και συγκεκριμένα: α) με το ότι η από 10-3-2002 ιδιόγραφη διαθήκη της Μ. Β. έχει πλαστογραφηθεί και ειδικότερα έχει συνταχθεί δια χειρός Α.
Λ., με υπόδειξη, εξαναγκασμό και παραπλάνηση αυτής, μεταξύ άλλων, και από τον Α. Γ. και β) με το ότι ο τελευταίος προκάλεσε τη διατάραξη των ψυχικών και διανοητικών λειτουργιών της διαθέτιδος Α. Λ., με την κατάλληλο, για τον σκοπό αυτό, χρήση ψυχοφαρμάκων, προς άμβλυνση της νόησης της και των ψυχικών αντιστάσεων της.
Όμως, τα γεγονότα αυτά δεν είναι αληθινά, καθόσον αφενός η από 10-3-2002 ιδιόγραφη διαθήκη της Μ. Β. δεν έχει πλαστογραφηθεί, αλλά έχει γραφεί, χρονολογηθεί και υπογραφεί δια της ιδίας χειρός της ως άνω διαθέτιδας, όπως τούτο έχει γίνει τελεσιδίκως δεκτό με την υπ’ αριθ. 871/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κατά τα προεκτεθέντα, και αφετέρου δεν αποδείχθηκε, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ότι η Α.
Λ., μέχρι το θάνατο της, είχε υποστεί οιαδήποτε διατάραξη των ψυχικών και διανοητικών λειτουργιών της οφειλόμενη σε χρήση ψυχοφαρμάκων, πέραν του ανωτέρω αναφερόμενου ευμετάβλητου της ψυχικής και συναισθηματικής διάθεσης της (βλ. και την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από 21-9-2004 ιατρική γνωμάτευση του νευρολόγου - ψυχίατρου Ι.
Α.). Αποδείχθηκε, επίσης, ότι οι Κ. Μ. και Δ. Μ., υπό τις ανωτέρω συνθήκες σφοδρής αντιδικίας τους με τον Α. Γ., πίστευαν ότι ήταν αληθινά τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχ. Α’ αγωγή της πρώτης αυτών, την οποία συνέταξε και υπέγραψε ο δεύτερος αυτών. Πάντως, οι περιλαμβανόμενες στην ως άνω αγωγή φράσεις που προαναφέρθηκαν, είναι ιδιαίτερα δυσμενείς για τον Α.
Γ. και εκδηλώνουν περιφρόνηση για το πρόσωπο του, ώστε να συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του. Σημειωτέον ότι η χρήση των προαναφερθεισών περιφρονητικών φράσεων κρίνεται ότι δεν ήταν αναγκαία για να καταστεί εφικτή από το Δικαστήριο η εκτίμηση των στοιχείων της σχετικής αγωγής, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες (Κ.
Μ. και Δ. Μ.), αφού τα σχετικά περιστατικά, τα οποία αφορούν την ως άνω επικαλούμενη παράνομη συμπεριφορά του εκ των εναγομένων, Α. Γ., μπορούσαν να εκτεθούν με πληρότητα, χωρίς να περιληφθούν οι φράσεις αυτές, που όμως χρησιμοποιήθηκαν προς εξύβριση του. Επίσης, τα προεκτεθέντα δεν αφορούν μόνον την ενάγουσα της ως άνω υπό στοιχείο Α’ αγωγής, αλλά και το συντάκτη αυτής πληρεξούσιο δικηγόρο και σύζυγο της, Δ.
Μ., ο οποίος, ανεξαρτήτως του ότι ενήργησε στο πλαίσιο της σχετικής δικηγορικής εντολής, όφειλε κατά την εκτέλεση των σχετικών καθηκόντων του να τηρήσει το προσήκον μέτρο στην υπεράσπιση της εντολέως του, και να αποφύγει τη χρήση φράσεων που δεν επιβάλλονται στη συγκεκριμένη περίπτωση, πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, αυτός με τη χρήση των ως άνω φράσεων υπερέβη το αναγκαίο και επιβαλλόμενο μέτρο.
Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι, ο Δ. Μ., λόγω της στενής σχέσης του με την εντολέα του, σύζυγο του, προφανώς, είχε ιδία γνώση για τα περιστατικά που περιέλαβε στην ως άνω αγωγή (υπό στοιχείο Α’ ). Έτσι μπορούσε να προβεί σε επιλογή των καταλλήλων και αναγκαίων εκφράσεων για την έκθεση τους και να αποφύγει τη χρήση των ως άνω περιφρονητικών για τον Α.
Γ. φράσεων. Κατ’ ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η Κ. Μ. και ο Δ. Μ., με το περιεχόμενο της υπό στοιχείο Α’ αγωγής κατά τα ανωτέρω σημεία του, προσέβαλαν παρανόμως και υπαιτίως την προσωπικότητα, και συγκεκριμένα, την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος της υπό στοιχείο Β’ αγωγής Α. Γ., ενώ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη η σχετική ένσταση (άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ), περί άρσης του αδίκου χαρακτήρα της εν λόγω πράξης, που προέβαλαν και επαναφέρουν οι ως άνω εναγόμενοι (της υπό στοιχ.
Β’ αγωγής), ενόψει του ότι, σε κάθε περίπτωση, από τον τρόπο της εκδήλωσης και τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε αυτή προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς στην προσβολή της τιμής του ως άνω ενάγοντος, με αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνησης του, κατά το σχετικό βάσιμο ισχυρισμό αυτού, που (προβαλλόμενος καθ’ υποφορά με την αγωγή του αλλά και με τις προτάσεις του) συνιστά αντένσταση κατ’ άρθρο 367 παρ. 2 του ΠΚ.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε (εν μέρει) ως ουσιαστικά βάσιμη την ως άνω υπό στοιχείο Β’ αγωγή του Α. Γ., αφού απέρριψε (έστω και σιωπηρά) την εκ του άρθρου 367 παρ. 1 εδ. γ’ του ΠΚ ένσταση που προέβαλαν οι ως άνω εναγόμενοι, κατά παραδοχή της σχετικώς προβληθείσας αντένστασης του ενάγοντος (άρθρο 367 παρ. 2 του ΠΚ), δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτόμενου, ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού λόγου έφεσης των εναγομένων, Κ.
Μ. και Δ. Μ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Περαιτέρω, από την ως άνω παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος Α. Γ., αυτός υπέστη ηθική βλάβη, λαμβανομένων δε υπόψη των εν γένει συνθηκών τέλεσης της προσβολής, του είδους αυτής, του βαθμού του πταίσματος των εναγομένων, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, όπως τα στοιχεία αυτά προαναφέρθηκαν και εκτιμώνται βάσει των κανόνων της κοινής πείρας και λογικής, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ως άνω ενάγων δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης αυτού, το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, ποσό που κρίνεται εύλογο μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων (άρθρο 932 του ΑΚ).
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε υπέρ του ενάγοντος, για την αιτία αυτή, το ποσό των 20.000 ευρώ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, γενομένου δεκτού ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού πρόσθετου λόγου έφεσης των εναγομένων και απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο ο τελευταίος ζητεί την επιδίκαση μεγαλύτερου του πρωτοδίκως επιδικασθέντος για την αιτία αυτή ποσού...".
Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τα αναφερθέντα στην αρχή άρθρα και διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες σχετικώς με την προκληθείσα στον ενάγοντα δικηγόρο Γ. ηθική βλάβη. Ειδικώς δε, όσον αφορά το ύψος του επιδικασθέντος ποσού των 3.000 ευρώ ως χρηματικής ικανοποιήσεως, εν όψει των παραδοχών του Εφετείου, ότι οι εναγόμενοι αφ’ ενός μεν επίστευαν, ότι τα υποστηριχθέντα με την αγωγή της Κ.
Μ. εις βάρος του ενάγοντος δικηγόρου Α. Γ. ήσαν αληθή, αφ’ ετέρου δε, ότι ενήργησαν με σκοπό εξυβρίσεώς του, το δικαστήριο εκείνο, ύστερα από την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής ευχερείας του, αφού το επιδικασθέν ποσόν δεν αφίσταται - κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση - από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσά.
Επομένως, το δικαστήριο δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητος ευθέως ή εκ πλαγίου και ο τα αντίθετα υποστηρίζων πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Β) Επί της αιτήσεως αναιρέσεως των α1) Ι. Μ. και β1) Δ. Μ..
Κατά το άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικαίωμα αναιρέσεως έχει ο διάδικος ο οποίος ηττήθηκε εν όλω ή εν μέρει κατά την δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Ο νικήσας διάδικος, που ως τέτοιος θεωρείται και ο εναγόμενος όταν για οποιονδήποτε λόγο απορρίφθηκε η αγωγή, έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση, εφόσον έχει προς τούτο έννομο συμφέρον, την συνδρομή του οποίου πρέπει ρητώς να επικαλείται στο αναιρετήριο.
Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά την γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. και η έλλειψη του, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης κατ’ άρθρον 73 Κ.Πολ.Δ., συνεπάγεται την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος, το οποίο πρέπει να υφίσταται τόσο κατά τον χρόνο της ασκήσεως όσο και κατά τον χρόνο της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, απαιτείται όχι μόνον γενικώς για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως, αλλά και ειδικώς για κάθε λόγο αναιρέσεως, πρέπει δε ο αναιρεσείων να επικαλείται αυτό για την νομιμοποίηση του στην αίτηση αναιρέσεως.
Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται βλάβη, αν δε την αναίρεση ασκεί ο νικήσας διάδικος, η βλάβη του εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι’ αυτόν συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της αποφάσεως και ειδικότερα αν από αυτήν δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της αποφάσεως αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στην δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού (Α.Π. 2136/2014, Α.Π. 1663/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες Ι. Μ. και Δ. Μ., με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς τους περί αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση, επειδή το Εφετείο, κατά παράβαση των άρθρων 321 επ.
ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο από την υπ’ αριθ. 8171/2008 απόφασή του, όπως διορθώθηκε μεταγενεστέρως, όσον αφορά την από 20-9-2005 κριθείσα αγωγή της δικαιοπαρόχου του πρώτου αναιρεσείοντος Κ. Μ. και κατά το μέρος κατά το οποίο στρέφεται κατά των ήδη αναιρεσειόντων και αναιρεσιβλήτων Ά. Λ. και Α. Γ. και εζητείτο να αναγνωρισθεί, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω, η ακυρότητα της από 10-3-2002 ιδιόγραφης διαθήκης της αδελφή της Μ.
Β., η οποία με αυτήν εγκατέστησε ως κληρονόμο της την τρίτη αδελφή τους Α. Λ., όχι όμως και την ανάγουσα Κ. Μ., η οποία με αυτόν τον τρόπο επιδιώκει να αναγνωρισθεί συγκληρονόμος της διαθέτιδος Μ. Β. επί τη βάσει προγενέστερης διαθήκης της. Εφόσον όμως, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, ότι οι ανωτέρω Ά.
Λ. και Α. Γ. δεν είναι κληρονόμοι της Α. Λ. αλλά μοναδική κληρονόμος της βάσει της αναγνωρισθείσης ως έγκυρης με ημερομηνία 22 Νοεμβρίου 2004 ιδιόγραφης διαθήκης της είναι η αδελφή της Κ. Μ., μητέρα και δικαιοπάροχος του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος και σύζυγος του δευτέρου αναιρεσείοντος, στην οποία περιήλθε όλη η κληρονομιαία περιουσία της αδελφής της Α.
Λ., δεν υφίσταται στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων έννομο συμφέρον για την προσβολή της από 10 Μαρτίου 2002 ιδιόγραφης διαθήκης της Μ. Β., σύμφωνα με την οποία κληρονόμος της είναι η αδελφή της Α. Λ., με περαιτέρω συνέπεια να μην έχουν οι ίδιοι έννομο συμφέρον για την προβολή του κρινομένου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος ως εκ τούτου είναι απαράδεκτος.
Ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως των ιδίων αναιρεσειόντων (Ι. Μ. και Δ. Μ.), υπό την κατ’ επίφαση επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8, 10, 11, 16, 17, 19 ΚΠολΔ και την παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 174, 178 ΑΚ, εν τοις πράγμασι πλήττει την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του δικάσαντος Εφετείου, σχετικά με τις υφιστάμενες μεταξύ των διαδίκων κληρονομικές και λοιπές διαφορές και την εγκυρότητα ή μη των σχετικών με τις κληρονομικές διαθηκών.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Εν όψει όλων αυτών, πρέπει 1) να απορριφθούν αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως, 2) να διαταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, η εισαγωγή των κατατεθέντων από τους διαδίκους παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο και 3) να συμψηφισθούν, κατ’ άρθρον 179 ΚΠολΔ, στο σύνολό τους τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού, λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός από του διαδίκους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως, ήτοι 1) την από 20 Οκτωβρίου 2014 αίτηση των α) Ά. χήρας Ι. Λ., β) Ε.ς Λ., γ) Σ. Λ., δ) Α. Γ. και 2) την από 5 Μαρτίου 2015 αίτηση των α) Ι. Μ. και β) Δ. Μ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 506/2014 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Απορρίπτει αμφότερες τις αιτήσεις αναιρέσεως.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων από τους ανωτέρω διαδίκους παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα μεταξύ των διαδίκων δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ