471/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated471/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 § 4 του ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 471 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 471/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. συζ. Ι. Μ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κανδαράκη.
Της αναιρεσίβλητης: Γ. συζ. Ι. Κ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κουτσιλαίο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-8-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2741/2002 μη οριστική 6333/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6473/2008 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 874/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 5898/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-1-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκη ανέγνωσε την από 5-8-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 1895 του ΑΚ οι κατιόντες, όταν κληρονομούν εξ αδιαθέτου, έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν ο ένας στον άλλον οτιδήποτε τους δώρισε ή οπωσδήποτε τους παραχώρησε χωρίς αντάλλαγμα ο κληρονομούμενος, όσο ζούσε, καθώς και ότι δαπάνησε για την επαγγελματική τους μόρφωση, εφόσον αυτό υπερέβαινε ότι θα ήταν σύμφωνο με την οικονομική κατάσταση του κληρονομουμένου.
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνο όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι όταν χρησιμεύουν για εκτίμηση αποδείξεων (Ολομ.ΑΠ 2/2008), η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου ΚΠολΔ, ο δε λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του προσήκοντος κανόνα δικαίου.
Τέλος, κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, ως τέτοιες δε θεωρούνται και οι αποδείξεις που προσκομίστηκαν απαραδέκτως, καθώς και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν νομίμως.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι η μητέρα των διαδίκων και εξ αδιαθέτου κληρονόμων της, που απεβίωσε την 1-10-1995, είχε μεταβιβάσει εν ζωή, λόγω προικός, στην αναιρεσείουσα-εναγομένη το αναφερόμενο ακίνητο (οικόπεδο, με την βρισκόμενη σ' αυτό οικία), αξίας κατά τον χρόνο της παροχής (1966) 100.000 δραχμών, που αντιστοιχούσε σε 4.662.069 δραχμές κατά τον χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης και ότι η ίδια (μητέρα των διαδίκων) δεν δαπάνησε κανένα ιδιαίτερο ποσό για την επαγγελματική μόρφωση της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας, η οποία σπούδασε μεν στη Μέση Εμπορική Σχολή, διέμενε όμως με την οικογένειά της στην Αθήνα, όπου λειτουργούσε η Σχολή, αυτή, ούτε παραχώρησε στην ενάγουσα το τίμημα (το ακριβές ύψος του οποίου δεν αποδείχθηκε κατά τις παραδοχές του Εφετείου) που (η μητέρα των διαδίκων) έλαβε από την πώληση του βρισκόμενου στο Ηράκλειο αμπελώνα της, το οποίο έλαβαν ισομερώς η ίδια και οι δύο διάδικοι-θυγατέρες της, ούτε προέβη σε οποιαδήποτε άλλη παροχή προς την ενάγουσα.
Και βάσει των παραδοχών αυτών το Εφετείο, που κατελόγισε ως συνεισενεκτέα παροχή στην κληρονομική μερίδα της αναιρεσείουσας-εναγομένης το προαναφερθέν ακίνητο που η τελευταία είχε λάβει ως προίκα από την κληρονομουμένη, κατά το σχετικό αίτημα της αγωγής της αναιρεσίβλητης, απέρριψε τον ισχυρισμό και το σχετικό αίτημα της αναιρεσείουσας-εναγομένης να καταλογιστούν ως συνεισενεκτέες παροχές στην κληρονομική μερίδα της ενάγουσας τα αναφερόμενα ποσά δαπανών και λοιπών παροχών της κληρονομουμένης προς την τελευταία (ενάγουσα).
Υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του (μη) καταλογισμού συνεισενεκτέων παροχών στην κληρονομική μερίδα της αναιρεσίβλητης, τις οποίες δεν δέχθηκε ως αποδειχθείσες το Εφετείο, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής από το Εφετείο της ειρημένης ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1895 του ΑΚ.
Επομένως τα αντίθετα που η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με τον πρώτο, μέρος δεύτερο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς της είναι αβάσιμα, ενώ απαραδέκτως κατά τα λοιπά στρέφεται με τον ίδιο λόγο κατά της ουσιαστικής κρίσεως του δικαστηρίου (εκτίμηση αποδείξεων), σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Απαράδεκτος, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, είναι ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, κατά το οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο με τις προαναφερθείσες παραδοχές του ως προς τις δαπάνες της κληρονομουμένης για τις σπουδές της ενάγουσας παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα οποία τα έτη 1950-1956 η Μέση Εμπορική Σχολή ήταν ιδιωτική και κατεβάλλοντο δίδακτρα, ενώ ήταν απαραίτητες οι δαπάνες για την αγορά βιβλίων και τη διατροφή της ενάγουσας.
Τα φερόμενα όμως αυτά ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευαν για την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, ώστε η παράβασή τους να ελέγχεται αναιρετικώς κατά την προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 β' του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.
Περαιτέρω, από την αναφορά στην αναιρεσιβαλλομένη ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο αποδείχθηκαν από τα κατ' είδος προσδιοριζόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που με νόμιμη επίκληση προσκομίστηκαν", και από το όλον περιεχόμενο της αποφάσεως αφ' ενός μεν προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου οκτώ (8) έγγραφα που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί η αναιρεσείουσα, αφ' ετέρου δε δεν προκύπτει ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη έγγραφα τα οποία δεν είχε προσκομίσει και επικαλεστεί νομίμως η αναιρεσίβλητη, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς της, χωρίς άλλωστε να προσδιορίζει κανένα τέτοιο έγγραφο.
Η νόμιμη άλλωστε, ενώπιον του Εφετείου, επίκληση των εγγράφων της αναιρεσίβλητης προκύπτει από τις προτάσεις της τελευταίας που κατέθεσε την 15-5-2013, στο ανωτέρω δικαστήριο, όπως αυτό προκύπτει από τις εν λόγω προτάσεις, προσκομιζόμενες. Επομένως και οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης , από τον αρ. 11 περ. γ' και β', αντίστοιχα, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
II. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 § 4 του ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-1-2014 αίτηση της Ι. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5898/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ