471/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 471 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 471/2012
Legislator headnote
AI generated471/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 471 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 471/2012
Full text
Απόφαση 471 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 471/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 21η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που εδρεύει στην Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαράντη Ορφανουδάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Β. Α. του Α., 2) Σ. Ε. του Δ., 3) Σ. Ζ. του Μ., 4) Λ. Η. του Ι., 5) Π. Κ. του Α., 6) Π. Λ. του Γ., 7) Κ. Μ. του Α., 8) Μ. Μ. του Ε., 9) Γ. Μ. του Ν., 10) Κ. Ο. του Α., 11) Η. Σ. του Ν., 12) Ι. Τ. του Ε., 13) Μ. Τ. του Γ., 14) Α. Χ. του Χ. και 15) Α. Κ. του Ι., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τσιώλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της Σοφίας Κωνσταντινίδου, η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2570/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21982/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 16-10-2009 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1659/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 4-9-2011 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 21-9-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθ. 4§ 1 του Συντάγματος "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Με την διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια, μπορεί όμως ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας. Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική, τα παραπάνω δε ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό. Στην περίπτωση που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από την δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των εξουσιών που καθιερώνεται από τα άρθ. 1, 26, 73 επ. και 87 του Συντάγματος ή να αντίκειται στο άρθ. 80§ 1 αυτού. Περαιτέρω, κατά το άρθ. 13§1 ν. 2738/1999 (που εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων) η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθ. 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την §2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: (α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου (β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν' αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθ. 14 ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωση; και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 13 ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. 2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται ενόλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα : α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους ... . 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδου; υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14§2 ν. 3016/2002, η ρύθμιση της §1, δηλ. της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στην σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθ. 13 ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικέ; αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις". Ειδικότερα, εκδόθηκαν πενήντα πέντε (55) συνολικά ΚΥΑ και επιπλέον με (1) την 2/44212/0022 (ΦΕΚ Β' 1266/2002) απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωση; και του αρμόδιου Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, η ειδική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους υπαλλήλους του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας και (2) την 2/35486/0022 (ΦΕΚ Β' 108 /2003) ΚΥΑ από τις προαναφερθείσες, η οποία συμπληρώθηκε με την 2/55350/0022 (ΦΕΚ Β' 1731/2003), χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή σε όλους τους υπαλλήλους των ΝΠΔΔ που εποπτεύονται από το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από το ν. 2470/1997, δηλ. στους υπαλλήλους του Πανελληνίου Φαρμακευτικού Συλλόγου, του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου, της Ελληνικής Οδοντιατρικής Εταιρείας, της Μέσης Τεχνικής Επαγγελματικής Σχολής Αθηνών "Α. ΦΛΕΜΝΓΚ" και όλων των ΠεΣυ Υγείας της Χώρας. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει, ότι η μισθολογική αυτή παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους μονίμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους των ανωτέρω Υπουργείων, Οργανισμών, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 247011997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ. Όλες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο, επικαλούνται τις διατάξεις των άρθ. 14 ν. 3016/2002 και 1 ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88€ από 1-1-2002 και σε 176€ από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κύησης κλπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων, και αναφέρουν ως δικαιούμενους την παροχή αυτή όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί την χορήγησή της ειδικά στους υπαλλήλους αυτούς, ενώ και κατ' άρθ. 1 § 13 ν. 3029/2002 η παροχή αυτή λαμβάνεται υπόψη στην βάση του υπολογισμού της σύνταξης των εφεξής εξερχομένων από την υπηρεσία. Ενώ δηλ. χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθ. 14 ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις εκδοθείσες στην συνέχεια υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι αυτοί δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι με την χορήγηση της παροχής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την προϋπόθεση αυτή και αφετέρου βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ναι μεν με το άρθ. 28 §4 ν. 3205/2003 καταργήθηκαν από 1-1-2004 (άρθ. 56 του νόμου αυτού) το ως άνω άρθ. 14 ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότησή του για την χορήγηση των ως άνω ειδικών παροχών, ορίσθηκε, όμως, με το άρθ. 24 §2 του ανωτέρω ν. 3205/2003 ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειουμένη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθ. 12 ν. 3205/2003, ενώ και με το άρθ. 2§3 ν. 3336/2005 η ίδια παροχή χορηγήθηκε και σε όσους διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν σε υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν ήδη η παροχή αυτή ως προσωπική διαφορά. Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθ. 14 ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, ανεξάρτητα από τον φορέα, το είδος και τις συνθήκες εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού. Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την παροχή αυτή, την οποία μόνο από την 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης. Λόγω της προαναφερθείσας πλήρους αποδέσμευσης και αυτονόμησης της παροχής αυτής, που αποτελεί πλέον γενική μισθολογική παροχή, από το είδος, την φύση και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας, είναι αυτή ανεπίδεκτη αλληλοκάλυψης και συμψηφισμού, κατά την ειδική έννοια του άρθ. 14 ν. 3016/2002, με τυχόν άλλες καταβαλλόμενες παροχές που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχομένης εργασίας, οι οποίες, επομένως, δεν παρεμποδίζουν την γέννηση της αξίωσης για την καταβολή της παροχής αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά του τώρα αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης", με την προσβαλλομένη 21982/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες είναι υπάλληλοι του αναιρεσείοντος εναγομένου ΝΠΔΔ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενοι στο μισθολογικό καθεστώς του ν. 2470/1997 και γενικά του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, ότι με την ΚΥΑ 2/44212/0022/2002 η κατ' άρθ. 14 ν 301612002 ειδική παροχή χορηγήθηκε σε όλους τους υπαλλήλους του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ότι η παροχή αυτή του άρθ. 14 ν. 3016/2002 χορηγήθηκε με πληθώρα υπουργικών και σε σύντομο χρονικό διάστημα, κυρίως εντός του 2002, σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών που υπάγονται στο μισθολογικό καθεστώς του ν. 2470/1997, αλλά και στο νυν ισχύον, αδιακρίτως του φορέα, του είδους και των συνθηκών εργασίας τους, ότι η με γενικότητα χορήγηση της παροχής αυτής σε ευρύτατο κύκλο απασχολουμένων στο Δημόσιο και σε ΝΠΔΔ αποτελεί στην πραγματικότητα μία γενική αύξηση που αποβλέπει στην βελτίωση της μισθολογικής κατάστασης των υπαλλήλων αυτών, εφόσον δε εξέλιπε τελικά ο αρχικός δικαιολογητικός λόγος της χορήγησής της (ενίσχυση χαμηλόμισθων υπαλλήλων) και η καταβολή της μετατράπηκε σε γενικό κανόνα, που προσαυξάνει τον καταβαλλόμενο μισθό, η κατ' εξαίρεση μη καταβολή της μισθολογικής αυτής παροχής σε ορισμένες μόνο κατηγορίες υπαλλήλων, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησής της (υπαγωγή τους στις διατάξεις του ν. 2470/1997 και του επακολουθήσαντος 3205/2003), οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της κατ' άρθ. 4 §1 του Συντάγματος αρχής της ισότητας, προς αποκατάσταση της οποίας η επίδικη παροχή πρέπει να καταβληθεί και στους ενάγοντες, ότι ναι μεν οι ενάγοντες κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθ. 14§ 1 ν. 3016/2002 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτής 2/27895/0022/2002 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας διοίκησης και Αποκέντρωσης και Υγείας και Πρόνοιας, που εκδόθηκε προς υλοποίηση της από 20-8-2001 ειδικής συμφωνίας του Ελληνικού Δημοσίου με τους εκπροσώπους των εργαζομένων στα Νοσοκομεία (ΠΟΕΔΗΝ), είχαν λάβει κλιμακούμενη αύξηση του νοσοκομειακού επιδόματος που χορηγείτο σ' αυτούς και το οποίο σε κάθε περίπτωση από 1-3-2004 μαζί με το επίδομα τροφής ανερχόταν σε ποσό συνολικά μεγαλύτερο από εκείνο των ενδίκων επιδομάτων, πλην όμως δεν τίθεται θέμα συμψηφισμού των επιδομάτων τροφής και νοσοκομειακού, τα οποία τελούν σε άμεση συνάρτηση με την παροχή της εργασίας τους σε νοσηλευτικό ίδρυμα και με συγκεκριμένες συνθήκες εργασίας, με την παροχή των 176 €, η οποία χορηγείται χωρίς ιδιαίτερες προϋποθέσεις σε όλους ανεξαιρέτως τους ως άνω εργαζομένους, διότι και ο συμψηφισμός αυτός συνιστά ανισότητα αντικείμενη στην διάταξη του άρθ. 4 του Συντάγματος, καθώς εξισώνει αδικαιολόγητα τις απολαβές των εναγόντων με τις αποδοχές π.χ. των υπαλλήλων του ίδιου υπουργείου, οι οποίοι, όμως, εργάζονται υπό συνθήκες ευνοϊκότερες που δεν δικαιολογούν την καταβολή του επιδόματος αυτού, λόγω της φύσης δηλ. των ως άνω παροχών (ειδικά επιδόματα τα πρώτα και γενική μισθολογική παροχή η δεύτερη) ο συμψηφισμός αυτών εισάγει άνιση μεταχείριση των απασχολουμένων στο νοσοκομείο υπαλλήλων έναντι των λοιπών συναδέλφων τους, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε σχετικούς λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Με την κρίση του αυτή το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 14 ν. 3016/2002, 24 και 28 §4 ν. 3205/2003 και των σχετικών ΚΥΑ, δεχθέν ειδικότερα ότι (α) οι ενάγοντες κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αρχής της ισότητας δικαιούνται την επίδικη παροχή και (β) δεν χωρεί συμψηφισμός των επιδομάτων τροφής και νοσοκομειακού που λαμβάνουν οι ενάγοντες με την μισθολογική αυτή παροχή των 176 €, με την εσφαλμένη, όμως, ειδικά ως προς το σημείο τούτο αιτιολογία (πρβλ. άρθ. 578 ΚΠολΔ) περί αντισυνταγματικότητας του συμψηφισμού, αφού η έλλειψη δυνατότητας συμψηφισμού κατά την έννοια του άρθ. 14 ν. 3016/2002 ερείδεται, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, στην διαφορετική φύση των παροχών αυτών. Εξάλλου, η αποδιδομένη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ειδικότερη πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έκρινε αόριστη την ένδικη αγωγή λόγω μη αναφοράς σ' αυτήν της κατηγορίας που ανήκει κάθε ενάγων, έτσι ώστε να διαπιστωθεί ποια κλιμακούμενη αύξηση νοσοκομειακού επιδόματος του χορηγήθηκε μέχρι την 1-3-2004, δεδομένου ότι από την ημερομηνία αυτοί όλοι οι ενάγοντες ελάμβαναν το νοσοκομειακό επίδομα και το επίδομα τροφής, το ύψος των οποίων είναι κατά πολύ υπέρτερο της επίδικης παροχής, ερείδεται στην εσφαλμένη, όπως προαναφέρθηκε, προϋπόθεση της δυνατότητας συμψηφισμού των ως άνω επιδομάτων με την παροχή των 178€, όπως ορθά κρίθηκε και με την προσβαλλομένη απόφαση. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ ως προς όλα τα σκέλη του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-10-2009 αίτηση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 21982/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ