Legislator Case Law & Legislation
471/2010 AI generated

471/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 471/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

471/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Και ότι, συνακόλουθα, είναι άκυρο και το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, με το οποίο οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι (αγοραστές) πώλησαν περαιτέρω και μεταβίβασαν κατά κυριότητα το ίδιο ακίνητο στην τέταρτη εναγόμενη και ήδη έκτη αναιρεσίβλητη εταιρία. Με βάση το ιστορικό αυτό ο αναιρεσείων, επικαλούμενος για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός του προς άσκηση της αγωγής, την ιδιότητά του ως μέλους του Δ.Σ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 471 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 471/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..., 2. ..., 3. ..., ως επ' ωφελεία απογραφής κληρονόμων του ..., 4. ..., 5. ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο και 6. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΣΜΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΙΝΗΣΗΣ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΚΜΙΣΘΩΣΗΣ ΑΠΟΘΗΚΕΥΤΙΚΩΝ ΧΩΡΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Λάλα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2999/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5585/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-5-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 4-11-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης του, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 3078 Στ'/14-9-2009, 3085Στ'/15-9-2009, 3091Στ'/15-9-2009, 3063Στ'/11-9-2009 και 3062Στ'/11-9-2009 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση, στους πρώτο, δεύτερη, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο αναιρεσιβλήτους ..., ..., ..., ... και ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 666 του Εμπ.Ν., εάν προ της ενώσεως των πιστωτών δεν άρχισε με επιμέλεια των προνομιούχων ή ενυπόθηκων πιστωτών αναγκαστική εκποίηση των ακινήτων του πτωχεύσαντος, μόνοι οι σύνδικοι μπορούν να ενεργήσουν την πώληση αυτών, οφείλουν δε να προβούν σε αυτήν εντός οκτώ ημερών (από της ενώσεως), κατόπιν αδείας του εισηγητή και αφού προηγουμένως τηρηθούν οι διατυπώσεις που απαιτούνται από το νόμο για την εκποίηση της ακίνητης περιουσίας των ανηλίκων.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 625, 628, 630, 632 του Εμπ.Ν., προκύπτει ότι η πώληση σε τρίτο ακινήτου του πτωχεύσαντος, ενυπόθηκου ή μη, με συμφωνία, ύστερα από άδεια του δικαστηρίου, την οποία διενεργεί μετά την ένωση ο σύνδικος της ένωσης των πιστωτών της πτώχευσης, ως εκπρόσωπος της ομάδας των πιστωτών, στο όνομα της οποίας ενεργεί, με αποκλειστικό σκοπό την εκκαθάριση της πτωχευτικής περιουσίας και τη διανομή του προϊόντος αυτής μεταξύ των πτωχευτικών πιστωτών, δεν είναι απλώς δικαστική ή εκούσια, αλλά δικαστηριακή αναγκαστική εκποίηση και αποτελεί δικαιοπραξία, όχι του ιδιωτικού, αλλά του δημοσίου δικαίου, διότι η πτώχευση, πράξη για επιτυχία του σκοπού της οποίας αποτελεί και η προαναφερόμενη εκποίηση, συνιστά ειδικό τρόπο συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης.

Ενόψει του χαρακτήρα αυτού της παραπάνω εκποίησης, επί αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η κήρυξη ως άκυρης της γενόμενης από το σύνδικο με συμφωνία πώλησης ακινήτου της πτωχευτικής περιουσίας, έχει εφαρμογή, κατ'αναλογία, η διάταξη του άρθρου 934 παρ.1γ'του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η αγωγή αυτή για να είναι παραδεκτή, πρέπει να ασκείται μέσα στην οριζόμενη από την εν λόγω διάταξη αποσβεστική προθεσμία των ενενήντα ημερών, η οποία αρχίζει από τη μεταγραφή της συνταχθείσης περί της πωλήσεως συμβολαιογραφικής πράξης.

Η διάταξη δε αυτή του ΚΠολΔ εφαρμόζεται αναλόγως για την κήρυξη ακυρότητας της εκποίησης ακινήτου της πτωχευτικής περιουσίας από το σύνδικο της ένωσης των πιστωτών, διότι προσαρμόζεται προς τον εκτεθέντα σκοπό της εκκαθάρισης της πτωχευτικής περιουσίας και αποτρέπει την αβεβαιότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα του κύρους της πώλησης του ακινήτου, ενόψει μάλιστα και του ότι, μετά την εκκαθάριση και διανομή της πτωχευτικής περιουσίας από το σύνδικο της ένωσης, περατώνεται το στάδιο της ένωσης των πιστωτών και το λειτούργημα του συνδίκου και παύει υφιστάμενη η ομάδα των πιστωτών, προς τους οποίους έγινε ήδη διανομή του προϊόντος της εκκαθάρισης της πτωχευτικής περιουσίας και του τιμήματος του ακινήτου, αλλά και η πτώχευση γενικότερα.

Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 26-11-2001 αγωγή του, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ήδη αναιρεσείων ισχυρίσθηκε ότι ο αρχικός πρώτος εναγόμενος, δικηγόρος ..., που αποβίωσε στις 28-11-2004 και στη θέση του υπεισήλθαν οι τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, είχε ορισθεί, με την υπ'αριθμ. 243/1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, ως οριστικός σύνδικος της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία" Γ.

και Κ. ΣΤΑΜΑΤΕΚΟΣ Α.Ε.". Ότι ο εν λόγω σύνδικος, μετά από σχετική άδεια του δικαστηρίου, που του παρασχέθηκε, κατά το άρθρο 666 του Εμπ. Νόμου, με την υπ'αριθμ. 9/4-2-1986 απόφαση του ίδιου Πολυμελούς Πρωτοδικείου, μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, με το υπ' αριθμ.... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Νίκης Κωβαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, το αναφερόμενο στην αγωγή αγροτικό ακίνητο, που ανήκε στην πτωχευτική περιουσία της πιο πάνω ανώνυμης εταιρίας, στους δεύτερο και τρίτο εναγομένους, ήδη τέταρτο και πέμπτο αναιρεσιβλήτους.

Ότι η πώληση αυτή του ακινήτου της πτωχεύσασας είναι άκυρη, διότι η παραπάνω απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία χορηγήθηκε στο σύνδικο η άδεια να εκποιήσει αυτό σε τρίτο, χωρίς τις διατυπώσεις του πλειστηριασμού, είχε αποδυναμωθεί κατά το χρόνο κατάρτισης του ανωτέρω 8401/1989 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, λόγω του ότι από τη δημοσίευση της απόφασης εκείνης και μέχρι τη σύναψη με το συμβόλαιο αυτό της πώλησης του ακινήτου είχε παρέλθει χρονικό διάστημα τριών και πλέον ετών.

Και ότι, συνακόλουθα, είναι άκυρο και το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, με το οποίο οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενοι (αγοραστές) πώλησαν περαιτέρω και μεταβίβασαν κατά κυριότητα το ίδιο ακίνητο στην τέταρτη εναγόμενη και ήδη έκτη αναιρεσίβλητη εταιρία. Με βάση το ιστορικό αυτό ο αναιρεσείων, επικαλούμενος για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός του προς άσκηση της αγωγής, την ιδιότητά του ως μέλους του Δ.Σ.

της πτωχής εταιρίας, αλλά και την ευθύνη αυτού ως εγγυητή για τα χρέη εκείνης προς τρίτους, ζήτησε με την αγωγή να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των παραπάνω αναφερομένων διαδοχικών συμβάσεων πώλησης του ακινήτου της εταιρίας. Περαιτέρω, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η υπ'αριθμ. 8401/8-3-1989 συμβολαιογραφική πράξη της συμβολαιογράφου Ελευσίνας Νίκης Κωβαίου, με την οποία ο αρχικός πρώτος εναγόμενος, με την ιδιότητα του οριστικού συνδίκου της ένωσης των πιστωτών της πτωχής εταιρίας, πώλησε και μεταβίβασε, με άδεια του Δικαστηρίου, το ακίνητο αυτής, στους δεύτερο και τρίτο εναγομένους, μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Ελευσίνας στις 15-3-1989, ενώ η ένδικη αγωγή περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της εκποιητικής αυτής δικαιοπραξίας (πώλησης ακινήτου), καθώς και εκείνης που έγινε ακολούθως από τους εναγόμενους αγοραστές προς την τέταρτη εναγόμενη, κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 27-11-2001, δηλαδή μετά την παρέλευση ενενήντα ημερών από τη μεταγραφή του παραπάνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, που συντάχθηκε για την πώληση από το σύνδικο του ακινήτου της πτωχής εταιρίας.

Με αυτά τα δεδομένα, το κύρος της γενόμενης από το σύνδικο της ένωσης των πιστωτών, κατόπιν σχετικής άδειας του δικαστηρίου, πώλησης και μεταβίβασης στους δεύτερο και τρίτο εναγομένους του ακινήτου της πτωχεύσασας εταιρίας, η οποία αποτελεί αναγκαστική εκποίηση, μπορούσε να αμφισβητηθεί με αγωγή μόνο εντός της προθεσμίας των ενενήντα ημερών που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 934 παρ.1γ'ΚΠολΔ, η οποία, κατά τα εκτεθέντα, εφαρμόζεται αναλόγως στην προκειμένη περίπτωση.

Επομένως η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος, εφόσον ασκήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας των ενενήντα ημερών από τη μεταγραφή του πιο πάνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου (υπ'αριθμ. 8401/1989) ήταν απορριπτέα, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη.

Συνεπώς το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, για τους ίδιους λόγους, απορριπτέα την αγωγή αυτή, ως απαράδεκτη, και ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, α) δεν παραβίασε την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 666 Εμπ.Ν, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 174, 175, 178 και 180 του ΑΚ, οι οποίες δεν είχαν στην προκειμένη περίπτωση έδαφος εφαρμογής, αφού η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη, και β) έλαβε υπόψη του όλους τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος.

Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα, πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρ. 559 αρ.19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.

Προϋπόθεση για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης είναι ότι το δικαστήριο εισήλθε στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη, μη νόμιμη ή για άλλο τυπικό λόγο. Επομένως, αφού στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας έκρινε την αγωγή απορριπτέα ως απαράδεκτη, χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. ΕΠΕΙΔΗ, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.11 εδ. γ'του ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έκρινε την αγωγή απαράδεκτη, χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. ΕΠΕΙΔΗ, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.9 περ.γ'ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτησή του αναιρεσείοντος, αφού δεν απάντησε ως προς τη βάση της αγωγής του. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έκρινε ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη και συνεπώς δεν άφησε αδίκαστη τη βάση αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-5-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ.5585/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της έκτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "Θέσμια Ανώνυμος Εταιρεία Αποθήκευσης και Διακίνησης Εμπορευμάτων Εκμίσθωσης Αποθηκευτικών Χώρων", τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ