Legislator Case Law & Legislation
471/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank debt interest cap ruling due to contract termination date exceeding statutory limits.

Case Number 471/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision to reject the bank's claim for interest exceeding statutory caps. The appellant argued that the debt fell under favorable interest limits, but the court found the loan contract was terminated on January 8, 1999, which is after the April 15, 1998 cutoff date for such protections. Consequently, the debt was not subject to the interest cap provisions, and the appellant was ordered to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 30(1) and 30(4) of Law 2789/2000; Interest claims on loan contracts terminated after April 15, 1998, do not benefit from the statutory cap on compound interest and are not subject to the suspension of enforcement proceedings.

Keywords

AI generated
interest cap provisions loan contract termination compound interest limits enforcement suspension statutory debt caps legal costs award supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 30(1) of Law 2789/2000
Article 30(4) of Law 2789/2000
Article 47(1) of Law 2873/2000
Law 2912/2001

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 471 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 471/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χρήστο Δελεχά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. της Ανωνύμου Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ASPIS ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε" και νυν με την επωνυμία "ASPIS BANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου και 2 ) Ψ2, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Μαΐου 2001 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:207/2002 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 130/2004 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 29 Δεκεμβρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της πρώτης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγρ. 1 του ν. 2789/2000 (ΦΕΚ 21 Α' της 11-2-2000) "κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η συνολική οφειλή από τόκους και καθυστέρηση που παρήχθησαν από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα δεν δύναται να υπερβεί το πιο κάτω αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαίτησης όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος αυτών, ή, όπου δε συντρέχει τέτοια περίπτωση, από τότε που η απαίτηση κατέστη εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τους όρους της οικείας σύμβασης ή κατά το νόμο:

α) το τετραπλάσιο, εάν τα περιστατικά συνέβησαν μέχρι την 31-12-1985, β) το τριπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό α' ημερομηνία και μέχρι την 31-12-1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό β' ημερομηνία και μέχρι την 15-4-1998". Κατά την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου "Από της ισχύος του παρόντος νόμου δηλαδή από την 11-2-2000 τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται:

α) Να γνωστοποιούν, εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή σχετικής αίτησης, στους οφειλέτες που οι οφειλές τους εμπίπτουν στη ρύθμιση της παραγράφου 1, το ύψος της οφειλής τους κατά κεφάλαιο και τόκους, β) Να μη λογίζουν τόκους για τη συνολική οφειλή, όπως αυτή θα διαμορφωθεί μετά την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, μέχρι την 30 Απριλίου 2000 και να μην αρχίσουν διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης, ούτε να συνεχίσουν διαδικασίες που έχουν αρχίσει, μέχρι την 31 Οκτωβρίου 2000".

Κατά την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου, από 1-11-2000 αίρεται η αναστολή της έναρξης ή συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης προς ικανοποίηση των απαιτήσεων που υπάγονται στη ρύθμιση της παραγράφου 1, εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 6 και με την προϋπόθεση ότι το πιστωτικό ίδρυμα, με δήλωσή του, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας θα προσδιορίσει το οφειλόμενο, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ποσό της απαίτησης.

Ακολούθως, με το άρθρο 47 παρ. 1 του ν.2873/2000 (ΦΕΚ 285 Α' της 28-12-2000) τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 4 στοιχ. β' και 7 του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 και ορίσθηκε αντιστοίχως χωρίς μεταβολή της βάσεως υπολογισμού της οφειλής όπως είχε θεσπισθεί από την παρ.1 του άρθρου 30 του Ν.2789/2000 α) αντί της 31 Οκτωβρίου 2000, η 31 Μαρτίου 2001, ως ημερομηνία μέχρι της οποίας αναστέλλεται η έναρξη και συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και β) αντί της 1 Νοεμβρίου 2000, η 1 Απριλίου 2001, ως ημερομηνία άρσης της αναστολής έναρξης ή συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, ενώ με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι οι τροποποιήσεις αυτές ισχύουν από την 31 Οκτωβρίου 2000.

Τέλος, με το άρθρο 42 παρ.1 και 2 του ν.2912/2001 (ΦΕΚ 94 Α' της 9-5-2001), που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της κυβερνήσεως, αντικαταστάθηκε το άρθρο 30 παρ.1 και 4 στοιχ. β' του ν.2789/2000, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 47 του ν.2873/2000. Με τη νέα παράγραφο 1 ορίσθηκε: "Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δε συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη, και απαιτητή κατά τη σύμβαση και το νόμο, μέχρι 31-12-2000, δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ...

α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι 31-12-1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτήν, β) το τριπλάσιο, εάν τα περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό α) ημερομηνία και μέχρι την 31-12-1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό β) ημερομηνία και μέχρι την 31-12-2000 ...".

Περαιτέρω, αντί της 31-3-2001, ορίσθηκε η 31-12-2001, ως ημερομηνία μέχρι της οποίας αναστέλλεται η έναρξη και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και αντί της 1-4-2001 ορίσθηκε η 1-1-2002 ως ημερομηνία άρσης της αναστολής της έναρξης ή συνέχισης της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης (παρ.2). Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι με αυτές θεσπίσθηκε, μεταξύ άλλων, αυτοδίκαιη αναστολή των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων των τραπεζικών ιδρυμάτων από πιστωτικές συμβάσεις, όχι όμως κάθε απαίτησης των πιστωτικών ιδρυμάτων, αλλά ειδικότερα έως μεν την 31-10-2000 και, μετά την τροποποίηση της παρ. 4 του άρθρου 30 του ν.2789/2000 με το άρθρο 47 του ν.2873/2000, έως την 31-3-2001, όταν πρόκειται για οφειλές από συμβάσεις που έληξαν μέχρι την 15-4-1998 (βάσει του ν.2789/2000), έως δε την 31-12-20001, όταν πρόκειται για οφειλές από συμβάσεις που έληξαν μέχρι 31-12-2000 (βάσει του Ν. 2912/2001).

Επομένως, αναγκαστικοί πλειστηριασμοί που διενεργήθηκαν υπό την ισχύ του ν. 2789/2000, όπως αυτή παρατάθηκε με το άρθρο 47 παρ.1 του Ν.2873/2000 εντός της χρονικής περιόδου από 11-2-2000 έως 9-5-2001, για οφειλές από αλληλόχρεους λογαριασμούς που έκλεισαν οριστικά μετά την 15-4-1998, ή με καταγγελία της συμβάσεως που έγινε μετά την 15-4-1998, είναι έγκυροι και ισχυροί, αφού οι οφειλές αυτές δεν είχαν ακόμη περιληφθεί στην ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 30 παρ.1 εδάφ.

α' του ν. 2789/2000, ούτε εκείνη του Νόμου 2873/2000, ο δε νεότερος νόμος 2912/2001 που μετέβαλε τη βάση υπολογισμού της οφειλής και θέσπισε αναστολή των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης και για συμβάσεις που έληξαν και μετά την 15-4-1998 και έως την 31-12-2000, δεν υπήγαγε στις διατάξεις του και τις έννομες σχέσεις που συντελέσθηκαν πριν από την ισχύ του, αφού δεν προβλέπει ρητώς ή σιωπηρώς την ανατροπή ή την άρση των συνεπειών των πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που ολοκληρώθηκαν εγκύρως πριν από τη δημοσίευσή του (ΑΠ 118/2005 ΕλλΔ/νη 2005 σελ. 1713, ΑΠ 236/2005 Ελ.Δ/νη 2005 σελ. 639, ΑΠ 684/2008 αδημ.) Η μη αναδρομική επέκταση της ακυρότητας των πλειστηριασμών που ενεργήθηκαν εγκύρως, βάσει της ρύθμισης που τότε ίσχυε, στη χρονική περίοδο από 11-2-2000 έως 9-5-2001, για οφειλές που έληξαν μετά τις 15-4-1998, και η μη συνεπώς αναδρομική κατάργηση περιουσιακών δικαιωμάτων, τα οποία οι υπερθεματιστές νομίμως απέκτησαν από του πλειστηριάσματος αυτούς, δεν αντίκειται στη συνταγματικά κατοχυρούμενη αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος) και ειδικότερα στην αρχή της ισονομίας, αφού δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας αποκτημένων δικαιωμάτων τρίτων, η οποία διαφοροποιεί τις περιπτώσεις αυτές από εκείνες που καταλαμβάνει η νεότερη νομοθετική ρύθμιση, αντίθετα δε τέτοια αναδρομή είναι ανεπίτρεπτη, αφού θα παραβίαζε περιουσιακά δικαιώματα, προστατευόμενα από το άρθρο 17 του Συντάγματος (το δικαίωμα κυριότητας, σε περίπτωση λ.χ.

που θα είχε μεταγραφεί η περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης), αλλά και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ. 53/1974, το οποίο επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα (Ολ.ΑΠ 40/1998) Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 30 του ν.2789/2000, εξαιρούνται από τη ρύθμιση του εν λόγω άρθρου και συναφώς και από την προβλεπόμενη από αυτό απαγόρευση της έναρξης ή συνέχισης των πράξεων της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, εκτός των άλλων, και απαιτήσεις που καίτοι θα περιλαμβανόταν κατ' αρχή στη ρύθμιση του άρθρου 30 παρ.1 του Ν.2789/2000 κρίθηκαν οποτεδήποτε τελεσίδικα έως τη δημοσίευση του εν λόγω νόμου, έως δηλαδή την 11-2-2000, εκτός εάν η υπόθεση κατά την ημερομηνία ψήφισης αυτού εκκρεμεί στον ' Αρειο Πάγο.

Στην εξαίρεση αυτή εμπίπτει όχι μόνο η έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης για την απαίτηση, αλλά και η επιδίκαση της απαίτησης με διαταγή πληρωμής, εφόσον αυτή απέκτησε ισχύ δεδικασμένου (ΑΠ 268/2004) ΕλλΔ 44.485), αφού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 631, 632 παρ.1, 633 παρ.2, 904 παρ.2, 933 παρ.3 και 330 του ΚΠολΔ, η κατά τα άρθρα 623 επ.

του ΚΠολΔ εκδιδόμενη διαταγή πληρωμής, μολονότι δε φέρει χαρακτήρα δικαστικής απόφασης, αλλ' αποτελεί απλώς τίτλο εκτελεστό, αποκτά εντούτοις ισχύ δεδικασμένου και ισοδυναμεί συνεπώς με τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής που ασκήθηκε κατ' αυτής ή μετά την άπρακτη πάροδο των προθεσμιών, προς άσκηση ανακοπής των άρθρων 632 παρ.1 και 633 παρ.2 του ΚΠολΔ, οπότε δεν μπορεί να προσβληθεί πλέον, παρά μόνο με αναψηλάφιση (Ολ.ΑΠ 340/1997, 6/1996).

Επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της ρυθμιστικής εξαίρεσης της παρ.8 του άρθρου 30 του Ν.2789/2000 στις περιπτώσεις εκείνες οφειλών προς Τράπεζες, από πιστωτικές συμβάσεις, που κατά τα προαναφερόμενα δεν υπαγόταν καθόλου στις ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ.1 του Ν.2789/2000 και 47 παρ.1 του Ν.2873/2000 μέχρι την 9-5-2001, που άρχισε να ισχύει ο Νόμος 2912/2001, δηλαδή εκτός άλλων ειδικότερα και για οφειλές από συμβάσεις δανείων που έληξαν με καταγγελία μέχρι την 15-4-1998 και η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίησή τους είχε ολοκληρωθεί μέχρι την 9-5-2001.

Περαιτέρω, εάν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται ειδικά με λόγο αναίρεσης τελεσφόρως, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' άρθρο 555 παρ.1 και 577 παρ.3 του ΚΠολΔ, εφ' όσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης (Παπαδόπουλος:

Η αναιρετική διαδικασία παρ.470 και 482 σελ. 730 και 740" ΑΠ 25/1994, Ελ.Δνη 1995 σελ. 581 ΑΠ 808/2004 Ελ.Δνη 2006 σελ. 1389, ΑΠ 1125/1993 Ελ.Δνη 1995 σελ. 1050, ΑΠ 1114/1990 Ελ.Δνη 1192 σελ. 524). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: Με την επίσπευση της α' της καθ' ης η ανακοπή (ΑΤΕ υπό την επωνυμία ASPIS ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και ήδη "ASPIS ΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ") και κατόπιν της υπ' αριθμ. ...

δηλώσεως αυτής, περί συνεχίσεως του μη διενεργηθέντος πλειστηριασμού, ενώπιον του Συμβολαιογράφου Βόλου, Βασιλείου Αγησ. Μακρυγιάννη, εξεπλειστηριάσθη, την 28-3-2001, ενώπιον του αυτού Συμβολαιογράφου, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, εις εκτέλεση της υπ' αριθμ. 394/1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, το κατωτέρω ακίνητο του ανακόπτοντος, το οποίο είχε κατασχεθή δυνάμει της υπ' αριθμ. ...

εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως του Δικαστικού Επιμελητού του Πρωτοδικείου Βόλου, ..., ήτοι: μία ισόγειος, πετρόκτιστος, οικία, εμβαδού 86, 65 Μ2, η οποία κείται εις ... και επί της οδού ... αριθμ. ... και έχει αναγερθή επί οικοπέδου, εκτάσεως 120,74 μ2, και συνορεύει: ανατολικώς με ιδιοκτησία ..., δυτικώς με την οδό ..., βορείως με ιδιοκτησία ...

και νοτίως και νοτιοανατολικώς με ιδιωτική πάροδο ... . Υπερθεματιστής εις τον ανώτερο πλειστηριασμό, περί του οποίου συνετάγη η υπ' αριθμ. ... έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού του προαναφερομένου Συμβολαιογράφου, ανεδείχθη ο β' καθ' ου η ανακοπή, Ψ2, δια της προσφοράς ποσού 16.000.000 δραχμών. Μετά δε την καταβολή από αυτόν του ρηθέντος πλειστηριάσματος, του εχορηγήθη η υπ' αριθμ ...

περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως ακινήτου τοι αυτού, ως άνω, Συμβολαιογράφου, η οποία μετεγράφη εις τόμο ... και αριθμ. ... των Βιβλίων Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βόλου. Εξ άλλου, η υπ' αριθμ. 394/1999 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, εις εκτέλεση της οποίας διενεργήθη ο προαναφερόμενος πλειστηριασμός, επεδόθη το πρώτον από την α' καθ' ης η ανακοπή εις τον ανακόπτοντα, την 31-3-1999 και κατ' αυτής δεν ησκήθη ανακοπή (εκ του άρθρου 632 Κ.Πολ.Δ.), ενώ δια δευτέρα φορά επεδόθη εις αυτόν την 23-6-2000 και κατ' αυτής ωσαύτως δεν ησκήθη ανακοπή (εκ του άρθρου 633 § 2 Κ.Πολ.Δ., βλ.

υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού του Πρωτοδικείου Βόλου ... καθώς και υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του Γραμματέως του Πρωτοδικείου Βόλου, που προσκομίζει και επικαλείται η α' καθ' ης η ανακοπή). Επομένως η ρηθείσα διαταγή πληρωμής, από της παρελεύσεως της από το άρθρο 633 § 2 προβλεπομένης δεκαημέρου προθεσμίας, από της επιδόσεως αυτής διά δευτέρα φορά, χωρίς να ασκηθή ανακοπή κατ' αυτής, απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, ήτοι κατέστη τελεσίδικος, δυναμένη να προσβληθή μόνον με αναψηλάφηση, συμφώνως προς όσα εκτίθενται εις την μείζονα σκέψη.

Δια του πρώτου λόγου της ενδίκου ανακοπής του, επί της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη απόφαση, ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι ακύρως διενεργήθη, την 28-3-2001, ο προαναφερόμενος αναγκαστικός πλειστηριασμός του ακινήτου αυτού, εφ' όσον, κατά τον χρόνο αυτό, ίσχυε η από το άρθρα 30 § 4 του Ν. 2789/2000 προβλεπομένη αναστολή της ενάρξεως ή συνεχίσεως της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, που παρετάθη, με την διάταξη του άρθρου 47 § 1 του Ν. 2873/2000, μέχρι την 31-3-2001.

Ο ισχυρισμός του αυτός παραδεκτώς προτείνεται, κατ' άρθρο 934 § 1 περίπτ. γ' του Κ.Πολ.Δ., ως λόγος της, από το άρθρο 933 του αυτού Κώδικος προβλεπομένης, ανακοπής. Παρίσταται, όμως, ως κατ' ουσίαν αβάσιμος και πρέπει να απορριφθή. Και τούτο διότι δεν αποδεικνύεται εν προκειμένω, ότι η απαίτηση της α' καθής η ανακοπή κατά του οφειλέτου -ανακόπτοντος (η οποία και δεν προσδιορίζεται δια του δικογράφου της ανακοπής) περιλαμβάνεται στις απαιτήσεις, περί των οποίων η ρύθμιση της παραγράφου 1 του άρθρου 30 του Ν.2879/2000, ήτοι ότι αυτή περιλαμβάνει τόκους από καθυστέρηση τόκων που υπερβαίνουν το εις την διάταξη αυτή αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαιτήσεως, όπως αυτή είχε διαμορφωθή κατά τον χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως.

Αντιθέτως, από το περιεχόμενο της υπ' αριθμ. 394/1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης, η οποία εξεδόθη δια την τοιαύτην απαίτηση, αποδεικνύεται ότι αυτή, συνολικού ποσού 10.361.495 δραχμών, αφορά εις κεφάλαιο και καθυστερήσεις τοκοχρεωλυτικές δόσεις, εκ των προτέρων καθορισθείσες, δια της υπ' αριθμ. ...

συμβάσεως στεγαστικού δανείου, που κατηρτίσθη μεταξύ του ανακόπτοντος και της α' καθ' ης η ανακοπή, δια της οποίας εχορηγήθη εις τον πρώτο δάνειο ποσού 9.000.000 δραχμών, κατά το σύστημα της συνθέτου χρεωλυσίας, δια την συμπλήρωση του τιμήματος προς αγορά της προαναφερόμενης οικίας με την συμφωνία της εξοφλήσεώς του εις 180 ισόποσες μηνιαίες δόσεις (ποσού 140.112 δραχμών εκάστη), μέχρι την 20-12-2011, και η οποία κατηγγέλθη, λόγω μη εξοφλήσεως των δόσεων, την 8-1-1999, ότε το σύνολο του χρεωστικού κεφαλαίου ανήρχετο εις 8.612.442 δραχμές, το ποσό των μη καταβληθεισών δόσεων εις 1.678.085 δραχμές και ο αναλογών τόκος εις 70.967 δραχμές.

Ανεξαρτήτως, όμως, τούτου, και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι η απαίτηση αυτή περιλαμβάνεται εις αυτές περί των οποίων η ρύθμιση του άρθρου 30 παρ.1 του Ν.2789/2000, η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής που αφορά εις αυτή, είχε αποκτήσει, συμφώνως προς όσα προανεφέρθησαν ισχύν δεδικασμένου, ήτοι είχε καταστεί τελεσίδικος και επομένως εξαιρείται, κατά τον βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό των καθ' ών η ανακοπή, της από το άρθρο 30 παρ.4 του αυτού, ως άνω, Νόμου προβλεπομένης αναστολής της ενάρξεως ή συνεχίσεως της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως, όπως ακολούθως ετροποποιήθη δια του άρθρου 47 παρ.1 του Ν.2873/2000.

Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος που πρωτόδικα είχε προβληθεί ως λόγος ακυρότητας της πληττόμενης με την ανακοπή του εκτελεστικής σε βάρος του διαδικασίας (έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου που έλαβαν χώρα κατά την 28-3-2001 και 5-4-2001), ως υπαγομένης δήθεν στη ρύθμιση του άρθρου 30 του Ν.2789/2000, 47 παρ.1 του Ν.2873/2000 και 42 παρ.1 και 2 του Ν.2912/2001, και συνακόλουθα, στην αυτοδίκαιη αναστολή της διαδικασίας της εκτέλεσης από 11-2-2000 έως 9-5-2001 και στη συνέχεια μέχρι 31-12-2001, με δύο επάλληλες και ισοδύναμες αιτιολογίες και ειδικότερα:

Με την πρώτη και κύρια γιατί: " η απαίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά του οφειλέτη της αναιρεσείοντος, της οποίας επιδιωκόταν η ικανοποίηση μέσω της πληττόμενης με την ανακοπή του αναιρεσείοντος εκτέλεσης, δεν περιλαμβανόταν στις απαιτήσεις περί των οποίων η ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 30 του Ν.2789/2000, αφού (κατά τις σκέψεις του Εφετείου), στη ρύθμιση αυτή δεν περιλαμβανόταν όλες οι απαιτήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων κατά των οφειλετών τους, ούτε η ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης Τράπεζας περιελάμβανε τόκους από καθυστέρηση τόκων, που να υπερβαίνουν το εις τη διάταξη αυτή αναφερόμενο πολλαπλάσιο της απαίτησης και επί πλέον γιατί επρόκειτο για απαίτηση υπολοίπου όπως είχε διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως που είχε γίνει στις 8-1-1999, δηλαδή μετά από την 15-4-1998".

Και με τη δεύτερη αιτιολογία (επικουρική) γιατί: "και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι η απαίτηση αυτή περιλαμβάνεται εις αυτές περί των οποίων η αρχική ρύθμιση του άρθρου 30 παρ.1 του Ν.2789/2000 η προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής, ως εκτελεστός τίτλος που αφορά αυτή, είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, δηλαδή είχε καταστεί τελεσίδικη και επομένως εξαιρείται της από το άρθρο 30 παρ.4 του αυτού ως άνω νόμου προβλεπόμενης αναστολής της ενάρξεως ή συνεχίσεως της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως ακολούθως τροποποιήθηκε δια του άρθρου 47 παρ.1 του Ν.2873/2000, κατά το βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων από την παρ.8 του άρθρου 30 του Νόμου 2789/2000".

Με την πρώτη (κυρία) αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε το Εφετείο το βασικό ισχυρισμό του ανακόπτοντος, με την πιο πάνω ορθή κατά νόμο αιτιολογία, λόγω της μη υπαγωγής της οφειλής του αναιρεσείοντος στην ευνοϊκή ρύθμιση του άρθρου 30 παρ.1 εδ.α' του Ν.2789/2000, όπως αυτή παρατέθηκε με το άρθρο 47 παρ.1 του Ν.2873/2000 μέχρι του πέρατος της πληττόμενης εκτελεστικής διαδικασίας στις 6-4-2001, εφόσον η σύμβαση τραπεζικής δανειοδότησης του αναιρεσείοντος από την πρώτη αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία, από την οποία (σύμβαση) απορρέει η οφειλή του αναιρεσείοντος, είχε λήξει με καταγγελία, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, στις 8-1-1999, δηλαδή, μετά το έσχατο χρονικό σημείο της 15-4-1998, που είχαν θέσει ταυτόσημα στις ρυθμίσεις τους οι Νόμοι 2789/2000 και 2873/2000.

Εξ άλλου, ο νεότερος νόμος 2912/2001, που ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (5-2-2002) και που μετέβαλε τη βάση υπολογισμού της οφειλής και θέσπισε αναστολή των διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης και για τις συμβάσεις που έληξαν και μετά την 15-4-1998, όπως και στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπήγαγε στις διατάξεις του και τις πράξεις της πληττόμενης ένδικης αναγκαστικής εκτέλεσης, που είχαν ολοκληρωθεί στις 6-4-2001, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του στις 9-5-2001, με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Η πρώτη ορθή κύρια αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης και δεν πλήττεται με κανένα από τους λόγους του αναιρετηρίου, και γι' αυτό και οι τέσσερις λόγοι του αναιρετηρίου που πλήττουν μόνο την πιο πάνω επικουρική αιτιολογία της, που στηρίζει όμως το ίδιο απορριπτικό διατακτικό της, είναι απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2005 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 130/2004 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ