Legislator Case Law & Legislation
471/2008 AI generated

471/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 471/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

471/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 471 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 471/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Βασίλειο Κουρούμαλη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσίβλητου: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δερβίση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 141/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 951/2002 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-8-2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 27-11-2007 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Για το παραδεκτό της ασκήσεως της από 9.8.2005 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου έχει προσκομισθεί αντίγραφο της 1628/24.11.2005 γνωμοδότησης του αρμοδίου (Ε) τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 παρ. 1,2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά μεν με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και στη συνέχεια με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999) .

I). Κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, των νόμων 8 παρ. 1 Κώδ. (7.39), 9 παρ. 1, Β (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ.(44.3), 76 παρ. 1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), κατά τις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 Εισ.ΝΑΚ, κρίνεται η απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα προς κτήση αυτής πραγματικά γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία από ιδιώτη σε ακίνητα, έστω και αν αυτά ανήκαν στο δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δάση.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία. Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις".

Η τριακονταετία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως τις 11-9-1915, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ. της 22-4/26-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν.1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", αφού έκτοτε ανεστάλη η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων, καθώς και του χρόνου της χρησικτησίας, από δε τις 26-5-1926, που ακόμη ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία (ολΑΠ 75/1987).

Εφόσον δε, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις αποκτήθηκε κυριότητα σε δημόσιο δάσος ή δασική έκταση με έκτακτη χρησικτησία πριν από τις 11-9-1915, δεν έχουν έδαφος εφαρμογής και δεν ασκούν έννομη επιρροή στην κυριότητα που αποκτήθηκε, οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 215 του ν. 4173/1929, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 37 του ν. 1539/1938 και του άρθρου 165 του α.ν. 192/1946, που επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί δασικού κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι επί των αδεσπότων και επί των δημοσίων εν γένει δασών, θεωρείται νομέας το δημόσιο, έστω και αν ουδεμία ενήργησε σ` αυτά πράξη νομής, ότι, μεταξύ άλλων, και η βοσκή δεν θεωρείται πράξη νομής στα δημόσια δάση, στις μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις ή στα λιβάδια και τα χορτολιβαδικά εδάφη και ότι νομή από τρίτους στα ακίνητα αυτά θεωρείται ότι ασκείται μόνο με την υλοτομία ή την εκμετάλλευση αυτών ως ιδιωτικών εκτάσεων, με βάση άδειες της δασικής αρχής. (ΑΠ 303/2004, 97/2007).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δεν μπορεί να ελεγχθεί η ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας. Ο ως άνω λόγος όμως δεν ιδρύεται εάν το σφάλμα αναφέρεται σε γεγονότα που δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι και εκείνα που θεμελιώνουν αλυσιτελή ισχυρισμό (Α.Π. 97/2007, Α.Π. 1321/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου, εκτάσεως 16.937 τ.μ, με την αιτιολογία ότι ο τελευταίος είχε αποκτήσει την επ' αυτού κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, που είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων του πριν από τις 11.9.1915, και ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου σχετικά με το ότι αυτό είναι κύριο του επιδίκου είναι δάσος, είναι χωρίς έννομη επιρροή, αφού, "και αν ακόμη έχει το επίδικο δασική μορφή, έγιναν κύριοι του ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του, οι οποίοι συμπλήρωσαν χρόνο χρησικτησίας μέχρι το 1915, πέρα βέβαια από το ότι δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο έχει ή είχε την μορφή δασικής εκτάσεως, αλλά ήταν αγρός ακαλλιέργητος και άγονος στο μεγαλύτερο μέρος του, χρησιμοποιούμενος κυρίως για βόσκηση ζώων".

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται, κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, αιτίαση από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, διότι " η απόφαση κατέληξε στο ότι η επίδικη έκταση ήταν αγρός, χωρίς να έχει προβεί σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων διατάξεων περί δασών και δασικών εκτάσεων".

Η ανωτέρω όμως παραδοχή του Εφετείου δεν επηρεάζεται σε καμία περίπτωση από το είδος του ακινήτου, και συνεπώς είναι χωρίς σημασία και δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης το γεγονός εάν αυτό αποτελεί δασική έκταση, αφού η απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, που είχε συμπληρωθεί μέχρι της 11.9.1915, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, δεν επηρεάζεται από το είδος του ακινήτου, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.

Εν όψει τούτων και του ότι δεν πλήττεται αποτελεσματικώς με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως η κυρία ως άνω αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής ο πρώτος λόγος αναιρέσεως.

ΙΙ). Ο αναιρετικός λόγος που προβλεπόταν από τον αριθμό 10 περ. β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με τα άρθρα 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001 και 15 του ν. 2943/2001, αν το δικαστήριο δέχτηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς να διατάξει αποδείξεις, δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις που το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να διατάξει αποδείξεις εκδίδοντας γι' αυτό προδικαστική απόφαση.

Τέτοια περίπτωση προβλέπεται στις υποθέσεις αρμοδιότητας του Μονομελούς Πρωτοδικείου, το οποίο, κατά το άρθρο 270 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 Ν.1478/1984, και άρθρο 3 Ν.2207/1997 και ίσχυε κατά τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής, δεν υποχρεούται να διατάξει αποδείξεις αλλά ολοκληρώνει τη συζήτηση και τη διεξαγωγή των αποδείξεων σε μια δικάσιμο (παρ.4).

Επομένως, στις αποφάσεις που πρωτόδικα έχουν εκδοθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο, η κρίση του δικαστηρίου που σχηματίστηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν προαποδεικτικά είναι ανέλεγκτη, και δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το ότι δεν διατάχθηκαν αποδείξεις (Α.Π.632/1990). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το δικαστήριο που δίκασε απέρριψε την έφεση κατά της με αριθμό 141/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου που είχε εφεσιβληθεί, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίστηκαν νόμιμα κατά τη συζήτηση.

Από τις ίδιες αποδείξεις έκρινε ανέλεγκτα για τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου, λαμβάνοντας υπόψη την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, καθώς και όλα γενικώς τα έγγραφα που είχαν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι.

Καταλήγοντας επομένως στην προαναφερομένη ανέλεγκτη παραδοχή, βάσει των αποδείξεων, που, όπως δέχεται είχαν προσαχθεί από τους διαδίκους, δεν υπέπεσε σε καμία από τις πλημμέλειες που προβλέπονται στο άρθρο 559 αριθμ. 10 του Κ.Π.ολ.Δ., αφού ούτε αποφάνθηκε χωρίς απόδειξη ούτε υπεχρεούτο να τάξει απόδειξη.

Επομένως ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9.8.2005 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 951/2002 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Μαρτίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ