Supreme Court allows appeal due to lower court's contradictory reasoning on collective agreement terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding wage disputes. The lower court rejected the claim that individual employment contracts were bound by collective agreements for a specific period but provided contradictory reasoning regarding the existence of such terms. The court found this inconsistency violated substantive law principles and prevented effective appellate review, necessitating a remand for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 361 of the Civil Code; Article 7, paragraph 2 of Law 1876/1990; Article 6, paragraph 2 of Law 1397/1983; Article 8, paragraph 1 of Presidential Decree 1198/1972; Article 16 of Presidential Decree 410/1988: When a lower court rejects a claim based on the non-existence of contractual terms derived from collective agreements while simultaneously acknowledging the continuity of service under those agreements, it commits a violation of substantive law principles requiring the case to be remitted for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 471 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 471/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)..... , 2).... , 3)....., 4).... , 5).... , 6)..... , 7)..... , 8)..... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ανδρέα Λαμπρόπουλο. Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", αποκεντρωμένης μονάδος του Α΄ Πε.Σ.Υ. Αττικής, νομίμως εκπροσωπουμένου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταθαρά, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2752/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5787/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/11/2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 13/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά απαιτείται σύμβαση, καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθίαν στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βουλήσεως, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων δυνάμει της οποίας οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία προς κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως.
Εξάλλου, από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων που διαπνέει το εργατικό δίκαιο συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση ΣΣΕ και ατομικής συμβάσεως, αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, ΣΣΕ, Κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση.
Σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών που καθιερώνει το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3239/1955 "περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας" (που ίσχυσε μέχρι 8-5-1990), σε συνδυασμό με το άρθρο 680 ΑΚ την οποία αρχή ήδη προβλέπει η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 1876/1990, οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των ΣΣΕ.
Και τούτο γιατί οι κανονιστικοί όροι της ΣΣΕ περιέχουν κατώτατα όρια προστασίας, που απαγορεύουν τη δυσμενέστερη ρύθμιση με ατομική σύμβαση επιτρέπουν όμως με την τελευταία τη βελτίωση της προστασίας αυτή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 1397/1983 για το Εθνικό Σύστημα Υγείας (ΕΣΥ), νοσοκομειακές μονάδες που λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (7-10-1983) ως υπηρεσίες Ν.Π.Ι.Δ., εφόσον επιχορηγούνται με οποιοδήποτε τρόπο από το Δημόσιο, μετατρέπονται εντός έτους από τη δημοσίευση του νόμου αυτού σε Ν.Π.Δ.Δ.
και υπάγονται στις διατάξεις του Ν.Δ. 2592/1953 "περί οργανώσεως της ιατρικής αντιλήψεως" με Π.Δ. εκδιδόμενο μετά πρόταση του Υπ. Υγείας και Πρόνοιας. Το προσωπικό (πλην ιατρικού) που υπηρετεί στις μονάδες αυτές κατά τη δημοσίευση των Π.Δ. της μετατροπής, εντάσσεται ύστερα από πρόταση του αρμοδίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου εφόσον συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα σε αντίστοιχες θέσεις που συνιστώνται με τον οργανισμό του νοσοκομείου.
Η ένταξη γίνεται ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων. Το προσωπικό που δεν συγκεντρώνει τα νόμιμα προσόντα ή δεν υποβάλει αίτηση ένταξης, εξακολουθεί να υπηρετεί με τις ίδιες προϋποθέσεις που υπηρετούσε και στις ίδιες θέσεις, οι οποίες μετατρέπονται σε προσωρινές, που καταργούνται όταν κενωθούν με οποιοδήποτε τρόπο.
Μέχρι να εκδοθεί ο νέος οργανισμός και να γίνει η ένταξη στις θέσεις που προβλέπονται από αυτόν, το προσωπικό εξακολουθεί να διέπεται από τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης του προεδρικού διατάγματος της μετατροπής. Το ως άνω άρθρο το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 131 του ν. 2071/1992, επαναλήφθηκε στο άρθρο 48 του ίδιου νόμου.
Με το Π.Δ. 305/5-8-1983 (Φ.Ε.Κ. Α΄108/17-8-198), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 1397/1983, το αναιρεσίβλητο μετατράπηκε σε ΝΠΔΔ και υπήχθη στις διατάξεις του ΝΔ 2592/1953 και ν. 1397/1983, ορίστηκε δε ότι το προσωπικό του εντάσσεται σε οργανικές θέσεις του νέου οργανισμού και ότι, μέχρι την έκδοση του οργανισμού αυτού και την τακτοποίηση του προσωπικού, τούτο εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες στο νοσοκομείο με την ίδια εργασιακή σχέση (άρθρο 2 Π.Δ. 305/1983).
Ο οργανισμός του αναιρεσιβλήτου δημοσιεύθηκε στις 17-3-1987 και μετά την ακυρωτική απόφαση 3900/1987 του Συμβουλίου της Επικρατείας και την ακολουθήσασα εγκριτική απόφαση Α3β οικ/13891/17-9-1990 αναδημοσιεύθηκε την 11-10-1990 με χρόνο ενάρξεως ισχύος την 18-3-1987. Τέλος, κατά το άρθρο 16 παρ. 1 του ΠΔ 410/1988 οι αποδοχές του επί σχέσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ που προσλαμβάνονται για κάλυψη οργανικών θέσεων καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΝΔ 1198/1972.
Εξάλλου, με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ που κηρύχθηκε υποχρεωτική για όλους (εργοδότες και εργαζόμενους) του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1998 επεκτάθηκαν στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα Νοσοκομεία του ΝΔ 2593/1953 που είναι μέλη σωματείων ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ στο σύνολό τους οι διατάξεις του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988.
Με το άρθρο 9 της άνω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές διατηρούνται. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: Οι αναιρεσείοντες, κατόπιν συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίσθηκαν αντίστοιχα στις 14-6-1959, 22-9-1981, 1-4-1983, 8-12-1974, 19-3-1983, 1-4-1983, 23-3-1983 και 6-10-1969, προσλήφθηκαν από το νόμιμο εκπρόσωπο του λειτουργούντος τότε με την ίδια επωνυμία και με το ίδιο αντικείμενο ΝΠΙΔ, δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου νοσοκομείου, ως ηλεκροτεχνίτες, εφοδιασμένοι με άδειες του Ν.6422/1934.
Με βάση τις συμβάσεις αυτές οι αναιρεσείοντες εργάσθηκαν έκτοτε στο αναιρεσίβλητο για τις ανάγκες των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του νοσοκομείου του, μισθοδοτούνταν δε βάσει των Σ.Σ.Ε. των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων κλπ όλης της χώρας. Μετά τη δημοσίευση του ΠΔ 305/1983, με το οποίο το αναιρεσίβλητο μετατράπηκε σε Ν.Π.Δ.Δ.
και την έναρξη ισχύος του οργανισμού του (18-3-1987), οι αναιρεσείοντες δεν εντάχθηκαν σε οργανικές θέσεις, αλλά παρέμειναν σε προσωρινές θέσεις και συνέχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με τις ίδιες προϋποθέσεις και μάλιστα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Η σχέση των αναιρεσειόντων με το αναιρεσίβλητο διέπεται από τις συμβατικούς όρους και τις εκάστοτε ισχύουσες Σ.Σ.Ε της ΠΟΕΔΗΝ και το αναιρεσίβλητο δεν δεσμεύεται από τις Σ.Σ.Ε.
και ΔΑ, με τις οποίες ρυθμίζονται οι όροι αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων, ξενοδοχείων κλπ όλης της χώρας, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι, κατά την κατάρτιση των άνω συμβάσεων είχε συμφωνηθεί να αμείβονται οι αναιρεσείοντες με βάση τις αποδοχές τις καθοριζόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ ή ΔΑ, που ρυθμίζουν τους όρους αμοιβής των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων, οικοδομών κλπ όλης της χώρας.
Σε προηγούμενη δίκη ανάμεσα στους διαδίκους εκδόθηκε η 2704/2001 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι οι αξιώσεις των αναιρεσειόντων από μισθολογικές διαφορές, που απορρέουν από την ίδια εργασιακή σχέση, του χρονικού διαστήματος από 1-1-1997 μέχρι 31-12-1997, διέπονταν από το μισθολογικό καθεστώς που ίσχυε πριν την από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε.
Από την προαναφερόμενη απόφαση υπάρχει δεδικασμένο για τις αξιώσεις που ασκούνται με την ένδικη αγωγή και αναφέρονται στο χρονικό διάστημα από 1-1-1998 μέχρι 24-2-1998, κατά το οποίο ίσχυε η 42/1997 ΔΑ "όροι αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων κλπ όλης της χώρας", η ισχύς της οποίας έληξε στις 23-2-1998, ενώ για το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα από 24-2-1998 και μέχρι 31-12-1998 δεν απορρέει δεδικασμένο από την παραπάνω απόφαση, γιατί για το διάστημα αυτό άρχισε να ισχύει η 20/1998 ΔΑ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων όλης της χώρας" και πρέπει οι αναιρεσείοντες να αμειφθούν για το διάστημα αυτό με βάση την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, η αγωγή των αναιρεσειόντων για μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 24-2-1998 μέχρι 31-12-1998 (η αγωγή δεν απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ως προς τις αξιώσεις αυτές, όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο προχώρησε σε εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν και δέχθηκε ότι, με βάση τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ο κρίσιμος αγωγικός ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι, είχε καταστεί όρος των ατομικών τους συμβάσεων εργασίας να αμείβονται με βάση τις ΣΣΕ ή ΔΑ του κλάδου τους).
Το Εφετείο, όμως, ως προς την απόρριψη του πιο πάνω αγωγικού ισχυρισμού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε ότι, οι αναιρεσείοντες μισθοδοτούνταν με βάση τις ΣΣΕ των ηλεκτροτεχνιτών καταστημάτων όλης της χώρας και συνέχισαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με τις ίδιες προϋποθέσεις και μετά την μετατροπή του αναιρεσιβλήτου σε ΝΠΔΔ και την έναρξη ισχύος του οργανισμού του, στη συνέχεια δέχθηκε ότι, δεν αποδείχθηκε ότι, κατά την κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων είχε συμφωνηθεί να αμείβονται οι αναιρεσείοντες με βάση τις αποδοχές τις καθοριζόμενες από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ ή ΔΑ του κλάδου τους, με συνέπεια να υπάρχει αμφιβολία αν δέχθηκε ή όχι ότι είχε καταστεί όρος των ατομικών συμβάσεων των αναιρεσειόντων να αμείβονται με βάση τις ΣΣΕ του κλάδου τους και χωρίς να διευκρινίζεται τι ακριβώς είχε συμφωνηθεί ως προς το κρίσιμο αυτό ζήτημα.
Έτσι, με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 7 παρ.2 του Ν. 1876/1990, 6 παρ. 2 του Ν. 1397/1983, 8 παρ.1 του ΝΔ 1198/1972 και 16 του ΠΔ 410/1988 και επομένως, οι δύο πρώτοι αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πλ.Δ.) και να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 5787/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ