Supreme Court dismisses appeal for vagueness, citing lack of specific facts and procedural irregularities.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment ordering the sale of her assets. The appellant argued the lower court violated common sense principles by ordering the sale of nearly all her property for a debt significantly smaller than the asset value. The court rejected this claim as vague, noting the absence of specific factual premises, legal errors, or concrete impacts on the judgment's outcome. Consequently, the appeal was declared inadmissible, and the appeal bond was forfeited.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be specific, detailing the factual premises, legal errors, and concrete impact of the lower court's decision, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 470 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 470/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Λ. του Α., κατοίκου …., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Ζερβέα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΕ" (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ") και ήδη "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" και δ.τ. "Eurobank", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 3-7-2023 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2013 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2761/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6118/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1-5-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αντιγόνη Τζελέπη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και η 1η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση(ΑΠ 534/2023, ΑΠ 474/2022). Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ1315/2023,ΑΠ 250/2023). Περαιτέρω, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολιπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του.
Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 26/2023, ΑΠ 173/2022, ΑΠ 1487/2022, ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 568 παρ. 2, 3 και 4 του ΚΠολΔ να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (22-9-2023).
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κατά την ως άνω δικάσιμο από τη σειρά της στο πινάκιο η δεύτερη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτήν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης.
Παρέστησαν, όμως, νομίμως και προσηκόντως η αναιρεσείουσα και η πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Περαιτέρω, από την υπ' αριθμ. …./28-4-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ν. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην προαναφερόμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη.
Επομένως, εφόσον η τελευταία δεν εμφανίστηκε κατά την προκειμένη δικάσιμο, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, το Δικαστήριο πρέπει, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη από 1-5-2021 (αριθμ. εκθ. κατ. …./19-7-2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 6118/23-4-2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην των δεύτερης εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ".
Για την παραδεκτή άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ανωτέρω εφεσίβλητη, που δικάστηκε ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή.
Έτσι, η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 46/2022, ΑΠ 792/2022), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 του ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β` περ. β` του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.
ΑΠ 11/1998, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων (ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019). Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ.
με 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην της ανωτέρω εφεσίβλητης, η οποία σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είχε κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη δικάσιμο της 31-1-2020 ενώπιον, του ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η δε συζήτηση της υπόθεσης έγινε με επίσπευση της εκκαλούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και ότι η συζήτηση της υπόθεσης (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρισε σαν να ήταν και αυτή (η απολιπόμενη) παρούσα (άρθρο 764 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Επομένως, ως προς την ανωτέρω απολιπόμενη διάδικο (εφόσον είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα), η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ` άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ΚΠολΔ, εφόσον δε, περαιτέρω, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (23-4-2020), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 και 769 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).
Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6118/2020τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται επιτρεπτά (άρθρο 561 παρ. 2ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα αναφορικά με τη δικαστική πορεία της υπόθεσης: Η ήδη αναιρεσείουσα με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών από 31-12-2013 (αριθ.
κατ. …/7-1-2014) αίτησή της κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων πιστωτριών εταιρειών, ζήτησε, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτήν, τη ρύθμιση των χρεών της με την υπαγωγή τους στη διαδικασία του Ν. 3869/2010 και την εξαίρεση από την εκποίηση των περιγραφόμενων στην αίτηση ακινήτων της μεταξύ των οποίων και ακινήτου, το οποίο της ανήκει κατά ψιλή κυριότητα και θα αποτελέσει την μελλοντική κατοικία της ίδιας και της οικογένειάς της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής κατάστασης που παρέθεσε.
Το Ειρηνοδικείο Αθηνών με την με αριθμ. 2761/2017 απόφασή του αφού δίκασε την αίτηση ερήμην της δεύτερης των καθ' ών και ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και με παρόντες τους λοιπούς διαδίκους δέχθηκε εν μέρει την αίτηση, ρύθμισε τα χρέη της αιτούσας, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της, και εξαίρεσε από την εκποίηση το σύνολο των ακινήτων αυτής, μεταξύ των οποίων και το ακίνητο το δυνάμενο να χρησιμεύσει ως κύρια κατοικία της στο μέλλον.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANKERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με την από 5-7-2017 (αριθμ. κατ. …../2017) έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6118/2020 απόφασή του, αφού δίκασε ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, δέχτηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, ακολούθως, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ρύθμισε τα χρέη της αναιρεσείουσας και διέταξε την εκποίηση των ακινήτων της, μεταξύ των οποίων και της μελλοντικής κύριας κατοικίας της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε μετά την τροποποίηση με το άρθρο 17 παρ. 1 Ν. 4161/2013, που εφαρμόζεται στη εξεταζόμενη περίπτωση λόγω του χρόνου κατάθεσης της αίτησης ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών(7-1-2014) "...2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο Δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.
Στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας...". Με την παράγραφο 2 του άρθρου 17 του Ν. 4161/2013 αντικαταστάθηκε το έβδομο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010 (που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη) και ορίζεται ότι "Η μη τήρηση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται κατ' εφαρμογή της παραγράφου αυτής, επιτρέπει στον πιστωτή να κινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη και της μοναδικής κατοικίας του.
Δεν επιτρέπεται η καταγγελία της ρύθμισης της παρούσας παραγράφου αν δεν υπάρχει καθυστέρηση τεσσάρων τουλάχιστον μηνιαίων δόσεων. Αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, τότε οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία".
Δηλαδή, με τη διάταξη αυτή ορίζεται, ως αρνητική ουσιαστική προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2,ο σύζυγος του οφειλέτη να μην διαθέτει ακίνητο, που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. Ακολούθησε ο νόμος 4336/2015, που ισχύει από 14-8-2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015), ο οποίος διατήρησε τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως είχε τροποποιηθεί με τον Ν. 4161/2013.
Στη συνέχεια, η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 τροποποιήθηκε εκ νέου με τον Ν. 4346/2015, που ισχύει από 1-1-2016 (ΦΕΚ Α' 152/1-1-2016). Ο τελευταίος αυτός νόμος με το άρθρο 14 παρ. 10 αυτού ορίζει, ότι "... στο εδάφιο γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010 οι λέξεις "και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία" διαγράφονται, ενώ η φράση "θα χρησιμοποιηθεί ως κατοικία" αντικαθίσταται με τη φράση "θα χρησιμοποιηθεί ως κύρια κατοικία".
Η ισχύς της τροποποιηθείσης διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010 αρχίζει, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 11 του Ν. 4346/2015, από 1-1-2016 και δεν καταλαμβάνει εκκρεμείς υποθέσεις, καθώς και αιτήσεις που έχουν κατατεθεί έως και 31-12-2015. Σύμφωνα με τα παραπάνω για τις αιτήσεις μέχρι την έναρξη ισχύος του Ν. 4346/2015, δηλαδή για τις αιτήσεις διάσωσης της κύριας κατοικίας που κατατέθηκαν μέχρι 31-12-2015, δεν εξαιρείται από την εκποίηση ακίνητο του οφειλέτη, αν ο σύζυγός του διαθέτει άλλο ακίνητο, το οποίο επίσης, μπορεί να χρησιμεύσει ως κύρια κατοικία.
Για όσες αιτήσεις έχουν κατατεθεί από 1-1-2016 ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει εξαίρεση της κύριας κατοικίας του, ακόμα και αν ο σύζυγός του διαθέτει κύρια κατοικία που μπορεί να χρησιμεύσει ως κατοικία της οικογένειας του οφειλέτη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Έτσι, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27,28/1998 και 1/2022). Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ ΑΠ 3/2020,ΑΠ 164/2021,ΑΠ 508/2020, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).
Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (Ολ ΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 139/2022,ΑΠ 24/2021, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 120/2017, ΑΠ 113/2011), όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτήν ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1325/2023, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 1554/2021, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019). Περαιτέρω, κατά την έννοια του ιδίου άρθρου 560 αριθμ. 1 εδάφ.
β' του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή, όταν το Δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το Δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Δεν ιδρύεται, δε, ο λόγος αυτός, όταν το Δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ. κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 35/2022,ΑΠ 164/2021,ΑΠ 40/2020).
Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το Δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το Δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1300/2022,ΑΠ 35/2022,ΑΠ 3/2021, ΑΠ 1554/2021,ΑΠ 551/2020, ΑΠ 208/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στη προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1,8 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, κατ' ορθή εκτίμηση από το άρθρο 560 παρ. 1εδ. α' του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αίτησή της, κατά το επιμέρους αίτημά της, περί εξαίρεσης από την εκποίηση του περιγραφόμενου σ' αυτήν ακινήτου, που της ανήκει κατά ψιλή κυριότητα και δύναται να χρησιμεύσει στο μέλλον ως κύρια κατοικία αυτής και της οικογενείας της.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, δέχθηκε, τα ακόλουθα: "...Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 3 προτελευταίο εδάφιο Ν. 3869/2010 (όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 4346/2015, καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 11 του νόμου αυτού αυτή η τροποποίηση ισχύει από 1-1-2016 και δεν καταλαμβάνει εκκρεμείς υποθέσεις, ούτε αιτήσεις που έχουν κατατεθεί έως 31-12-2015, όπως η προκείμενη αίτηση της πρώτης αιτούσας, που κατατέθηκε στις 7-1-2014: " Αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, τότε οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία".
Στην προκείμενη περίπτωση με την υπό κρίση αίτησή της η αιτούσα υποβάλει μεταξύ άλλων αίτημα διάσωσης (εξαίρεσης από την εκποίηση) της αναφερόμενης ως δυνάμενης στο μέλλον να αποτελέσει την κύρια κατοικία της (ψιλή κυριότητα διαμερίσματος πρώτου ορόφου με ανώγειο, που βρίσκεται σε πολυκατοικία κείμενη στην …., οδός ….
αρ. …), ενώ εκθέτει ότι κατοικεί με τον σύζυγό της και τα τέκνα τους σε διαμέρισμα ισογείου ορόφου, που ανήκει κατά ψιλή κυριότητα στον σύζυγό της και που βρίσκεται σε πολυκατοικία κείμενη στον ……, οδός …. αρ. ….. Το εν λόγω αίτημα είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης, καθόσον υπό τα εκτιθέμενα στην αίτηση ο σύζυγος της αιτούσας διαθέτει ακίνητο που χρησιμοποιείται πράγματι ως κατοικία του ιδίου και της αιτούσας ως οικογενειακή στέγη.
Έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά, κρίνοντας νόμιμο (και στη συνέχεια ουσία βάσιμο) το σχετικό αίτημα της αιτούσας ...".Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την αίτηση της αιτούσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά το επιμέρους αίτημά της, περί εξαίρεσης από την εκποίηση του προαναφερόμενου ακινήτου.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης (στις 7-1-2014),πριν τις τροποποιήσεις του με το άρθρο 14 παρ. 10 και 11 του Ν. 4346/2015, η ισχύς του οποίου δεν καταλαμβάνει τις αιτήσεις που έχουν κατατεθεί έως 31-12-2015, όπως και η ένδικη.
Επομένως, ο πρώτος, εκ του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 παρ. 1εδ. α 'του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας διατάσσοντας την εκποίηση του συνόλου της περιουσίας της (πλην της ψιλής κυριότητας σε ποσοστό 458/1000 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου επί της οδού ….
αρ…..), ειδικότερα δε, διατυπώνει στο αναιρετήριο τη σχετική αιτίασή της ως εξής: " με την προσβαλλόμενη απόφαση διατάσσεται να απωλέσω όλη μου σχεδόν την περιουσία για μία κατά πολύ μικρότερη της αξίας της υπό εκποίηση περιουσίας μου οφειλή και τούτο διότι η προσβαλλόμενη δεν προέβη στον στοιχειώδη υπολογισμό των αντικειμένων της δίκης, εφαρμόζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο εσφαλμένα το νόμο και οδηγούμενη σε κρίσεις ενάντιες σε κεφαλαιώδεις αρχές του δανεισμού και των οφειλών αλλά και ενάντια στους κανόνες της κοινής λογικής, ότι δηλαδή δεν είναι δυνατό - στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η εκποίηση απάντων των ανωτέρω τριών περιουσιακών μου στοιχείων στην αντικειμενική τους έστω αξία - να απολέσω τα ακίνητα για την αποπληρωμή 77.344,69 ευρώ".
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τούτο διότι, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ποια διδάγματα της κοινής πείρας δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το Δικαστήριο της ουσίας, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το Δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, σε τι ακριβώς συνίσταται η προβαλλόμενη παραβίαση, με ποιόν ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό συνάπτεται και ποια επίδραση άσκησε η επικαλούμενη πλημμέλεια στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατόπιν τούτου, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).
Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ.
β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "... Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 21/2023, ΑΠ 1943/2022, ΑΠ 503/2020, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-5-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 6118/2020 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ