Legislator Case Law & Legislation
470/2022 AI generated

Supreme Court quashes appeal court decision for procedural error regarding inadmissibility of appeal and remands case.

Case Number 470/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed the First Instance Court of Appeal's decision due to a procedural error in declaring an appeal inadmissible. The appellant argued that the lower court failed to properly rule on the inadmissibility of the appeal filed by one of the respondents. Consequently, the Supreme Court set aside the lower court's ruling and remanded the case for a substantive trial on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 580, 522, 495, 106, 176, 183, 189, 191, 532 of the Code of Civil Procedure; If a lower court fails to rule on the inadmissibility of an appeal as required by law, the Supreme Court must quash the decision and remand the case for a substantive trial.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal inadmissibility procedural error remand for trial Supreme Court quashing legal costs allocation substantive trial

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 532 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 470 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 470/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 30) …. Οι υπό στοιχεία 1, 2, 3, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 13, 14, 15, 16, 17, 19, 20, 21, 22, 24, 25, 26, 28, 29, 30 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ιωάννη Κουμέττη που ανακάλεσε την από 1/10/2021 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο και Γεώργιο Παλάζη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και και κατέθεσαν προτάσεις.

Οι υπό στοιχεία 4, 12, 18, 23, 27 αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κουμέττη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3710/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4985/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ως άνω αναιρεσίβλητοι και πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη με την από 20/7/2017 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 106/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 4928/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 2354/2020 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 30/6/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 30-6-2020 (ΓΑΚ 3938/2020, ΕΑΚ 470/2020, Αριθ. Δικ. 787/2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 2354/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Οι ενάγοντες (και ήδη αναιρεσίβλητοι), με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 22-12-2008, αγωγή, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ήτοι η υπό εκκαθάριση τελούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) και το νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" (ήδη αναιρεσείον), να τους καταβάλουν, καθένας εις ολόκληρον, τα αναφερόμενα αναλυτικά σ' αυτή ποσά αποζημίωσης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, λόγω των παράνομων ενεργειών της πρώτης εναγομένης στο πλαίσιο των επενδυτικών συμβάσεων, που είχαν συνάψει με αυτήν οι ενάγοντες, της ευθύνης της δεύτερης εναγομένης στηριζόμενης στις ειδικές διατάξεις των άρθρων 61 επ.

του Ν. 2533/1997, σε συνδ. με την Οδηγία 97/9/ΕΚ. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 3710/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε ως προς το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, ενώ έγινε δεκτή κατ' ουσίαν ως προς την χρηματιστηριακή εταιρεία, η οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει σε ορισμένους από τους ενάγοντες και αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή της να καταβάλει σε ορισμένους άλλους τα αναφερόμενα σ' αυτήν χρηματικά ποσά.

Κατά της απόφασης οι μεν ενάγοντες άσκησαν την από 4-10-2013 έφεση, απευθυνόμενη κατ' αμφοτέρων των εναγομένων, η δε εναγόμενη εταιρεία ... την από 30-8-2011 έφεση. Επί των ανωτέρω δικογράφων εκδόθηκε η 4928/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατά το ενδιαφέρον την υπόθεση μέρος, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 4-10-2013 έφεση των εναγόντων ως προς το ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο.

Κατά της εν λόγω απόφασης οι ενάγοντες άσκησαν την από 20-7-2017 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 106/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με αυτήν αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη 4928/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών μόνο κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 4-10-2013 έφεση των εναγόντων ως προς το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο και παραπέμφθηκε κατά τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.

Οι ενάγοντες - εκκαλούντες, με την από 5-4-2019 κλήση τους επανέφεραν προς συζήτηση την ανωτέρω, από 4-10-2013, έφεση μέσα στα όρια που διαγράφηκαν με την ως άνω αναιρετική απόφαση και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 2354/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν η έφεση έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, εξαφανίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δικάστηκε η ένδικη αγωγή, η οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και το ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, αφενός μεν υποχρεώθηκε να καταβάλει, στους πρώτο, πέμπτο, έκτο, έβδομο, ένατη, δέκατο έκτο, δέκατη έβδομη, δέκατο όγδοο, δέκατο ένατο, εικοστό δεύτερο, εικοστό τέταρτο, εικοστό όγδοο και εικοστό ένατο των ήδη αναιρεσίβλητων, αφετέρου δε αναγνωρίστηκε η υποχρέωσή του να καταβάλει στους δεύτερη, τρίτο, τέταρτη, όγδοη, δέκατη, ενδέκατο, υπό στοιχείο δώδεκα, δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο, δέκατη πέμπτη, εικοστό, εικοστό πρώτο, εικοστό τρίτο, εικοστή πέμπτη, εικοστό έκτο, εικοστό έβδομο και τριακοστό των ήδη αναιρεσίβλητων, τα αναφερόμενα ειδικότερα χρηματικά ποσά αποζημίωσης.

Mε το άρθρο 10 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεώνονται όλες οι κρατικές λειτουργίες, συνεπώς και η δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του Εθνικού δικαίου.

Η υποχρέωση σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν από την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών - μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας (ΔΕΚ C. 74, 129/1995). Περαιτέρω, προφανές είναι ότι τόσο ο εθνικός νομοθέτης όσο και ο εθνικός δικαστής δεν έχουν την εξουσία να μεταβάλουν ή να παρερμηνεύσουν τις διατάξεις κοινοτικής Οδηγίας, με παραβίαση στην περίπτωση αυτή του κοινοτικού δικαίου, το οποίο, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατισχύει πάσης άλλης αντίθετης διατάξεως του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 23/1998).

Έτσι, τα κράτη μέλη οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή των Οδηγιών, από νομική άποψη, αλλά και στην πράξη, να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα, με την θέσπιση νομικών διατάξεων ικανών να δημιουργήσουν μια αρκούντως ακριβή, σαφή και διαφανή κατάσταση, ώστε να καθίσταται δυνατό στους ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και να τα προβάλλουν ενώπιον των Εθνικών δικαστηρίων (ΔΕΚ C. 220/1994).

Η υποχρέωση των κρατών μελών, που απορρέει από κοινοτική Οδηγία, να επιτύχουν το με αυτήν επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, καθώς και το καθήκον, που έχουν κατά το άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρέωσης, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους.

Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της Οδηγίας διατάξεις, οφείλει να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο με αυτήν αποτέλεσμα, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 189 και ήδη 249 εδ. 3 της Συνθήκης (ΔΕΚ 91/92).

Επομένως, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να μη εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου, που εμποδίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων (ΔΕΚ C. 201/2002). Με βάση τις κατευθυντήριες και δεσμευτικές αυτές αρχές, θα ερμηνευθεί και θα εφαρμοσθεί το εθνικό δίκαιο, που νομοθετήθηκε σε συμμόρφωση προς τις Κοινοτικές Οδηγίες που αναφέρονται στις επενδυτικές υπηρεσίες.

Ειδικότερα, την 10-5-1993 εκδόθηκε η Οδηγία 22/93 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, με την οποία ορίσθηκε το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών. Κατά το άρθρο 1 της ως άνω Οδηγίας, για τους σκοπούς αυτής νοούνται ως: 1) Επενδυτική υπηρεσία: οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες του τμήματος Α του παραρτήματος που αφορά οποιονδήποτε από τους τίτλους που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος και παρέχεται σε τρίτους.

Στο τμήμα Α του παραρτήματος ορίζεται ότι υπηρεσίες είναι: 1α) Λήψη και διαβίβαση, για λογαριασμό επενδυτών, εντολών σχετικών με έναν ή περισσότερους τίτλους του τμήματος Β, β) Εκτέλεση των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, 2. Διαπραγμάτευση, για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β, 3. Διαχείριση υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη χαρτοφυλακίων επενδύσεων στα πλαίσια εντολής των επενδυτών, εφόσον τα χαρτοφυλάκια αυτά συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους του τμήματος Β, 4.

Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους των τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β ή και τοποθέτησή της. Κατά το τμήμα Β του παραρτήματος, τίτλοι είναι: "1α) κινητές αξίες, β) μερίδια οργανισμού συλλογικών επενδύσεων, 2. τίτλοι χρηματαγοράς, 3. τίτλοι προθεσμιακών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, 4.

προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), 5. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity), 6. προαιρέσεις (option) αγοράς ή πώλησης οποιουδήποτε τίτλου υπαγόμενου στο παρόν τμήμα του παραρτήματος, συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων, που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.

Συμπεριλαμβάνονται ιδίως στην κατηγορία αυτή οι προαιρέσεις συναλλάγματος και επιτοκίων". Στο άρθρο 1 αριθ. 4 της Οδηγίας ορίζεται ότι κινητές αξίες είναι "οι μετοχές και οι λοιπές αξίες οι εξομοιώσιμες με μετοχές, οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην Κεφαλαιαγορά και κάθε άλλη αξία, η οποία συνήθως αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης που επιτρέπει την απόκτηση αυτών των κινητών αξιών με εγγραφή ή ανταλλαγή ή παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, ενώ αποκλείονται τα μέσα πληρωμής".

Σύμφωνα, επομένως, με την Οδηγία 93/22/ΕΚ η διαχείριση χρημάτων δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία, αφού ρητώς αποκλείονται από την έννοια των κινητών αξιών τα μέσα πληρωμής. Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το Ν. 2396/1996, στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: 1.

Κύρια Επενδυτική Υπηρεσία: Οποιαδήποτε από τις κατωτέρω υπηρεσίες: α (ι) Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω χρηματοπιστωτικά μέσα: αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλοι της χρηματαγοράς, γγ.

τίτλοι προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών, ζζ.

δικαιώματα προαιρέσεως, ..., (ιι) Εκτέλεση των παραγγελιών και των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, β) Διαπραγμάτευση και αγοραπωλησία για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται υπό α (ι), γ) Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (ι), δ) Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (ι) ή και η διάθεση τους".

Στο άρθρο 2 παρ. 6 του ίδιου νόμου 2396/1996 ορίζονται ως Κινητές Αξίες: α. Οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών, β. Οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, γ. Κάθε άλλος τίτλος ο οποίος αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ο οποίος παρέχει δικαίωμα απόκτησης άλλης κινητής αξίας, μέσω εγγραφής ή ανταλλαγής ή που παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.

Τα μέσα πληρωμής αποκλείονται. Στην συνέχεια, το έτος 1997 εκδόθηκε η Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997, σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, με την οποία τέθηκαν κανόνες προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων, πλέον αυτών που είχαν τεθεί με την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ.

Σκοπός της οδηγίας αυτής ήταν η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, με τη δημιουργία συστημάτων αποζημίωσης κλπ. Συγκεκριμένα, κατά το προοίμιο της νεότερης αυτής Οδηγίας "το Συμβούλιο εξέδωσε... την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών ...

η εν λόγω Οδηγία αποτελεί βασικό μέσο για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των επιχειρήσεων επενδύσεων" (1η σκέψη) "η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχουν μεγάλη σημασία για την ολοκλήρωση και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον εν λόγω τομέα και ...

προς τον σκοπό αυτό είναι σημαντικό να διαθέτει κάθε κράτος μέλος ένα σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών, που να εγγυάται ένα ελάχιστο εναρμονισμένο επίπεδο προστασίας τουλάχιστον στους μικρούς επενδυτές, στην περίπτωση κατά την οποία μία επιχείρηση επενδύσεων αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (4η σκέψη), "οι μικροί επενδυτές θα μπορούν συνεπώς να έχουν την ίδια εμπιστοσύνη όταν λαμβάνουν επενδυτικές υπηρεσίες μέσω των υποκαταστημάτων των επιχειρήσεων επενδύσεων της Κοινότητας ή σε διασυνοριακή βάση, όπως όταν απευθύνονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων της χώρας τους, γνωρίζοντας ότι καλύπτονται από ένα εναρμονισμένο ελάχιστο επίπεδο προστασίας σε περίπτωση αδυναμίας μιας επιχείρησης επενδύσεων να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (5η σκέψη) και "κατά συνέπεια όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να διαθέτουν ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, στα οποία θα συμμετέχουν όλες αυτές οι επιχειρήσεις επενδύσεων...

αυτό το σύστημα πρέπει να καλύπτει τα κεφάλαια ή τίτλους που κρατεί μια επιχείρηση επενδύσεων σε σχέση με τις επενδυτικές πράξεις ενός επενδυτή και τα οποία, σε περίπτωση αδυναμίας της επιχείρησης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές, δεν καθίσταται δυνατόν να επιστραφούν στον επενδυτή ...

αυτό δεν θίγει τους κανόνες και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται σε κάθε κράτος μέλος για τη λήψη αποφάσεων σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης μιας επιχείρησης επενδύσεων" (8η σκέψη). Τον σκοπό αυτό εξυπηρετεί το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών".

Ειδικότερα, με το άρθρο 61 Ν. 2533/1997, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 11-11-1997, αναδιαρθρώθηκε το συσταθέν με το ν.δ. 3078/1954 "Κοινόν Συνεγγυητικόν Κεφάλαιον Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών" και μετονομάσθηκε σε "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών" (με διακριτικό τίτλο "Συνεγγυητικό"), με σκοπό την καλύτερη ανταπόκριση του Συνεγγυητικού στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού και την προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της προαναφερθείσας Οδηγίας 97/9/ΕΚ σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, αποτελεί δε αυτό ΝΠΙΔ με εξασφαλιστικό χαρακτήρα και διέπεται ως προς κάθε θέμα που αφορά την λειτουργία του από τις διατάξεις των άρθρων 61-78 του ως άνω Ν. 2533/1997, ενώ η αναδιάρθρωση αυτού δεν επέφερε οποιαδήποτε μεταβολή στη νομική κατάσταση και στις υφιστάμενες έννομες σχέσεις του, εκτός από τις μεταβολές που ρητά προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις.

Ως προς το επίπεδο και το εύρος της παρεχομένης προστασίας στους επενδυτές αφενός από την Οδηγία 97/9/ΕΚ και αφετέρου από το Ν. 2533/1997 και την μεταξύ τους σχέση πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: (i) Σύμφωνα με την Οδηγία αυτή : (1) Νοείται ως (α) "επενδυτική εργασία", κάθε επενδυτική υπηρεσία, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, καθώς και η υπηρεσία που αναφέρεται στο σημείο 1 του τμήματος Γ του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας, δηλ.

η φύλαξη και διαχείριση τίτλων που απαριθμούνται στο τμήμα Β (β) "τίτλοι", οι τίτλοι που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (γ) "επενδυτής", το πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή τίτλους σε μια επιχείρηση επενδύσεων, στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών (άρθρο 1 παρ. 2-4) (2) Κάθε κράτος μέλος φροντίζει να συσταθούν και να αναγνωρισθούν επίσημα στην επικράτειά του ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών (άρθρο 2 παρ. 1 εδ.

α'). Το σύστημα αποζημιώνει τους επενδυτές σύμφωνα με το άρθρο 4, όταν οι αρμόδιες αρχές έχουν διαπιστώσει ότι, κατά την γνώμη τους, μία επιχείρηση επενδύσεων δεν φαίνεται προς το παρόν ικανή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της τις απορρέουσες από απαιτήσεις επενδυτών, για λόγους έχοντες άμεση σχέση με την οικονομική της κατάσταση, και δεν προβλέπεται ότι θα καταστεί ικανή στο προσεχές μέλλον ή όταν δικαστική αρχή, βασιζομένη σε λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση μίας επιχείρησης επενδύσεων, εξέδωσε απόφαση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της δυνατότητας των επενδυτών να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους έναντι της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων, ανάλογα με το αν θα προηγηθεί η διαπίστωση ή η απόφαση.

Πρέπει να εξασφαλίζεται η κάλυψη των απαιτήσεων λόγω αδυναμίας της επιχείρησης να αποδώσει στους επενδυτές τα κεφάλαια, τα οποία τους οφείλει ή τους ανήκουν και τα οποία κρατεί για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες, κατά τα ισχύοντα εκ του νόμου ή εκ της συμβάσεως (άρθρο 2 παρ. 2). Το ύψος της απαίτησης ενός επενδυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τους νομικούς και συμβατικούς όρους, ιδίως εκείνους περί συμψηφισμού και ανταπαιτήσεων, που εφαρμόζονται για την αποτίμηση του ύψους του κεφαλαίου ή της αξίας κλπ. (άρθρο 2 παρ. 4). (3) Εξακολουθεί να παρέχεται η κάλυψη που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο και μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων για τις επενδυτικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν μέχρι την ανάκληση (άρθρο 6) (4) Όταν ο επενδυτής δεν είναι απόλυτος δικαιούχος των ποσών ή των τίτλων που κρατεί η επιχείρηση επενδύσεων, η αποζημίωση καταβάλλεται στον απόλυτο δικαιούχο (άρθρο 8).

Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι: α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου και υπό την οδηγία 97/9/ΕΚ έχει το ίδιο περιεχόμενο που είχε κατά τις διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, στην οποία και ρητά παραπέμπει, ήτοι πρέπει να περιέχει έναν ή περισσότερους από τους αναφερόμενους στο Τμήμα Β του παραρτήματος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (άρθρο 2 παρ. 1 α (Ι)) τίτλους, των μέσων πληρωμής ρητώς αποκλειομένων (άρθρο 1 σημ.4 Οδηγίας, 2 παρ. 6γ Ν. 2396/1996).

Μόνη, συνεπώς, η κατάθεση χρημάτων από τον επενδυτή δεν συνεπάγεται την δημιουργία επενδυτικής υπηρεσίας διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου, η οποία κατά τα προεκτεθέντα έχει ως περιεχόμενο έναν ή περισσότερους τίτλους. Η κατάθεση χρημάτων σε σχέση με την επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις της Οδηγίας 93/22/ΕΚ, στην οποία για το σχετικό ζήτημα ρητά παραπέμπει, όπως προαναφέρθηκε, η Οδηγία 97/9/ΕΚ επιτρέπει την μέσω διενέργειας αντιστοίχων επενδυτικών υπηρεσιών απόκτηση των χρηματοπιστωτικών μέσων του άρθρου 2 παρ. 1 (α) Ν. 2396/1996, τα οποία αυτά και μόνον αποτελούν το αντικείμενο της επενδυτικής υπηρεσίας της διαχείρισης.

β) Η Οδηγία 97/9/ΕΚ, στοχεύοντας ως εκ του σκοπού της στην προστασία κυρίως των μικροεπενδυτών, προστατεύει και καλύπτει το κεφάλαιο που καταθέτει ο επενδυτής σε ΕΠΕΥ (επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών), στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών κατά τις εντολές του (άρθρο 1 παρ. 4 της Οδηγίας), είτε αυτές (επενδυτικές εργασίες) έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι την ανάκληση, είτε όχι.

Αντίθετα, η ως άνω Οδηγία δεν καλύπτει τις καταθέσεις σε επενδυτική επιχείρηση κεφαλαίων, που δεν γίνονται στο πλαίσιο διενέργειας επενδυτικών εργασιών και τις καταθέσεις κεφαλαίων υπό προθεσμία με εντολή διαχείρισης. Θεωρείται, δηλ. με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από την έννοια της "επενδυτικής εργασίας", ως καλυπτομένη επενδυτική υπηρεσία, σε σχέση με την απαίτηση αποζημίωσης, όχι μόνο κάθε πράξη λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, αλλά και η πράξη κατάθεσης κεφαλαίων σε σχέση, όμως, με τέτοιες επενδυτικές εργασίες, ανεξάρτητα αν είχαν πραγματοποιηθεί κατά τον χρόνο της ανάκλησης (ii).

Σύμφωνα με το Ν. 2533/1997, με τον οποίο, πλην των άλλων, έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της ως άνω Οδηγίας: (1) Κατά το άρθρο 63 του ως άνω νόμου σκοπός του αναιρεσιβλήτου "Συνεγγυητικού" είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέρη, σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών και υποστήριξη με τον τρόπο αυτόν της σταθερότητας και αξιοπιστίας της λειτουργίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών.

Αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το "Συνεγγυητικό" είναι, κατά το άρθρο 65 παρ. 1 περ. ε' του ίδιου νόμου (όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ. 1 Ν. 2651/1998), μεταξύ άλλων διαζευκτικά αναφερομένων, και η ανάκληση άδειας σύστασης ΕΠΕΥ και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθ. 4α του Ν. 1806/1988.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ. 1 παρ. 12 του ως άνω Ν. 2533/1997 "Ως "καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες" νοούνται αποκλειστικά οι ακόλουθες υπηρεσίες: (α) κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. για λογαριασμό τρίτων ή για ίδιο λογαριασμό (β) φύλαξη και διακίνηση χρηματιστηριακών πραγμάτων για λογαριασμό τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών στο Χ.Α.Α.

ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών στο Χ.Α.Α. (γ) κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. (δ) από την 26η Σεπτεμβρίου 1998 ή προγενέστερη ημερομηνία που θα καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως "καλυπτόμενες υπηρεσίες" νοούνται πλέον των υπηρεσιών των παραπάνω εδαφίων (α) έως (γ) της παρούσας παραγράφου, οι υπηρεσίες των εδαφίων (α) i, (γ) και (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α.)".

Ειδικότερα, και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία συνιστά (1) κατά το ως άνω άρθ. 2 παρ. 1 (α) i η "Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα:

αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλοι της χρηματαγοράς, γγ. τίτλοι προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), ζζ.

δικαιώματα προαιρέσεως (options) για την αγορά ή πώληση οποιουδήποτε από τους ανωτέρω τίτλους, περιλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ιδίως δικαιώματα προαιρέσεως (options) επί συναλλάγματος και επιτοκίων" (2) κατά το άρθρο 2 παρ. 1 (γ) και (δ) "Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (i).

Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (i) ή και διάθεσή τους", ενώ κατά το άρθρο 2 § 6γ του ίδιου ως άνω Ν. 2396/1996 στις κινητές αξίες δεν περιλαμβάνονται τα μέσα πληρωμής. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, μεταξύ των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών, για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου και αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 1 παρ. 12 Ν. 2533/1997, είναι (α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου που έχει ως αντικείμενο έναν ή περισσοτέρους τίτλους από τους αναφερομένους στο άρθρο 2 παρ. 1 α (i), ενώ εξαιρούνται τα μέσα πληρωμής, δηλ.

τα χρήματα και (β) η κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων. Δεν αποτελεί, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, καλυπτομένη επενδυτική υπηρεσία (α) η κατάθεση κεφαλαίου που δεν γίνεται στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών και (β) η κατάθεση προς διαχείριση κεφαλαίων.

Από την αντιπαράθεση και σύγκριση των διατάξεων του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου, προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2533/1997 παρέχει (κατ' αρχήν) χαμηλότερο επίπεδο προστασίας από εκείνο της Οδηγίας 97/9/ΕΚ και κατά συνέπεια, η ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου πρέπει να γίνει υπό το φως και το πρίσμα της τελευταίας αυτής Οδηγίας, ώστε να εξασφαλισθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του Κοινοτικού δικαίου, η 97/9/ΕΚ Οδηγία του οποίου, ρητώς καταλαμβάνει και προστατεύει και την κατάθεση κεφαλαίων προς επένδυση (σε αντιδιαστολή με την 93/22/ΕΟΚ Οδηγία, η οποία αναφέρεται μόνο σε τίτλους).

Επομένως, κατ' ορθή ερμηνεία των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου πελατών δεν απαιτείται να έχει ως μόνο περιεχόμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες θα έχουν ως αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω τίτλους, αλλά και την διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελάτη, που περιλαμβάνει χρήματα, που δόθηκαν με εντολή για επενδυτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα αν πραγματοποιήθηκαν κατά τον χρόνο ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της χρηματιστηριακής εταιρείας, όταν και δημιουργείται η υποχρέωση του Συνεγγυητικού προς αποζημίωση.

Αντίθετα και σε αρμονία, κατά τούτο, με την ως άνω Οδηγία δεν εμπίπτει στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες (αυτές δηλ. για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ΕΠΕΥ) η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου εντολέως που περιλαμβάνει μόνο χρήματα, την διαχείριση των οποίων αναλαμβάνει η Ε...., χωρίς όμως η διαχείριση αυτή να διαλαμβάνει την εντολή διενέργειας, για λογαριασμό του, συναλλαγής επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στον ίδιο τομέα, προϋπόθεση που τίθεται, άλλωστε, και με την ως άνω Οδηγία.

Έτσι, δεν αρκεί για την υπαγωγή συγκεκριμένων κεφαλαίων στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες η απλή μνεία στην σχετική σύμβαση περί παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, χωρίς εντολή και για διαχείριση έχουσα ως περιεχόμενο, κατά τα ανωτέρω, συναλλαγή επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών (ΟλΑΠ 11/2013, ΑΠ 861/2020, ΑΠ 803/2020, ΑΠ 1275/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).

Η παραβίαση του κανόνα δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1275/2019, ΑΠ 1/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη των εναγομένων εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία τελεί υπό εκκαθάριση, είχε ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή, κύριων και παρεπόμενων, επενδυτικών υπηρεσιών και την εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών, στο πλαίσιο των οποίων διενεργούσε χρηματιστηριακές συναλλαγές, ήτοι αγορές και πωλήσεις μετοχών, εταιριών εισηγμένων στο ΧΑΑ, για λογαριασμό των πελατών - επενδυτών της κατόπιν εντολής τους.

Στις 8-2-2005, κατόπιν καταγγελιών επενδυτών, η "Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς" ξεκίνησε τη διενέργεια ελέγχου, στην ανωτέρω χρηματιστηριακή εταιρεία και μετά τη διαπίστωση παραβάσεων, από αυτήν, της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, η εκτελεστική επιτροπή της "Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς", θεωρώντας ότι η συνέχιση της λειτουργίας της εταιρείας είναι επικίνδυνη για το επενδυτικό κοινό και την εύρυθμη λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς, προέβη, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2/536/8-2015 απόφασής της στην προσωρινή αναστολή της λειτουργίας της εταιρείας, στη συνέχεια δε, επειδή επακολούθησαν νέες δυσμενείς διαπιστώσεις σε βάρος της και κρίθηκε ότι αυτή είχε υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις της χρηματιστηριακής νομοθεσίας, με την υπ' αριθμ. 1/328/17-2-2005 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της "Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς" ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της και τέθηκε αυτή σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 4α του ν. 1806/1998.

Επόπτης της εκκαθάρισης ορίστηκε ο δικηγόρος Αθηνών, Δημήτριος Βαλάσης, ενώ με την υπ' αριθμ. 1949/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκκαθαριστής της εταιρείας ορίστηκε ο ορκωτός λογιστής, Ι. Π.. Ακολούθως, ο Επόπτης Εκκαθάρισης κάλεσε τους δικαιούχους λήψης αποζημίωσης από το "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο", λόγω αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της πρώτης εναγομένης, να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους σ' αυτόν, προσκομίζοντας και όλα τα αποδεικτικά στοιχεία των απαιτήσεών τους.

Με βάση την ανακοίνωση αυτή του Επόπτη, η τελευταία ημερομηνία για την υποβολή των εμπρόθεσμων αναγγελιών, εκ μέρους των πελατών της πρώτης εναγομένης, ήταν η 12-6-2005. Μετά την αναγγελία από τους πιστωτές, των απαιτήσεών τους, κατά της πρώτης εναγομένης και την επαλήθευση αυτών, το δεύτερο εναγόμενο, με την με αριθμό πρωτ. .../19-12-2007 επιστολή του, προς τον Επόπτη Εκκαθάρισης, γνωστοποίησε ότι 1.948 επενδυτές, στην πρώτη εναγομένη, κατέθεσαν αναγγελία, από τους οποίους κρίθηκε ότι δικαιούντο αποζημίωσης 1.137, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνοντο και 20 επενδυτές που υπέβαλαν εκπρόθεσμα αναγγελίες (μέχρι 30 ημέρες αργότερα από την ημερομηνία λήξης της τρίμηνης προθεσμίας, από την τελευταία δημοσίευση της σχετικής ανακοίνωσης του Επόπτη).

Με την επιστολή αυτή, το δεύτερο εναγόμενο διευκρίνιζε ότι, μέχρι εκείνη την ημερομηνία δεν έχει προβεί στην καταβολή των δικαιούμενων ποσών γιατί δεν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία ενημέρωσής του και ανέφερε ότι με νεότερο έγγραφο θα ενημέρωνε για τους επενδυτές, που ήθελε εισπράξουν την αποζημίωσή τους και ότι οι γενικές αρχές για τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων ήταν οι κάτωθι: "1.

Αποζημιώνονται οι απαιτήσεις των επενδυτών στο αδιαμφισβήτητο διαμορφούμενο πιστωτικό υπόλοιπο. Υπό την μελλοντική κρίση της επιτροπής ως δυνητικά αποζημιωτέο ποσό τέθηκε εκείνο το ποσό, το οποίο ο επόπτης έχει επαληθεύσει υπό την αίρεση της αναγνώρισης της πλαστότητας των παραστατικών από τα αρμόδια Δικαστήρια, στα οποία έχουν απευθυνθεί με μηνυτήριες αναφορές τα όργανα εκκαθάρισης. 2.

Αποζημιώνεται, οποιοδήποτε πιστωτικό υπόλοιπο προκύπτει από τα βιβλία και στοιχεία της εταιρείας και εν προκειμένω από την χρηματική καρτέλα του επενδυτή, εφόσον προέρχεται από χρηματιστηριακές συναλλαγές και μερίσματα, που έχουν πιστωθεί σε χρηματιστηριακό λογαριασμό και επαληθεύεται ανεπιφύλακτα από τα όργανα της εκκαθάρισης. 3.

Σε περιπτώσεις απαιτήσεων πελατών για αγορά μετοχών, που πραγματοποιήθηκαν την τελευταία ημερομηνία λειτουργίας της εταιρείας και δεν εκκαθαρίστηκαν, αποζημιώνεται το υπόλοιπο της χρηματικής καρτέλας πριν την αξία της μη εκκαθαρισμένης αγοράς συμψηφιζομένων τυχόν καταβολών μετρητών ή πωλήσεων. 4.

Αποζημιώνεται, εντός του προβλεπόμενου για το Συνεγγυητικό ύψους αποζημίωσης, οποιοδήποτε ποσό, το οποίο προέρχεται από καταθέσεις μετρητών, που πραγματοποιήθηκαν αποκλειστικά για πρώτη φορά από 1-1-2005 μέχρι την ημερομηνία της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας της εταιρείας, για τα οποία δεν έχουν πραγματοποιηθεί χρηματιστηριακές συναλλαγές και επαληθεύονται από τα όργανα της εκκαθάρισης".

Με την ίδια επιστολή δε το δεύτερο εναγόμενο αιτιάτο ότι η καθυστέρηση υποβολής των αναγγελιών ήταν δικαιολογημένη, ενώ στην επιστολή επισυνάφθηκε και πίνακας, με τους δικαιούχους αποζημίωσης - επενδυτές και τα ποσά που ο καθένας δικαιούτο, καθώς και οι επενδυτές που δεν αποζημιώνοντο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες - εκκαλούντες (ως προς τους οποίους επαναφέρεται, με την από 5-4-2019 κλήση, η από 4-10-2003 έφεση με αυξ.

αρ. προσδ. ΕΑ 7669/2013) είχαν συνάψει ατομικά ο καθένας με την ως άνω ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "....", ισάριθμες συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών - εκτέλεσης χρηματιστηριακών συναλλαγών. Κατά τη σύναψη των συμβάσεων αυτών, οι ενάγοντες εξουσιοδοτούσαν την αντισυμβαλλόμενή τους, να καταθέτει στους, ορισμένους από τους ίδιους, τραπεζικούς λογαριασμούς τους, τα χρηματικά υπόλοιπα που προέκυπταν από αγοραπωλησίες μετοχών και λοιπών κινητών αξιών ή χρηματιστηριακών πραγμάτων, γενικότερα.

Επίσης, παρείχαν εξουσιοδότηση στην εταιρία, όπως, μέσω των οργάνων της ή υπαλλήλων της, εξουσιοδοτημένων αρμοδίως, οπισθογραφούν για λογαριασμό των εναγόντων - καλούντων, τις ονομαστικές μετοχές κυριότητας των τελευταίων, τις οποίες πωλούσαν, τα όργανα της εταιρίας, κατόπιν εντολής των εναγόντων, μέσω της εταιρίας, καθώς και τα αποθετήρια έγγραφα, στα οποία αφορούσαν οι ονομαστικές μετοχές (των εναγόντων) που πωλούνταν.

Σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, οι ενάγοντες - καλούντες, είτε είχαν προβεί σε διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, είτε είχαν καταθέσει χρήματα, σε λογαριασμούς της πρώτης εναγομένης εταιρίας, που, ως την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της, δεν είχαν προλάβει να επενδυθούν. Από τα ανωτέρω, και σύμφωνα με το περιεχόμενο των εν λόγω συμβάσεων, συνάγεται ότι μεταξύ εκάστου των ως εναγόντων - καλούντων και της πρώτης εναγομένης εταιρείας, με την επωνυμία "........", είχαν συναφθεί συμβάσεις λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, για κατάρτιση χρηματιστηριακών συναλλαγών για λογαριασμό τους, σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 στοιχ.

α (Ι) του Ν. 2396/1996. Δηλαδή, οι ενάγοντες - καλούντες είχαν δώσει εντολή στην εταιρεία να προβαίνει, για λογαριασμό τους, σε αγορά και πώληση μετοχών, κινητών αξιών, εισηγμένων στο Χρηματιστήριο και λοιπών χρηματιστηριακών πραγμάτων.

Συνεπώς, η ανωτέρω χρηματιστηριακή εταιρεία παρείχε στους ενάγοντες - καλούντες επενδυτική υπηρεσία, σχετική με χρηματοπιστωτικά μέσα, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 α Ν. 2396/1996, τα δε χρηματικά ποσά κατατίθεντο από αυτούς (ενάγοντες - καλούντες) στην άνω Α.Ε...., σε σχέση με επενδυτική υπηρεσία, ήτοι προκειμένου να επενδυθούν, κατά τις εντολές τους, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης χρηματοπιστωτικών μέσων (κυρίως μετοχών) ή άλλες συναφείς επενδυτικές συναλλαγές κινητών αξιών, με αντίστοιχη επενδυτική διακινδύνευση και συνεπώς, καλύπτονται από την Οδηγία 97/9, η οποία είναι σαφής και ορισμένη και υπερισχύει των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, στο βαθμό που αυτές αντιτίθενται στην παρεχόμενη προστασία της παραπάνω Οδηγίας.

Τα χρήματα αυτά δεν ήταν απαραίτητο να έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, καθώς είναι νομικά αδιάφορο, αν οι επενδυτικές εργασίες είχαν, όντως, πραγματοποιηθεί μέχρι την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εταιρείας, είτε όχι, αλλά αρκεί το γεγονός ότι αυτά δόθηκαν σε σχέση με επενδυτική υπηρεσία, χωρίς να τίθεται από το νόμο, ως όρος, η εκτέλεση μιας, τουλάχιστον, χρηματιστηριακής συναλλαγής ή η ύπαρξη στο χαρτοφυλάκιο των τίτλων αυτής.

Άλλωστε, δεν είχε τεθεί χρονικό όριο για την επένδυση των εν λόγω χρηματικών ποσών από την πρώτη εναγομένη Α.Ε..... Ο ισχυρισμός του δεύτερου εναγομένου, ότι τα χρήματα αυτά δόθηκαν σε εκτέλεση σύμβασης με διάφορο περιεχόμενο, δεν αποδείχθηκε από κανένα βάσιμο αποδεικτικό στοιχείο, καθώς κάτι τέτοιο δεν προκύπτει, ούτε από τα προσκομιζόμενα καταθετήρια - παραστατικά τραπεζών.

Μόνο δε το γεγονός ότι κάποιοι ενάγοντες διατηρούσαν ένα σταθερό χρηματικό ποσό, κατατεθειμένο σε λογαριασμό της εταιρείας, δεν είναι ικανό να καταδείξει την ύπαρξη άλλου είδους σχέσης, δεδομένου ότι οι ενάγοντες, δυνάμει των συμβάσεων αυτών, ανέθεσαν στην αντισυμβαλλόμενή τους εταιρεία, τη διαχείριση των κατατεθειμένων σ' αυτήν χρημάτων για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών για αόριστο χρόνο.

Ήδη δε, το εναγόμενο έχει αποζημιώσει και επενδυτές, που είχαν καταθέσει μόνο χρήματα στην πρώτη εναγομένη, από 1-1-2005 και εφεξής και ουδείς λόγος συντρέχει ώστε να διαφοροποιηθεί η περίπτωση αυτών, από τους άλλους επενδυτές, που είχαν καταθέσει χρήματα προ της ανωτέρω ημερομηνίας, ήτοι μέχρι 31-12-2004. Αποδείχθηκε δε, περαιτέρω, ότι κατά το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του 2003 μέχρι τις 17-2-2005, ημερομηνία ανάκλησης της άδειας της πρώτης εναγομένης, τα αρμόδια όργανα της τελευταίας, είτε ρευστοποιούσαν τίτλους (μετοχές) των χαρτοφυλακίων των καλούντων - εναγόντων, εν αγνοία τους και, στη συνέχεια, με την έκδοση πλαστών παραστατικών, προέβαιναν σε υπεξαίρεση του πιστωτικού υπολοίπου των επενδυτικών λογαριασμών τους (των εναγόντων) ή υπεξαιρούσαν τα χρήματα, τα οποία υπήρχαν πιστωμένα στους επενδυτικούς λογαριασμούς τους και τα οποία οι τελευταίοι είχαν καταθέσει προς αγορά μετοχών και προς διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, στο πλαίσιο των προαναφερομένων συμβάσεών τους, άλλοτε πάλι, τα χρήματα που οι επενδυτές πελάτες της εταιρείας, κατέθεταν σε τραπεζικούς λογαριασμούς της πρώτης εναγομένης, υπεξαιρέθηκαν αυθημερόν, με την ανάληψή τους, από τα στελέχη της πρώτης εναγομένης, καθόσον ουδέποτε πιστώθηκαν στους επενδυτικούς λογαριασμούς των εναγόντων.

Η πιο πάνω αδικοπρακτική συμπεριφορά των αρμοδίων οργάνων της πρώτης εναγομένης προκάλεσε ζημία στους αναφερόμενους κατωτέρω καλούντες - ενάγοντες, με αποτέλεσμα, εφόσον η εν λόγω εταιρεία περιήλθε σε οριστική και μη αναστρέψιμη αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της προς τους επενδυτές και τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση, να συντρέχει νόμιμη υποχρέωση του δευτέρου των εναγομένων "Συνεγγυητικού Κεφαλαίου" προς αποζημίωση των εναγόντων (μέχρι, κατ' ανώτατο όριο, του ποσού των 30.000 ευρώ), εφόσον υφίστανται οι σχετικές προϋποθέσεις.

Παρά τα ανωτέρω, το δεύτερο εναγόμενο αρνήθηκε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι των καλούντων - εναγόντων, με αποτέλεσμα την άσκηση της υπό κρίση αγωγής...". Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 2 παρ. 1 περ. α (I, ii) Ν. 2596/1996, 2 παρ. 12 περ.

α, δ Ν. 2533/1997, 719 ΑΚ, 90 επ. ΕμπΝ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι, υπό τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, και συγκεκριμένα ότι, (α) καθένας από τους αναιρεσίβλητους είχε καταρτίσει με την εταιρεία ... σύμβαση λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, για κατάρτιση, για λογαριασμό τους, χρηματιστηριακών συναλλαγών σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, (β) ότι στο πλαίσιο των συμβάσεων αυτών οι αναιρεσίβλητοι είχαν δώσει εντολή στην ανωτέρω εταιρεία να προβαίνει για λογαριασμό τους, σε αγορά και πώληση μετοχών, κινητών αξιών, εισηγμένων στο Χρηματιστήριο και χρηματιστηριακών πραγμάτων σε επενδυτικές εργασίες και (γ) ότι η κατάθεση εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων χρηματικών ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς της άνω χρηματιστηριακής εταιρείας, γινόταν στο πλαίσιο των συμβάσεων αυτών, προκειμένου να επενδυθούν, κατά τις εντολές τους, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης χρηματοπιστωτικών μέσων, κυρίως μετοχών ή άλλες συναφείς επενδυτικές συναλλαγές κινητών αξιών, με αντίστοιχη επενδυτική διακινδύνευση, ενόψει της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της ...

και της θέσης αυτής σε εκκαθάριση, ανακύπτει ευθύνη του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου προς αποζημίωση των αναιρεσίβλητων, χωρίς αυτή (υποχρέωση αποζημίωσης) να αναιρείται από το γεγονός ότι, μέχρι το χρόνο της άδειας λειτουργίας της χρηματιστηριακής εταιρείας, δεν είχαν εκτελεστεί όλες οι σχετικές εντολές τους (των αναιρεσιβλήτων).

Συνεπώς, ο παραπάνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, κατά το σκέλος του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τις άνω διατάξεις με ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ποιο ήταν το περιεχόμενο της ειδικής εντολής που έδωσαν οι αναιρεσίβλητοι προς την ΕΠΕΥ για την εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών, είναι αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την κατάρτιση των επίδικων συμβάσεων επενδυτικών υπηρεσιών και το περιεχόμενό τους, που συνίσταται στη λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση εντολών προς την ΕΠΕΥ για κατάρτιση χρηματιστηριακών συναλλαγών για λογαριασμό τους (των αναιρεσίβλητων), ενώ προσδιορίζεται ότι τα χρηματικά ποσά που κατέθεταν οι τελευταίοι στην ΕΠΕΥ τα κατέθεταν σε σχέση με επενδυτική υπηρεσία, δηλαδή προκειμένου να επενδυθούν, κατά τις εντολές τους, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης χρηματοπιστωτικών μέσων ή άλλες συναφείς επενδυτικές συναλλαγές κινητών αξιών, με αντίστοιχη επενδυτική διακινδύνευση και με τον τρόπο αυτό καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών να εξειδικεύονται και να προσδιορίζονται οι επιμέρους εντολές των αναιρεσιβλήτων προς την χρηματιστηριακή εταιρεία, καθώς και όλες οι συναλλαγές και τα αποτελέσματα αυτών.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής, η ανταγωγή, καθώς και η ένσταση και η αντένσταση, όχι, όμως, οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναίρεσης, προκύπτει, ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου εκείνος στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, είχε νομίμως προβληθεί ενώπιον αυτού (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 503/2018).

Ειδικότερα, αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 74/2020, ΑΠ 1465/2018, ΑΠ 179/2019).

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 69/2017, 73/2016, ΑΠ 168/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης (κατά το σκέλος του που αφορά τον έκτο αναιρεσίβλητο, Γ. Δ. και κατά το σκέλος του που αφορά τους πρώτο, δέκατη και δέκατο έκτο των αναιρεσίβλητων, Κ. Ι., Κ. Ε. και Ν. Ε., αντίστοιχα), το αναιρεσείον, προβάλλοντας πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, που πρότεινε με τις από 7-1-2020 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, περί απαραδέκτου της αγωγής, ως προς τον έκτο αναιρεσίβλητο μεν λόγω της υποβολής εκπρόθεσμης αναγγελίας της απαίτησής του προς τον Επόπτη Εκκαθάρισης, ως προς τους υπόλοιπους αναιρεσίβλητους δε, λόγω παντελούς έλλειψης αναγγελίας τους για το αναφερόμενο μέρος των απαιτήσεων του καθενός.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά αρνητικό κατά της αγωγής των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων ισχυρισμό, ενόψει του ότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 4α του Ν. 1806/1988 προθεσμία, εντός της οποίας οι επενδυτές πρέπει να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους προς τον Επόπτη Εκκαθάρισης, δεν αποτελεί προϋπόθεση για την γέννηση της ευθύνης του αναιρεσείοντος, ούτε αποτελεί προαπαιτούμενο για το παραδεκτό της κατ' αυτού αγωγής αποζημίωσης των ζημιωθέντων επενδυτών.

Επίσης, με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναίρεσης [(κατά το σκέλος του που αφορά τον δέκατο έκτο των αναιρεσίβλητων, Ν. Ε.), τον τρίτο λόγο αναίρεσης (που αφορά την δέκατη πέμπτη αναιρεσίβλητη, Σ. Σ.), τον πέμπτο λόγο αναίρεσης (που αφορά τον δέκατο τρίτο αναιρεσίβλητο, Γ. Ι.) και τον ένατο λόγο αναίρεσης, που αφορά τους αναιρεσίβλητους, Κ.

Δ. (εικοστό), Κ. Α. (ενδέκατο), Β. Α. (εικοστό όγδοο) Ο. Ι. (εικοστό τρίτο)], το αναιρεσείον, προβάλλοντας πλημμέλειες από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλείται ότι με τις από 7-1-2020 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου πρότεινε τους ακόλουθους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους δεν έλαβε υπόψη η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα, (α) περί μερικής εξόφλησης του αναιρεσίβλητου, Ν.

Ε.υ, από το Συνεγγυητικό, με καταβολή, στις 24-12-2007, ποσού 4.1446,28 ευρώ σε λογαριασμό του στην Τράπεζα ... (δεύτερος λόγος), (β) περί δεδικασμένου, που απορρέει από την 2906/2014 απορριπτική τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε επί της από 29-12-2008 αγωγής της αναιρεσίβλητης Σ. Σ., ερειδόμενης στην ίδια ιστορική και νομική αιτία και με ίδιο αίτημα, όπως και η ένδικη αγωγή (τρίτος λόγος), (γ) περί μερικής εξόφλησης του αναιρεσίβλητου, Γ.

Ι., από το Συνεγγυητικό, με καταβολή, στις 21-12-2007, ποσού 1.029,11 ευρώ σε λογαριασμό του στην ... (πέμπτος λόγος) και (δ) περί εξόφλησης από το αναιρεσείον των αναιρεσίβλητων, Κ. Δ., που έγινε με καταβολή, στις 20-12-2007, ποσού 1.392,72 ευρώ σε λογαριασμό του στην ..., Κ. Α., που έγινε με καταβολή, στις 12-4-2013, ποσού 4.851,44 ευρώ σε λογαριασμό του στην Τράπεζα ..., Β.

Α., που έγινε με καταβολή, στις 10-4-2013, ποσού 765,71 ευρώ σε λογαριασμό του στην ..., Ο. Ι., που έγινε με καταβολή, στις 20-12-2007, ποσού 8.549,26 ευρώ σε λογαριασμό του στην ... (ένατος λόγος). Οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι είναι αόριστοι και συνεπώς απαράδεκτοι, καθόσον το αναιρεσείον δεν προσδιορίζει στο αναιρετήριο ότι οι ανωτέρω, περί εξόφλησης και περί δεδικασμένου, ισχυρισμοί, προτάθηκαν παραδεκτά και νόμιμα στο Εφετείο και ειδικότερα δεν αναφέρει ότι τους εν λόγω ισχυρισμούς (το αναιρεσείον) τους είχε προτείνει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τους επανέφερε παραδεκτά με τις προτάσεις του, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δεύτερο βαθμό, ή ότι πρόκειται για ισχυρισμούς που υπάγονται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή για ισχυρισμούς που παραδεκτά, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, πρότεινε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ` αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ ΚΠολΔ. Ο αναιρετικός αυτός λόγος απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο ως άνω αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα, με επίκληση, προσκομιζόμενα έγγραφα, εκτός αν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων (ΑΠ 26/2020, ΑΠ 96/2019).

Εξάλλου, η εξώδικη ομολογία, δηλαδή εκείνη που έγινε στο πλαίσιο άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), καθώς και η περιεχόμενη σε άλλα έγγραφα, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ), ενώ η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία από έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αποτελεί κρίση περί τα πράγματα και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν με αυτόν προβάλλεται η πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη εξώδικης ομολογίας, δεν θεμελιώνεται αν, από την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται, κατά το λόγο αναίρεσης, εξώδικη ομολογία (ΑΠ 1215/2020, ΑΠ 617/2019, ΑΠ 447/2015, ΑΠ 1462/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους έκτο (που αφορά τον εικοστό έβδομο αναιρεσίβλητο, Β. Τ.), τον έβδομο (που αφορά την δεύτερη αναιρεσίβλητη, Ι. Γ.) και όγδοο (που αφορά τους ένατη αναιρεσίβλητη, Π. Σ. και εικοστό τρίτο αναιρεσίβλητο, Ο. Ι.) αναιρετικούς λόγους, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ.

γ ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, τις από 23-3-2005, 23-3-2005, 28-3-2005 και 25-2-2005 αναγγελίες των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, προς τον Επόπτη Εκκαθάρισης, τις οποίες προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις από 7-1-2020 προτάσεις του στη δευτεροβάθμια δίκη, από τις οποίες προέκυπτε εξώδικη ομολογία τους, όσον αφορά μεν τον αναιρεσίβλητο, Β.

Τ., ως προς το ύψος της οφειλόμενης προς αυτόν αποζημίωσης, το οποίο ανερχόταν σε 15.000 ευρώ και όχι σε 30.000 ευρώ που του επιδικάστηκε, όσον αφορά δε τους υπόλοιπους αναιρεσίβλητους, ότι τα ποσά των 11.885,23 ευρώ, 4.999,08 ευρώ και 6.142 ευρώ, αντίστοιχα, που κατέθεσαν στην χρηματιστηριακή εταιρεία ..., τα κατέθεσαν, προκειμένου η εταιρεία να διενεργήσει για λογαριασμό τους τραπεζικές συναλλαγές (όσον αφορά την αναιρεσίβλητη, Ι.

Γ.) και προκειμένου να συμμετάσχει για λογαριασμό τους σην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας ... (όσον αφορά τους αναιρεσίβλητους Π. Σ. Ο. Ι.) και όχι για τη διενέργεια χρηματιστηριακών εργασιών. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ.

ιδίως τη δεύτερη σελίδα του 18ου φύλλου και την πρώτη σελίδα του 19ου φύλλου αυτής), προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις αναγγελίες όλων των αναιρεσίβλητων επενδυτών προς τον Επόπτη Εκκαθάρισης της ..., συνεπώς και τις αναγγελίες των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, Β. Τ., Ι. Γ.ς, Π. Σ.ς Ο. Ι., έστω και αν δεν γίνεται ειδική αναφορά σ' αυτές, οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα (άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ), η δε κρίση του Δικαστηρίου για το αν από αυτές συνάγονταν οι επικαλούμενες από το αναιρεσείον εξώδικες ομολογίες των ανωτέρω αναιρεσίβλητων είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, διότι αναφέρεται σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επίσης, με τους δεύτερο (υπό στοιχεία γ, Β και Γ), τρίτο (κατά το δεύτερο σκέλος του), πέμπτο (κατά το δεύτερο σκέλος), έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο (κατά το δεύτερο σκέλος του), δέκατο (κατά το πρώτο σκέλος του) και ενδέκατο λόγους αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που αυτό επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του στη δευτεροβάθμια δίκη και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη: (α) την υπ' αριθ.

πρωτ. .../2009 επιστολή του Εκκαθαριστή της εταιρείας "..." και την την υπ' αριθ. πρωτ. .../9-2-2006 αναγγελία του αναιρεσίβλητου Γ. Δ., τις αναγγελίες των αναιρεσίβλητων Κ. Ι., Κ. Ε. και Ν. Ε.υ, την με αριθ. πρωτ. .../2007 επιστολή του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο Ν. Ε., αντίγραφο του τραπεζικού λογαριασμού αυτού στην Τράπεζα ...

και αντίγραφο καταθετηρίου της 24-12-2007 στην Τράπεζα ..., που αφορά τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο (δεύτερος λόγος), (β) την από 29-12-2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης Σ. Σ.ς, την επ' αυτής εκδοθείσα 2906/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και το υπ' αριθ. 92/2020 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, περί μη άσκησης έφεσης από την αναιρεσίβλητη Σ.

Σ. (τρίτος λόγος), (γ) αντίγραφο της υπ' αριθ. πρωτ. 2246/2007 επιστολής του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο Γ. Ι. με την συνημμένη σ' αυτήν από 29-11-2007 απαντητική επιστολή του τελευταίου, αντίγραφο του τραπεζικού του λογαριασμού στην ... και αντίγραφο καταθετηρίου της 21-12-2007 προς την άνω Τράπεζα (πέμπτος λόγος), (δ) την από 23-3-2005 αναγγελία του αναιρεσίβλητου, Β.

Τ., προς τον Επόπτη Εκκαθάρισης (έκτος λόγος), (ε) την αναγγελία της αναιρεσίβλητης, Ι. Γ.ς, προς τον Επόπτη Εκκαθάρισης (έβδομος λόγος), (στ) τις από 28-3-2005 και 25-2-2005 αναγγελίες των αναιρεσίβλητων, Π. Σ.ς Ο. Ι., αντίστοιχα, προς τον Επόπτη Εκκαθάρισης (όγδοος λόγος), (ζ) την υπ' αριθ. πρωτ. 596/15-2-2013 επιστολή του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο, Κ.

Α., την από 1-3-2013 απαντητική επιστολή του τελευταίου και το από 12-4-2013 έγγραφο παραστατικό της Τράπεζας ..., που αφορά τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο, την υπ' αριθ. πρωτ. 862/15-2-2013 επιστολή του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο, Β. Α., την από 4-3-2013 απαντητική επιστολή του τελευταίου και το από 10-4-2013 έγγραφο παραστατικό της Εθνικής Τράπεζας, που αφορά τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο Κ.

Α., την υπ' αριθ. πρωτ. 2543/29-10-2007 επιστολή του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο, Κ. Δ., την από 5-11-2007 απαντητική επιστολή του τελευταίου και το από 20-12-2007 έγγραφο παραστατικό της Εθνικής Τράπεζας, που αφορά τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο, καθώς και την υπ' αριθ. πρωτ. 2795/29-10-2007 επιστολή του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο, Ο.

Ι., την από 5-11-2007 απαντητική επιστολή του τελευταίου και το από 20-12-2007 έγγραφο παραστατικό της Εθνικής Τράπεζας, που αφορά τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο (ένατος λόγος) (η) τις από 31-10-2005 παρατηρήσεις του Επόπτη εκκαθάρισης που αφορά τον εικοστό ένατο αναιρεσίβλητο, Β. Β. (δέκατος λόγος) και (θ) έγγραφο της εταιρείας ...

περί διαρθώσεως του χαρτοφυλακίου της εικοστής πέμπτης αναιρεσίβλητης, Γ. Α. και αντίγραφο της χρηματικής καρτέλλας αυτής (ενδέκατος λόγος). Όπως, όμως, προκύπτει από την ενυπάρχουσα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νόμιμα, με επίκληση, από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στους ανωτέρω λόγους αναίρεσης, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένο να κάνει μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στην έκβαση της δίκης.

Επομένως, οι πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 421 ΑΚ, αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο. Από τον ερμηνευτικό της βουλήσεως των μερών κανόνα που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι όταν ο οφειλέτης σε εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής αναλαμβάνει νέα υποχρέωση για άλλη διαφορετική παροχή, αποτελεί ζήτημα ερμηνείας της βούλησης των μερών, αν αυτά, την ανάληψη της νέας αυτής υποχρέωσης, ήθελαν "αντί καταβολής", δηλαδή σε αντικατάσταση και απόσβεση της οφειλόμενης ή "χάριν καταβολής" και προς το σκοπό της μελλοντικής εκπλήρωσης της οφειλόμενης.

Με την πρώτη έννοια, μόλις γίνει ανάληψη της νέας υποχρέωσης, η αρχική αυτοδικαίως αποσβήνεται, αυτή δε η σύμβαση συμπίπτει με την ανανέωση (άρθρο 436 ΑΚ), για το κύρος της οποίας (σύμβασης ανανέωσης ενοχής) απαραίτητος όρος είναι να υπάρχει σκοπός των συμβαλλομένων μερών για κατάργηση της υφιστάμενης ενοχής με τη σύσταση νέας, ο οποίος (σκοπός) δεν εικάζεται, αλλά πρέπει να γίνεται επίκλησή του και να αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο αυτόν.

Με τη δεύτερη έννοια, αντίθετα, ενώ σώζεται η αρχική υποχρέωση, γεννιέται προσθέτως και νέα, ούτως ώστε ο δανειστής έχει παράλληλα δύο απαιτήσεις. Τέτοια περίπτωση αποτελεί και η έκδοση επιταγής, προς ικανοποίηση του δανειστή, η οποία δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση του χρέους, διότι θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, εκτός αν συμφωνήθηκε ή προκύπτει από τις περιστάσεις σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής, με τη σύσταση της νέας.

Έτσι, μόνη η παράδοση στον δανειστή από τον οφειλέτη τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής της αρχικής υποχρέωσης.

Έτσι δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής, είτε αυτή γίνεται με μετρητά είτε με πίστωση του λογαριασμού του κομιστή της. Δεν αποκλείεται όμως η παράδοση της επιταγής να συνιστά υπόσχεση αντί καταβολής, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα του ανωτέρω άρθρου 421 ΑΚ, όταν εκδηλώνεται σαφής (ρητή ή σιωπηρή) περί τούτου βούληση των μερών, οπότε η απόσβεση της απαίτησης του δανειστή επέρχεται άμεσα ή από τον μεταγενέστερο χρόνο που τα μέρη συμφώνησαν (λ.χ.

επί μεταχρονολογημένης επιταγής). Τη συμφωνία αυτή πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει αυτός που προβάλλει απόσβεση (εξόφληση) της απαίτησης του δανειστή με την έκδοση ή οπισθογράφηση και παράδοση της επιταγής, η οποία έτσι δεν αποσβήνεται, παρά μόνο αν ο δανειστής με την εκπλήρωση της νέας υποχρέωσης από τον εν λόγω πιστωτικό τίτλο, ικανοποιηθεί για την αρχική (ΑΠ 326/2018, ΑΠ 1285/2017, ΑΠ 840/2015, ΑΠ 279/2015, ΑΠ 1289/2013).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, με σκοπό αποδοχής του και πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη (ΑΠ 303/2020, ΑΠ 1215/2020, ΑΠ 719/2020).

Σε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας δεν λάβει υπόψη δικαστική ομολογία που είχε επικαλεσθεί νομίμως ο διάδικος, για ισχυρισμό που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υπό την προϋπόθεση ότι το δικαστήριο αυτό, στο οποίο έγινε επίκληση της δικαστικής ομολογίας, δέχθηκε διαφορετικό πόρισμα από το αναφερόμενο σ' αυτή, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.11 γ ΚΠολΔ (ΑΠ 336/2020, ΑΠ 1025/2019, ΑΠ 450/2019, ΑΠ 685/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του δέκατου λόγου αναίρεσης (που αφορά τον εικοστό ένατο αναιρεσίβλητο, Β. Β.) το αναιρεσείον, προβάλλοντας πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλείται, ότι με τις από 7-1-2020 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου πρόβαλε τον ισχυρισμό, ότι τυχόν οφειλή της ...

προς αποζημίωση του ανωτέρω αναιρεσίβλητου αντικαταστάθηκε από την ενοχή επιταγής, την οποία εξέδωσε, στις 20-4-2005, ο νόμιμος εκπρόσωπος της ..., Π. Μ., σε διαταγή του ανωτέρω αναιρεσίβλητου, ποσού 112.808,12 ευρώ, η οποία (επιταγή) εμφανίστηκε προς πληρωμή στις 25-2-2005, αλλά δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης επαρκούς υπολοίπου και ότι με την έκδοση της εν λόγω επιταγής αποσβέστηκε η παλαιά ενοχή του αναιρεσίβλητου και αντικαταστάθηκε από την απαίτησή του από την επιταγή αυτή, κατ' άρθρο 421 ΑΚ, για την οποία δεν ευθύνεται το αναιρεσείον Συνεγγυητικό.

Περαιτέρω, επικαλείται ότι η συμφωνία για την απόσβεση της παλαιάς ενοχής αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος υπέβαλε μήνυση κατά του προαναφερόμενου νομίμου εκπροσώπου της ... μόνο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ενώ αν υφίστατο και η παλαιά ενοχή θα τον καταμήνυε και για υπεξαίρεση και ότι από τη μήνυση αυτή συνάγεται δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου, την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη.

Ο ανωτέρω λόγος, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι προεχόντως αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, καθόσον το αναιρεσείον δεν προσδιορίζει στο αναιρετήριο ότι τον ανωτέρω ισχυρισμό είχε προτείνει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τον επανέφερε παραδεκτά με τις προτάσεις, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δεύτερο βαθμό ή ότι υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή ότι πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, τον πρότεινε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη.

Σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι αλυσιτελής και συνεπώς, απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση, μόνη η έκδοση και παράδοση στον εν λόγω αναιρεσίβλητο της ανωτέρω επιταγής, η οποία, όπως εκτίθεται, δεν πληρώθηκε κατά την εμφάνισή της, δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, και, συνεπώς, δεν επέφερε την απόσβεση της αρχικής υποχρέωσης του αναιρεσείοντος, δηλαδή την αξίωση αποζημίωσης, καθώς το τελευταίο δεν επικαλείται σαφή συμφωνία των διαδίκων περί απόσβεσης της αρχικής αξίωσης αποζημίωσης, ούτε την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας αποτελεί η επίκληση του αναιρεσείοντος ότι ο ανωτέρω αναιρεσείων υπέβαλε μήνυση κατά του νομίμου εκπροσώπου της ..., Π.

Μ., μόνο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής, ενώ, αν υπήρχε η παλαιά ενοχή θα υπέβαλε εναντίον του μήνυση και για υπεξαίρεση. Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος, κατά το σκέλος του από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι η υποβολή μήνυσης με το ανωτέρω περιεχόμενο δεν συνιστά δικαστική ομολογία για την ύπαρξη συμφωνίας περί απόσβεσης της αξίωσης αποζημίωσης του ανωτέρω αναιρεσίβλητου και σε κάθε περίπτωση είναι απαράδεκτος, διότι προτείνεται για την απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού που δεν είναι νόμιμος.

Επίσης, με τον ίδιο (δέκατο) λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι περιέχει ανεπαρκή αιτιολογία με την αναφορά, στη σελίδα 27α ότι, "Ως προς τον ενάγοντα - καλούντα Β. Β., με κωδικό ΧΑΑ 15241, ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, κ.

Μ., εξέδωσε σε διαταγή του, την υπ' αριθ. ... επιταγή της ... Τράπεζας, πληρωτέα στις 20-4-2005, ποσού 112.808,12 ευρώ, το οποίο φερόταν να αποτελεί πιστωτικό υπόλοιπο του επενδυτικού του λογαριασμού...", καθιστώντας έτσι το γεγονός της κατάθεσης του άνω χρηματικού ποσού ως αβέβαιο. Ο λόγος αυτός, είναι αόριστος και, συνεπώς, απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε διαλαμβάνονται σ' αυτόν με πληρότητα οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης αναφορικά με τον ανωτέρω αναιρεσίβλητο, Β.

Β., ώστε να είναι εφικτή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, ενώ δεν αρκεί η γενική έκφραση του αναιρεσείοντος για ανεπάρκεια των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ούτε η παράθεση της ανωτέρω, όλως περιορισμένης, μεμονωμένης και κατ' επιλογήν του (αναιρεσείοντος) αποσπασματικής παραδοχής της απόφασης (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 1008/2018, ΑΠ 286/2016, ΑΠ 69/2016).

Περαιτέρω, με το επικουρικό σκέλος του δέκατου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον, προβάλλοντας πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλείται ότι, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η έκδοση της ανωτέρω επιταγής έγινε χάριν καταβολής, με τις από 7-1-2020 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου πρόβαλε τον ισχυρισμό (αναβλητική ένσταση), ότι ο αναιρεσίβλητος είχε υποχρέωση αρχικά να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής του από την προαναφερόμενη επιταγή (νέα ενοχή) και σε περίπτωση μη ικανοποίησής του από αυτήν να επιδιώξει την ικανοποίηση της παλαιάς ενοχής.

Και αυτός ο λόγος είναι προεχόντως αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, καθόσον το αναιρεσείον δεν προσδιορίζει στο αναιρετήριο ότι τον ανωτέρω ισχυρισμό είχε προτείνει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τον επανέφερε παραδεκτά με τις προτάσεις, κατ' άρθρο 240 ΚΠολΔ, και στο δεύτερο βαθμό ή ότι υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή ότι πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, τον πρότεινε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη.

Σε κάθε περίπτωση ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος είναι αλυσιτελής και, συνεπώς, απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος μπορούσε να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησής του, ασκώντας παράλληλα και τις δύο αξιώσεις, οπότε με την ικανοποίηση της νέας αξίωσης θα αποσβηνόταν τόσο η νέα, όσο και η παλιά ενοχή.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 421/2019, ΑΠ 164/2017).

Μέσω του παραπάνω ελέγχεται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 30/2021, ΑΠ 370/2014). Εξάλλου, επί παραλείψεως κήρυξης προσωρινού απαραδέκτου, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης, ο ανωτέρω λόγος στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης που προηγήθηκε, όπως είναι η ακυρότητα της κλήτευσης ή (και) προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της ακρόασης και της υπεράσπισης (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ) ( ΟλΑΠ 12/2000, ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 452/2011).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη, κατά το πρώτο σκέλος του μεν, στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε την από 4-10-2013 έφεση κατά της 3710/2010 πρωτόδικης απόφασης ως απαράδεκτη κατά το μέρος που αφορούσε την αναιρεσίβλητη Κ.

Κ., και κατά το δεύτερο σκέλος του, στο ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης αυτής ως προς την αναιρεσίβλητη Δ. Κ., το απαράδεκτο δε αυτό το αναιρεσείον πρότεινε, παραδεκτά κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις από 7-1-2020 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, αναφορικά με τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ένδικη, από 22-12-2008, αγωγή ασκήθηκε μόνο από τις αναιρεσίβλητες, Κ. Κ. και Ε. Κ. (όχι και από την Δ. Κ.), με την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Ν. Κ.. Οι ανωτέρω δύο ενάγουσες άσκησαν και την από 4-10-2013 έφεση κατά της 3710/2010 πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 4928/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα αναιρετικό λόγο μέρος, η εν λόγω έφεση απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς τις ανωτέρω εκκαλούσες, Ε. Κ. και Κ. Κ.. Την απόφαση αυτή πρόσβαλε με την από 20-7-2017 αίτηση αναίρεσης (επί της οποίας, όπως εκτίθεται πιο κάτω, εκδόθηκε η 106/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου) μόνο η αναιρεσίβλητη Ε. Κ..

Συνεπώς, όσον αφορά την αναιρεσίβλητη, Κ. Κ., που δεν άσκησε αναίρεση, μετά την, ως προς αυτήν, κατ' ουσίαν απόρριψη της από 4-10-2013 έφεσης με την 4928/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η πρωτόδικη με αριθμό 3710/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι αμετάκλητη. Περαιτέρω, μετά την έκδοση της ανωτέρω 106/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 4928/2015 απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απέρριψε την από 4-10-2013 έφεση ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου με την επωνυμία "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών", οι αναιρεσίβλητοι, με την από 5-4-2019 κλήση επανέφεραν προς συζήτηση την από 4-10-2013 έφεσή τους, μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.

Μεταξύ των καλούντων περιλαμβάνονται, η Κ. Κ., ως προς την οποία, όπως προαναφέρθηκε, η πρωτόδικη απόφαση (3710/2010) είχε καταστεί αμετάκλητη και, συνεπώς, ως προς αυτήν η από 4-10-2013 έφεση ήταν απαράδεκτη. Επίσης, καλούσα ήταν και η Δ. Κ., επικαλούμενη την ιδιότητά της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της Ν. Κ., η οποία, όμως, δεν ήταν ενάγουσα στην ένδικη, από 22-12-2008, αγωγή, ούτε εκκαλούσα στην από 4-10-2013 έφεση και, συνεπώς, ως προς αυτήν η συζήτηση της ανωτέρω έφεσης ήταν απαράδεκτη, καθόσον το απαράδεκτο της συζήτησής της, επιβάλλεται από το νόμο προς κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης, που προηγήθηκε, δηλαδή της ακυρότητας της κλήτευσης του αναιρεσείοντος.

Συνεπώς, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε παραδεκτή την έφεση ως προς την αναιρεσίβλητη Κ. Κ. και παραδεκτή τη συζήτησή της ως προς την αναιρεσίβλητη Δ. Κ., παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο, γι' αυτό και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 2354/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το ανωτέρω κεφάλαιό της και, ενόψει του ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η υπόθεση κατά το κεφάλαιο τούτο δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο κατ' ουσία (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στη συνέχεια, το ως Εφετείο δικάζον πλέον Δικαστήριο τούτο (άρθρο 522 ΚΠολΔ), πρέπει να εξαφανίσει (κατά το ανωτέρω κεφάλαιο) την προσβαλλόμενη με την, από 4-10-2013, έφεση με αριθμό 2354/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να απορρίψει την έφεση ως απαράδεκτη κατά το μέρος που ασκείται από την ενάγουσα - εκκαλούσα, Κ.

Κ., να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της έφεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η εκκαλούσα, Κ. Κ., στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου Συνεγγυητικού Κεφαλαίου (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το σχετικό αίτημά του, και να κηρύξει απαράδεκτη την συζήτησή της ως προς την καλούσα, Δ.

Κ. (άρθρο 532 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στο αναιρεσείον (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, Κ. Κ. και Δ. Κ., λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό αίτημά του, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), να καταδικαστεί, όμως, το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των υπόλοιπων αναιρεσίβλητων, ως προς τους οποίους η αναίρεση δεν ευδοκίμησε, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την 2354/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στο αναιρεσείον. ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν κεφάλαιο.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη την από 4-10-2013 έφεση κατά το μέρος που ασκείται από την ενάγουσα - εκκαλούσα, Κ. Κ..

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της έφεσης παραβόλου.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα, Κ. Κ., στα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της ανωτέρω έφεσης κατά το μέρος που ασκείται από την καλούσα, Δ. Κ..

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των υπόλοιπων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ