470/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated470/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την έννοια δε των διατάξεων των άρθρων 974 και 1045 του ίδιου ΑΚ άσκηση νομής στο ακίνητο, η οποία, μετά τη συμπλήρωση του νόμιμου χρόνου (εικοσαετία), οδηγεί στην κτήση της κυριότητας με χρησικτησία, συνιστούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος και με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να εξουσιάζει το πράγμα.
Full text
Απόφαση 470 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 470/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Κ. Π. του Γ. και 2. Φ. χήρας Γ. Π., το γένος Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σάμπαλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. συζ. Ν. Β., το γένος Δ., και 2) Ν. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Δελφάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2009 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης και την από 11-1-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Μεγαλόπολης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2011 του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε τις αγωγές στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρίπολης, 41/2012 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρίπολης, και 13/2014 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-9-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 19-1-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από της διατάξεις των άρθρων 1033, 1710 παρ.1, 1094 του ΑΚ και 216 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το ορισμένο της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου, η οποία στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας, δηλαδή σε σύμβαση ή κληρονομική διαδοχή, απαιτείται εκτός των άλλων να αναφέρεται στην αγωγή και ότι ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος ήταν κύριος του ακινήτου.
Καθορισμός του τρόπου κτήσεως της κυριότητας από τον δικαιοπάροχο του ενάγοντος δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίος. Αν όμως ο εναγόμενος αμφισβητήσει με τις προτάσεις του την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος επί του επιδίκου, οφείλει ο τελευταίος (ενάγων) να προσδιορίσει με την προσθήκη των προτάσεών του τον τρόπο κτήσεως του δικαιοπαρόχου του και εν ανάγκη και των δικαιοπαρόχων εκείνου, μέχρι την αναγωγή σε πρωτότυπη κτήση κυριότητας (χρησικτησία).
Κατά την έννοια δε των διατάξεων των άρθρων 974 και 1045 του ίδιου ΑΚ άσκηση νομής στο ακίνητο, η οποία, μετά τη συμπλήρωση του νόμιμου χρόνου (εικοσαετία), οδηγεί στην κτήση της κυριότητας με χρησικτησία, συνιστούν οι υλικές και εμφανείς πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος και με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να εξουσιάζει το πράγμα.
Εάν, τέλος, παρά την κατά τα ανωτέρω αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της κυριότητας του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος ο τελευταίος δεν συμπληρώσει την αγωγή κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, η αγωγή είναι αόριστη και απορριπτέα γι' αυτό τον λόγο (απαράδεκτη).
Εν προκειμένω από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη Δ. Β. - Δ., με την από 16-2-2009 αγωγή της, που άσκησε στο Ειρηνοδικείο Μεγαλουπόλεως, ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία των αναφερόμενων στην αγωγή δέκα αγροτικών ακινήτων που βρίσκονται στο δημοτικό διαμέρισμα Γέφυρας Μεγαλουπόλεως και περιήλθαν σ' αυτήν με έκτακτη χρησικτησία, κυριότητα την οποία αμφισβητεί ο εναγόμενος και ήδη πρώτος αναιρεσείων Κ.
Π., οι δε αναιρεσείοντες Κ. Π. και Φ. Π., με την από 11-1-2010 αγωγή τους, που άσκησαν στο ίδιο Ειρηνοδικείο κατά των αναιρεσιβλήτων Δ. Β. και Ν. Β., ζήτησαν να αναγνωρισθούν αυτοί συγκύριοι κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη των αναφερόμενων στην αγωγή τους δύο εκ των ανωτέρω δέκα ακινήτων και ειδικότερα δύο αγροτεμαχίων εκτάσεως του καθενός πέντε στρεμμάτων που βρίσκονται στη θέση "..." ή "..." το πρώτο και στη θέση "..." ...
το δεύτερο και τα οποία περιήλθαν σ' αυτούς με τον αναφερόμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή). Το Ειρηνοδικείο Μεγαλουπόλεως ένωσε προς συνεκδίκαση τις ανωτέρω αγωγές και με την υπ' αριθμ.14/2011 απόφασή του κηρύχθηκε καθ' ύλην αναρμόδιο για την εκδίκασή τους και τις παρέπεμψε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τριπόλεως, ως καθ' ύλην αρμόδιο δικαστήριο, το τελευταίο δε τούτο δικαστήριο, δικάζοντας ερήμην των ήδη αναιρεσιβλήτων και λόγω της ερημοδικίας τους αυτής απέρριψε την αγωγή της πρώτης από αυτούς Δ.
Β., δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσειόντων κατά των αναιρεσιβλήτων και αναγνώρισε τους πρώτους συγκυρίους ως ανωτέρω των ειρημένων δύο επίδικων ακινήτων. Το Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου, στο οποίο ήχθη η υπόθεση κατόπιν εφέσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε την έφεση αυτή, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και μετά την εξέταση των αγωγών απέρριψε ως αόριστη την αγωγή των αναιρεσειόντων, δέχθηκε την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης και αναγνώρισε την τελευταία κυρία των επίδικων δέκα ακινήτων.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την απορριφθείσα αγωγή των αναιρεσειόντων, οι αναιρεσείοντες αναφέρουν σ' αυτήν ότι τα ανωτέρω δύο ακίνητα περιήλθαν στην ιδιοκτησία τους δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσης υπ' αριθ. .../10-1-2005 συμβολαιογραφικής πράξεως αποδοχής κληρονομίας του συζύγου της πρώτης και πατέρα του δευτέρου των αναιρεσειόντων Γ.
Π. που απεβίωσε την 3-1-2004, στον αποβιώσαντα δε Γ. Π. τα ανωτέρω ακίνητα περιήλθαν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή με γονική παροχή που συστάθηκε προς αυτόν από τη μητέρα του χήρα Κ. Π. δυνάμει του υπ' αριθμ. .../18-12-1984 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Χρόνη, νομίμως μεταγεγραμμένου. Οι αναιρεσίβλητοι, που κατά τα προεκτεθέντα είχαν ερημοδικήσει στον πρώτο βαθμό, με την από 25-6-2012 έφεσή τους αμφισβήτησαν νομίμως, κατ' άρθρον 528 εδ.
β' του ΚΠολΔ, την κυριότητα των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων στα επίδικα ως άνω δύο ακίνητα, οι δε αναιρεσείοντες με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους α)επικαλούνται τους προρρηθέντες τίτλους τους, ήτοι την υπ' αριθμ. .../10-1-2005 δήλωση αποδοχής κληρονομίας και το υπ' αριθμ. .../18-12-1984 συμβόλαιο γονικής παροχής προς τον δικαιοπάροχο τους Κ.
Π., αναφέροντας εν συνεχεία ότι ο τελευταίος "έκτοτε τα ενέμετο διανοία κυρίου χωρίς κανείς να τον ενοχλεί (η δε δικαιοπάροχός του Μ. τα ενέμετο αδιαταράκτως πέραν της πεντηκονταετίας) και έπραττε τούτο πέραν της εικοσαετίας", όπως και οι ίδιοι (οι αναιρεσείοντες) έπρατταν μέχρι το 2009, β) επικαλούνται την από 4-1-2005 δήλωση φόρου κληρονομίας που υπέβαλαν ( οι αναιρεσείοντες) στη ΔΟΥ Πετρουπόλεως και τα από 13-5-2005 έντυπα Ε 9 της Εφορίας που αφορούν τα επίδικα, και αναφέρουν εν συνεχεία "ομοίως ο Γ.
Π. είχε μεταβεί στη ΔΟΥ Μεγαλουπόλεως μαζί με τη μητέρα του Μ. και στη συνέχεια έγινε έκθεση ελέγχου στα επίδικα αγροτεμάχια στις 18-12-1984 και πληρώθηκε ο σχετικός φόρος μεταβίβασης (από 18-12-1984 έκθεση ελέγχου της ΔΟΥ και υπ' αριθμ. 3568499 διπλότυπο είσπραξης ΔΟΥ). Ομοίως είχαν πληρωθεί πρόσθετοι φόροι κ.λ.π. μεταβίβασης και ανελλιπώς τα ακίνητα δηλώνονταν στα Ε 9 της Εφορίας κατά τα μετέπειτα έτη (ενδεικτικά σχετ. 24, Ε 9 του 1997, 1998,)", και, τέλος, γ) ισχυρίζονται και τα εξής: "Και ναι μεν δεν κατοικούμε μόνιμα στη … ή στο χωριό …, όμως επισκεπτόμασταν και επισκεπτόμαστε στο χωριό τα επίδικα αγροτεμάχια.
Το 2003 είχαμε ζητήσει από τον τοπικό υπάλληλο δασαρχείου να μας βοηθήσει στην εύρεση των επακριβών ορίων κάποιων αγροτεμαχίων μας, κάτι που έγινε με υπόδειξη ντόπιου ονόματι Ν. Τ.. Ομοίως είχαμε προτείνει σε τοπικό γεωργό, ονόματι Α. Τ., να μισθώσει κάποια από αυτά από εμάς έναντι ανταλλάγματος, και εν συνεχεία τα είχαμε βάλει αγγελία για πώληση σε εφημερίδα.
Αυτά αποδεικνύουν μεταξύ άλλων ότι τα επισκεπτόμασταν και είχαμε τη βούληση να τα εκμεταλλευτούμε διανοία κύριου". Από τους απώτερω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων στο Εφετείο προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν καμία συγκεκριμένη πράξη νομής υπό την προεκτεθείσα έννοια των ανωτέρων δικαιοπαρόχων τους μέχρι τη σύνταξη του υπ' αριθμ. .../18-12-1984 συμβολαίου γονικής παροχής, με το οποίο φέρεται ότι τα επίδικα ακίνητα μεταβιβάστηκαν στον άμεσο δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Γ.
Π. από τη μητέρα εκείνου Μ. χήρα Κ. Π., τούτο δε πέραν του ότι οι ίδιοι (αναιρεσείοντες) δεν αναφέρουν καθόλου στην αγωγή τους, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν αντίστοιχο περιεχόμενο της, ότι η απώτερη αυτή δικαιοπάροχος τους Μ. Π. ήταν κυρία των επιδίκων που φέρεται ότι μεταβίβασε στον Γ. Π. με το ειρημένο συμβόλαιο γονικής παροχής, στοιχείο απαραίτητο για τη μεταβίβαση της κυριότητας των ακινήτων, κατά τα προεκτεθέντα.
Ενόψει δε τούτων, ότι δηλαδή οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται πράξεις νομής της απώτερης δικαιοπαρόχου τους Μ. Π. μέχρι την κατά την 18-12-1984 γονική παροχή της προς τον Γ. Π. των επιδίκων, και επειδή από την ημερομηνία αυτή μέχρι τον κατά την 3-1-2004 θάνατο του Γ. Π. και την επαγωγή της κληρονομίας στους αναιρεσείοντες δεν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος χρόνος της εικοσαετίας για την απόκτηση της κυριότητας, κατά το ειρημένο άρθρο 1045 του ΑΚ, οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες ως πράξεις νομής ενέργειες του άμεσου δικαιοπαρόχου τους Γ.
Π., προς θεμελίωση της κυριότητας εκείνου επί των επιδίκων, προβάλλονται αλυσιτελώς και δεν ασκούν έννομη επιρροή εν προκειμένω. Εν πάση δε περιπτώσει και ανεξαρτήτως τούτου οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν πράξεις νομής του ανωτέρου δικαιοπαρόχου τους Γ. Π. επί των επιδίκων οι οποίες να προσπορίζουν σ' αυτόν δικαίωμα κυριότητας με χρησικτησία, αφού μόνη η επικαλούμενη καταβολή του φόρου μεταβίβασης (γονικής παροχής) σύμφωνα με την από 18-12-1984 έκθεση ελέγχου της ΔΟΥ Μεγαλουπόλεως, παρακολούθημα άλλωστε της φερόμενης ως μεταβίβασης, δεν αποτελεί, ως μη εμφανής υλική πράξη επί των επιδίκων, πράξη νομής υπό την προεκτεθείσα έννοια, δεν αρκεί πάντως για την απόκτηση των ακινήτων με χρησικτησία, απαιτουμένης προς τούτο εικοσαετούς νομής κατά την προρρηθείσα διάταξη του άρθρου 1045 του ΑΚ, την οποία (εικοσαετή νομή) επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες και η οποία όμως δεν συμπληρώνεται εν πάση περιπτώσει από το έτος 1997 και εντεύθεν μέχρι τον θάνατο του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και την επαγωγή σ' αυτούς της κληρονομίας τους (3-1-2004) με την από το έτος εκείνο (1997) δήλωση των ακινήτων στο έντυπο Ε 9 της Εφορίας, την οποία (δήλωση) οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ως πράξη νομής του δικαιοπαρόχου τους επί των επιδίκων.
Οι δε επισκέψεις των ιδίων των αναιρεσειόντων στα επίδικα αγροτεμάχια και η αναζήτηση των ορίων τους κατά το έτος 2003, ζώντος δηλαδή ακόμη του μετέπειτα δικαιοπαρόχου τους Γ. Π., καθώς και η προσπάθεια τους να εκμισθώσουν "κάποια από αυτά", ως πράξεις νομής των ιδίων, δεν ασκούν επίσης έννομη επιρροή εν προκειμένω, αφού η αγωγή τους στηρίζεται, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στον παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας (κληρονομική διαδοχή), όπως, για τον ίδιο λόγο, δεν ασκούν επιρροή και οι φερόμενες ως πράξεις νομής των ιδίων από 4-1-2005 δήλωση φόρου κληρονομίας και δήλωση των επιδίκων στα έντυπα Ε 9 της Εφορίας των ετών 2009 και εφεξής, και οι οποίες άλλωστε πράξεις δεν καλύπτουν τον απαιτούμενο ως άνω χρόνο (εικοσαετία) της χρησικτησίας.
Επομένως, αφού δηλαδή οι αναιρεσείοντες δεν συμπλήρωσαν την αγωγή τους, στηριζόμενη σε παράγωγο τρόπο κτήσεως κυριότητας, ως προς την αμφισβητηθείσα ως ανωτέρω από τους αναιρεσιβλήτους - εναγομένους κυριότητα των φερόμενων ως δικαιοπαρόχων τους μέχρι την αναγωγή σε πρωτότυπο τρόπο κτήσεως της κυριότητας (χρησικτησία), η αγωγή αυτή των αναιρεσειόντων είναι αόριστη, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, και το Εφετείο, που απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή, καθώς και την ένσταση ιδίας κυριότητας που οι αναιρεσείοντες ως εναγόμενοι είχαν προτείνει, υπό τα ίδια περιστατικά, κατά της αγωγής των αναιρεσιβλήτων, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τους λόγους αναιρέσεως, από τον αριθμό αυτό (όχι και 1,8 και 11), του υπό στοιχ .Β' κεφαλαίου της αιτήσεώς τους.
ΙΙ.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Η πρώτη από τις ανωτέρω περιπτώσεις αναιρέσεως δεν συντρέχει όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κατάθεση μάρτυρα που μπορεί να έχει συμφέρον από τη δίκη και του οποίου όμως η εξαίρεση δεν προτάθηκε από τον διάδικο πριν ο μάρτυρας ορκιστεί, σύμφωνα με τα άρθρα 400 περ. 3 και 403 παρ.2 του ΚΠολΔ, η δεύτερη περίπτωση δεν συντρέχει όταν το δικαστήριο επικουρικά έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσον που δεν προσκομίστηκε, στηρίχθηκε δε κυρίως σε άλλα, επαρκή, αποδεικτικά μέσα, νομίμως προσκομισθέντα, ενώ, τέλος, και η τρίτη από τις ανωτέρω περιπτώσεις αναιρέσεως του αρ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται επίσης όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικο. Τέλος, και ο αναιρετικός λόγος από τον αρ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε ουσιώδη πράγματα ως αληθή χωρίς απόδειξη δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο στήριξε την κρίση του στις αποδείξεις που προσκόμισαν οι διάδικοι.
Εν προκειμένω από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη την φερόμενη ομολογία που περιέχεται στην αγωγή των αναιρεσιβλήτων ότι οι τελευταίοι γνώριζαν την ύπαρξη και τη μεταγραφή του ειρημένου υπ' αριθμ. .../18-12-1984 συμβολαίου γονικής παροχής το οποίο επικαλέσθηκαν οι αναιρεσείοντες ως τίτλο κυριότητας του δικαιοπαρόχου τους Γ.
Π., το οποίο άλλωστε συμβόλαιο οι αναιρεσίβλητοι πρόβαλαν ως αμφισβήτηση της κυριότητάς τους στα επίδικα, και τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον υπό στοιχ. Γ1, από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς τους, όπως εκτιμάται, κατά το νοηματικό του περιεχόμενο, είναι αβάσιμα.
Περαιτέρω από την ίδια απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ρητώς μνημονευόμενη ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Δ. Π. που εξετάστηκε στο Ειρηνοδικείο Μεγαλουπόλεως με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων και περιέχεται στα υπ' αριθμ. 14/2011 πρακτικά συνεδριάσεως του εν λόγω Ειρηνοδικείου, από τα τελευταία δε αυτά πρακτικά προκύπτει ότι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των αναιρεσειόντων πριν την όρκιση του μάρτυρα αυτού ζήτησαν τη στάθμιση της καταθέσεώς του "λόγώ εκκρεμούσης αναγνωριστικής αγωγής εις βάρος του", το ίδιο δε ζήτησαν οι αναιρεσείοντες και με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους, όπως από αυτές προκύπτει.
Επομένως νόμιμα το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε την ανωτέρω κατάθεση, και τα αντίθετα που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν με τον υπό στοιχ. Γ2, από τον αρ.11 περ. α' του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αίτησής τους, ότι δηλ. ο μάρτυρας αυτός ήταν εξαιρετέος επειδή έχει συμφέρον από τη δίκη, το οποίο οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί με την προσθήκη των προτάσεών τους ενώπιον του Εφετείου, είναι επίσης αβάσιμα και απορριπτέα.
Προκύπτει επίσης από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το υπ' αριθμ. .../1957 προικοσυμβόλαιο (τρίτων), το οποίο φέρει "σε ανύποπτο χρόνο ως γείτονα την ενάγουσα (πρώτη αναιρεσίβλητη) ή τον πατέρα της"στα αναφερόμενα πέντε από τα επίδικα ακίνητα. Από το όλον περιεχόμενο όμως της αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι το ανωτέρω συμβόλαιο, το οποίο πράγματι κανένα από τα διάδικα μέρη δεν το είχε επικαλεστεί, το Εφετείο το έλαβε υπ' όψη επικουρικά, στηρίζοντας την κρίση του κυρίως στα αναφερόμενα και αξιολογούμενα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, λοιπά έγγραφα), από τα οποία αποδεικνύεται κατά τις παραδοχές του Εφετείου η συνεχής και αδιάλειπτη νομή των επιδίκων από την αναιρεσίβλητη και τους δικαιοπαρόχους της επί χρόνο πολύ περισσότερο της εικοσαετίας μέχρι την άσκηση της αγωγής και ειδικότερα από το έτος 1922 και εφεξής, με τις αναφερόμενες πράξεις νομής (καλλιέργεια με δημητριακά, βόσκηση αιγοπροβάτων τους, συγκομιδή ξύλων), η οποία νομή οδήγησε, κατά τις ίδιες παραδοχές του Εφετείου, στην κτήση της κυριότητας των επιδίκων από τους αναιρεσίβλητους.
Επομένως ο υπό το στοιχείο Γ4, από τον αρ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπ' όψη το ειρημένο προικοσυμβόλαιο ως αποδεικτικό της αγωγής των αναιρεσιβλήτων έγγραφο, χωρίς κανένα από τα διάδικα μέρη να το έχει επικαλεστεί, προβάλλεται αλυσιτελώς και είναι απορριπτέος.
Τέλος, από την αναιρεσιβαλλομένη προκύπτει ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του στα αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα, και ο υπό το στοιχείο Γ3 λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δέχθηκε ουσιώδη πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι επίσης αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495παρ. 4 του ΚΠολΔ), και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-9-2014 αίτηση των Κ. Π. κ.λ.π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 13/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ