470/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην της πέμπτης των εφεσιβλήτων, αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 6032/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 13.4.2009 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε ως προς όλους τους διαδίκους την υπ' αριθ. 3682/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 19.11.2004 αγωγή του, δέχθηκε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) την αγωγή αυτή και υποχρέωσε εις ολόκληρο τους εφεσιβλήτους να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 34.214,58 ευρώ, ως αποζημίωση για την ύπαρξη νομικού ελαττώματος στο ακίνητο, που αυτός απέκτησε με αναγκαστικό πλειστηριασμό ύστερα από διαδικασία κατά την οποία, εκτός των άλλων, αδικοπρακτική συμπεριφορά επέδειξε και η ήδη αναιρεσείουσα.
Legislator headnote
AI generated470/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 470 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 470/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρία" και τον διακριτικό τίτλο "Eurobank Ergasias", που εδρεύει στην …, όπως εκπροσωπείται νόμιμα (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), ως καθολικής διαδόχου της πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΡΗΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την Τράπεζα με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κατηφόρη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Γκέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Νοεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3682/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6032/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Ιουλίου 2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά της υπ' αριθ. 6032/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να γίνει εν μέρει δεκτός ο δεύτερος λόγος της κατά την αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την αναιρεσείουσα.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην της πέμπτης των εφεσιβλήτων, αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 6032/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 13.4.2009 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε ως προς όλους τους διαδίκους την υπ' αριθ. 3682/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 19.11.2004 αγωγή του, δέχθηκε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) την αγωγή αυτή και υποχρέωσε εις ολόκληρο τους εφεσιβλήτους να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 34.214,58 ευρώ, ως αποζημίωση για την ύπαρξη νομικού ελαττώματος στο ακίνητο, που αυτός απέκτησε με αναγκαστικό πλειστηριασμό ύστερα από διαδικασία κατά την οποία, εκτός των άλλων, αδικοπρακτική συμπεριφορά επέδειξε και η ήδη αναιρεσείουσα.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 1017§2 ΚΠολΔ ναι μεν για τα νομικά ελαττώματα του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), που αναγκαστικά εκπλειστηριάσθηκε, υπάρχει ευθύνη μόνον εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και μόνον αν αυτός γνώριζε κατά το χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος, ενώ δεν αποκλείεται και η ευθύνη από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 453/2006? 580/2006? 1523/2006? 1036/2009? 1313/2009), όμως πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν αποκλείεται και η αδικοπρακτική ευθύνη του επισπεύδοντος ή τρίτου, εφόσον συντρέχουν σχετικά οι όροι των άρθρ. 914 ή 919 ΑΚ (πρβλ.
και ΑΠ 1022/2009).
Συνεπώς ο υπερθεματιστής, ο οποίος μολονότι κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν απέκτησε εντούτοις το πράγμα και μάλιστα ελεύθερο από δικαιώματα τρίτων, όπως συμβαίνει όταν το πράγμα δεν ανήκει στον καθ' ου η εκτέλεση ή βαρύνεται με προσωπικές δουλείες (άρθρ. 1005 ΚΠολΔ), δικαιούται να αξιώσει από αυτόν που επέσπευσε τον πλειστηριασμό, εφόσον αυτός θετικά γνώριζε και όχι απλώς αγνοούσε, έστω και από υπαιτιότητά του, κατά το χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος, αποζημίωση κατά τις συρρέουσες ενδεχομένως διατάξεις αφενός μεν των άρθρ. 1017§2εδ.β ΚΠολΔ, 514 - 516, 382, 297 - 298 ΑΚ, αφετέρου δε των άρθρ. 914 ή 919 ΑΚ. Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005? 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).
Αντίθετα η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Περαιτέρω η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται επίσης με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης.
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.
Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216§1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.
Έτσι η αγωγή, με την οποία ο υπερθεματιστής ζητεί αποζημίωση από εκείνον που επέσπευσε τον πλειστηριασμό του πράγματος, επικαλούμενος την ύπαρξη νομικού ελαττώματος στο πράγμα που κατακυρώθηκε σ' αυτόν και για το οποίο κατέβαλε το πλειστηρίασμα, είναι ορισμένη, όταν προσδιορίζεται σ' αυτή το νομικό ελάττωμα του πράγματος κατά τον πλειστηριασμό του και παράλληλα αναφέρεται ότι το νομικό ελάττωμα, που παρακωλύει την ελεύθερη μεταβίβαση του πράγματος, το γνώριζε κατά τον πλειστηριασμό αυτός που τον επέσπευσε.
Ο τρόπος που αυτός έλαβε γνώση του νομικού ελαττώματος δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται στην αγωγή, πρέπει όμως να προσδιορίζεται σ' αυτή ο τρίτος, στον οποίο ανήκει το δικαίωμα που συνιστά το νομικό ελάττωμα του πράγματος και μάλιστα να καθορίζεται και ο τρόπος που αυτός απέκτησε το δικαίωμά του (ΑΠ 872/1973).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι σ' αυτή, μεταξύ άλλων, εκτίθεται ότι το ακίνητο (αγροτεμάχιο), που εκπλειστηριάσθηκε στις 12.3.2003 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταματίνας Γιαννακοπούλου και κατακυρώθηκε αντί του ποσού των 32.284,73 ευρώ στον αναιρεσίβλητο, δεν ανήκε στην καθ' ης η εκτέλεση Ε.
συζ. Χ. Κ. (πέμπτη εναγομένη), αλλά ήταν απαλλοτριωμένο και η οφειλόμενη για την απαλλοτρίωσή του αποζημίωση είχε ήδη καταβληθεί στους μέχρι τότε ιδιοκτήτες του, που ήταν, κατά τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης, η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ΛΟΥΤΡΟΠΟΛΗ ΚΙΝΕΤΤΑΣ και ο Π. Π., γεγονός το οποίο γνώριζε τόσο η αναιρεσείουσα, που επέσπευσε τον πλειστηριασμό του ακινήτου, όσο και οι λοιποί εναγόμενοι με την ένδικη αγωγή, οι οποίοι έτσι παράνομα και υπαίτια ζημίωσαν τον αναιρεσίβλητο κατά το παραπάνω ποσό, πλέον 1.629,85 ευρώ, που κατέβαλε αυτός στη Δ.Ο.Υ….
για φόρο μεταβίβασης του ακινήτου. Με βάση το ιστορικό αυτό ο αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος το ως άνω νομικό ελάττωμα του ακινήτου σε συνδυασμό με την ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης των εναγομένων, ζήτησε με την ένδικη αγωγή του να υποχρεωθούν αυτοί να τον αποζημιώσουν με το συνολικό ποσό των 34.214,58 ευρώ, το οποίο η αναιρεσείουσα και η πέμπτη των εναγομένων οφείλουν να του καταβάλουν και κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού χωρίς νόμιμη τελικά αιτία έγιναν πλουσιότερες σε βάρος της περιουσίας του.
Στην ένδικη αγωγή δεν καθορίζεται ο τρόπος με τον οποίο η ομόρρυθμη εταιρεία ΛΟΥΤΡΟΠΟΛΗΣ ΚΙΝΕΤΤΑΣ και ο Π. Π., που φέρονται ως ιδιοκτήτες του παραπάνω ακινήτου κατά τα κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτρίωσής του, απέκτησαν την κυριότητα του ακινήτου. Η έλλειψη όμως αυτή δεν καθιστά αόριστη την ένδικη αγωγή, αφού κατά τον πλειστηριασμό του ίδιου ακινήτου, που αναλυτικά περιγράφεται κατά θέση, έκταση και όρια στην ένδικη αγωγή, είχε ήδη συντελεσθεί, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή, η απαλλοτρίωσή του με την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης στους ως άνω φερόμενους ως ιδιοκτήτες του, οπότε η κυριότητα του ακινήτου περιήλθε σε κάθε περίπτωση στον υπέρ ου η απαλλοτρίωση (άρθρ. 7§3 και 9§4 του ν. 2882/2001) και δεν ανήκε υπό οποιαδήποτε εκδοχή στην καθ' ης η εκτέλεση.
Συνεπώς ορθά η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή και είναι συνακόλουθα αβάσιμος και απορριπτέος ο αντίθετος από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
3. Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθ…/5.7.2001 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών … επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση επί ακινήτου φερόμενου να ανήκει στην ιδιοκτησία της οφειλέτιδας της πρώτης εναγομένης (αναιρεσείουσας) τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." Ε.
συζ. Χ. Κ., πέμπτης εναγομένης, για την ικανοποίηση απαιτήσεως της πρώτης εναντίον της τελευταίας, συνολικού ποσού 8.302.820 δραχμών, δυνάμει αντιγράφου εξ απογράφου της υπ' αριθ…/2001 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών... Στη συνέχεια δυνάμει της …/2002 Γ' επαναληπτικής περιλήψεως της ως άνω κατασχετήριας εκθέσεως της αυτής δικαστικής επιμελήτριας εκπλειστηριάσθηκε την 2.10.2002 το ανωτέρω ακίνητο δυνάμει της …/2.10.2002 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Βαραβάρας Σγούρου και κατακυρώθηκε στον υπερθεματιστή Ι.
Ν.. Επειδή όμως ο τελευταίος δεν κατέβαλε, ως όφειλε, εμπροθέσμως το οφειλόμενο ποσό του πλειστηριάσματος, η προαναφερόμενη συμβολαιογράφος συνέταξε την …/12.3.2003 πράξη, με την οποία ορίστηκε ημέρα αναπλειστηριασμού η 12.3.2003... Δυνάμει της …/12.3.2003 εκθέσεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταματίνας Γιαννακοπούλου, ως νόμιμης αναπληρώτριας της Βαρβάρας Σγούρου, διενεργήθηκε τελικά ο (ανα)πλειστηριασμός του ως άνω ακινήτου, που κατακυρώθηκε στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) για το ποσό των 32.284,73 ευρώ.
Παράλληλα συντάχθηκε η …/2003 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως ακινήτου της ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε από τον ενάγοντα στο βιβλίο μεταγραφών του Δήμου .. Όπως αποδεικνύεται από την ως άνω …/5.7.2001 έκθεση της δεύτερης εναγομένης δικαστικής επιμελήτριας ..., αυτή προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση με τη σύμπραξη ως μαρτύρων των Κ.
Α. και Α. Μ., τρίτου και τέταρτου των εναγομένων αντιστοίχως, ενός αγροτεμαχίου της πέμπτης εναγομένης, στη θέση … του Δήμου …, εκτός σχεδίου πόλεως, άρτιου και οικοδομήσιμου κατά παρέκκλιση, το οποίο έχει έκταση... 1620 τμ., εμφαινόμενο με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από 6.2.1982 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε.
Μ...., προσαρτημένο στο …/10.3.1982 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χριστίνας Μουστάκη... Το αγροτεμάχιο αυτό αναφέρεται ότι περιήλθε στην πέμπτη εναγομένη δυνάμει του ως άνω πωλητηρίου συμβολαίου και της …/1998 πράξεως δωρεάς εν ζωή της ίδιας συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένων στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Μεγάρων την 28.5.2003, σύμφωνα με το υπ' αριθ…/13.2.2006 πιστοποιητικό του μεταγραφοφύλακα Μεγάρων.
Όμως το ανωτέρω ακίνητο είχε κατά τη διάρκεια του πλειστηριασμού και της κατακυρώσεως νομικό ελάττωμα που εμπόδιζε τη διάθεσή του, ήτοι είχε έλλειψη κυριότητας επ' αυτού της οφειλέτιδας πέμπτης εναγομένης, το οποίο, εκτός από την ίδια, γνώριζε και η πρώτη εναγομένη (δανείστρια), που επέσπευσε ωστόσο τη διάθεσή του με πλειστηριασμό.
Ειδικότερα το ακίνητο αυτό είχε απαλλοτριωθεί από το Ελληνικό Δημόσιο με την κοινή υπουργική απόφαση 1023181/1135/001/339/02/03/1993 για την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου και της νέας σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών - Κορίνθου πολύ πριν από την κατάσχεση και τον πλειστηριασμό του, ενώ από τους κτηματολογικούς πίνακες, που είχαν συνταχθεί για την απαλλοτρίωση αυτή, αποδεικνύεται ότι με αύξοντα αριθμό … και με στοιχεία … κύριοι του ακινήτου αυτού, εκτάσεως 1440,5 τμ., ήταν πριν από την απαλλοτρίωσή του η εταιρεία ΛΟΥΤΡΟΠΟΛΗ ΚΙΝΕΤΤΑΣ Ο.Ε.
με έδρα την … και ο Π. Π., κάτοικος ..., οι οποίοι και αποζημιώθηκαν... Η ταυτοποίηση του ακινήτου που εκπλειστηριάσθηκε έγινε από τον ενάγοντα με τον τοπογράφο-μηχανικό Ε. Ν...., χωρίς επιτόπια μετάβαση, διότι η απαλλοτρίωση είχε συντελεσθεί από το έτος 1993 και... οι εργασίες άρχισαν από το έτος 1996... Ο ίδιος τοπογράφος-μηχανικός συνέταξε την από Μαρτίου 2004 τεχνική έκθεση, σύμφωνα με την οποία το ακίνητο κατά το βόρειο τμήμα του, εμβαδού 591,05 τμ., βρίσκεται εκτός της απαλλοτριώσεως του ΟΣΕ και συνορεύει βορείως με ΝΕΟΑΚ, δυτικώς με ρέμα και ανατολικώς με ιδιοκτησία αγνώστου, κατά το νοτιοδυτικό τμήμα του, εμβαδού 760,50 τμ., το ακίνητο είναι περιφραγμένο και εντός αυτού έχει κατασκευασθεί αυθαίρετη λυόμενη ισόγεια οικία, εμβαδού 83 τμ., συνορεύει δε βορείως με το προαναφερόμενο τμήμα, νοτίως με παλαιό συρματόπλεγμα όμορης ιδιοκτησίας, δυτικώς με ρέμα και ανατολικώς με το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου, ενώ κατά το νοτιοανατολικό τμήμα, εμβαδού 268,50 τμ., το ακίνητο παραμένει αδιαμόρφωτο και συνορεύει νοτίως με παλαιά συρματοπλέγματα...
Το ακίνητο που εκπλειστηριάσθηκε βρίσκεται ειδικότερα μεταξύ των χιλιομετρικών θέσεων … και …της ΝΕΟΑΚ και όπως προαναφέρθηκε είχε και έχει μέσα αυθαίρετη λυόμενη οικία, η οποία όμως δεν περιγράφεται στην παραπάνω έκθεση κατασχέσεώς του..., διότι δεν έλαβε χώρα επιτόπια μετάβαση σ' αυτό της δικαστικής επιμελήτριας, καθόσον θα την έβλεπε.
Επίσης στην αυτή έκθεση κατασχέσεως η δικαστική επιμελήτρια (δεύτερη εναγομένη) αναφέρει ότι από το …έως το … χιλιόμετρο της ΝΕΟΑΚ γίνονται έργα... και ότι πήγε με τους μάρτυρες, τρίτο και τέταρτο των εναγομένων, στο … χιλιόμετρο περίπου. Το ακίνητο αυτό ο ενάγων, που δεν γνώριζε τα ανωτέρω, το μετέγραψε στο Υποθηκοφυλακείο Μεγάρων και γι' αυτό κατέβαλε για φόρο 1.629,85 ευρώ...
και για δικαιώματα του Υποθηκοφυλακείου 300 ευρώ. Από όλα τα προαναφερόμενα συμπεραίνεται: α) η εντολή της πρώτης εναγομένης δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Αθανάσιου Κοντόπουλου προς αναγκαστική κατάσχεση του ακινήτου, β) ότι η δεύτερη εναγομένη ουδέποτε προσήλθε στο ακίνητο που κατέσχεσε, όπως είχε υποχρέωση από το άρθρ. 993§2εδ.β ΚΠολΔ..., και συνεπώς βεβαιώνει ψευδώς ότι "ήρθαμε στο … χιλιόμετρο της ΝΕΟΑΚ, όπου βρίσκεται η ακίνητη περιουσία...", μάλιστα συμπληρώνει χειρογράφως τη λέξη περίπου μετά τη χιλιομετρική απόσταση .., καθόσον δεν μπορεί να είχε μεταβεί στο …χιλιόμετρο, ενώ, όπως αναφέρει στην έκθεσή της, γίνονταν έργα από το …έως το …χιλιόμετρο.
Επομένως, αφού η πρώτη εναγομένη (επισπεύδουσα την εκτέλεση δανείστρια τράπεζα)... γνώριζε την ύπαρξη των νομικών ως άνω ελαττωμάτων στο ακίνητο που κατασχέθηκε, όλοι δε οι εναγόμενοι παρανόμως και υπαιτίως τον ζημίωσαν (δηλαδή τον αναιρεσίβλητο) κατά τα προαναφερόμενα ποσά, καθόσον η δεύτερη, ο τρίτος και ο τέταρτος συνέταξαν και συνέπραξαν στη σύνταξη της ../2001 εκθέσεως κατασχέσεως που είναι ανακριβής και ψευδής, ενώ η πρώτη έδωσε την εντολή στη δεύτερη (των εναγομένων) και βρισκόταν σε συνεννόηση μαζί της για τη νομική και πραγματική κατάσταση του ακινήτου, επιδιώκοντας να λάβει τα χρήματα, τα οποία είχε δαπανήσει προς την πιστούχο εταιρεία "Χ.
Κ. και Σια Ε.Ε.", με βάση την υπ' αριθ…/14.5.1998 σύμβαση πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό και την αυξητική αυτής από 19.6.1998 σύμβαση, συνολικού ποσού 14.400.000 δραχμών, για το οποίο ποσό εγγυήθηκε η πέμπτη των εναγομένων, προχώρησε δε στην εκτέλεση παρά την ύπαρξη των ανωτέρω παρανομιών..., πρέπει λόγω της υπάρξεως του νομικού ελαττώματος και της αδικοπραξίας να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρο να καταβάλλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 34.214,58 ευρώ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, δέχθηκε ακολούθως την αγωγή αυτή και υποχρέωσε τους εναγομένους, επομένως και την αναιρεσείουσα, να καταβάλουν το παραπάνω ποσό στον αναιρεσίβλητο, έναντι του οποίου έκρινε ότι η αναιρεσείουσα υπέχει αδικοπρακτική ευθύνη, συρρέουσα με την ευθύνη της από τις διατάξεις των άρθρ. 1017§2εδ.β ΚΠολΔ, 514, 515, 516, 382 και 297 - 298 ΑΚ, ενώ ως προς την επικουρική αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό έκρινε ότι παρέλκει η έρευνα.
Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται, εκτός άλλων, την προσβαλλόμενη απόφαση και για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή των διατάξεων των άρθρ. 1017§2εδ.β ΚΠολΔ, 514 - 516, 382, 914 και 297 - 298 ΑΚ που εφάρμοσε, ισχυριζόμενη ότι η απόφαση αυτή δεν έχει νόμιμη βάση, αλλιώς έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη γνώση που δέχθηκε το Εφετείο από τις αποδείξεις ότι υπήρχε στο πρόσωπό της σχετικά με την έλλειψη κυριότητας της καθ' ης η εκτέλεση στο ακίνητο που με επίσπευσή της (δηλαδή της αναιρεσείουσας) εκπλειστηριάσθηκε και κατακυρώθηκε στον αναιρεσίβλητο.
Πράγματι αν και έγινε δεκτή με την απόφαση του Εφετείου η ύπαρξη τέτοιας γνώσης της, δεν αιτιολογείται, ούτε στοιχειωδώς, η σχετική κρίση του Εφετείου, δηλαδή κατά ποιο τρόπο προέκυψε η γνώση της αυτή, αφού για την κατάφασή της δεν αρκεί το γεγονός και μόνο ότι έδωσε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της την εντολή στη δικαστική επιμελήτρια (δεύτερη εναγομένη) για την κατάσχεση του παραπάνω ακινήτου, όταν μάλιστα το ακίνητο αυτό ήταν εξακολουθητικά μεταγεγραμμένο στο όνομα της καθ' ης η εκτέλεση στο Υποθηκοφυλακείο Μεγάρων και σ' αυτό δεν βεβαιώνεται με την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε η ύπαρξη έργων απαλλοτρίωσης κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Έτσι η δικαστική επιμελήτρια, είτε μετέβη στο ακίνητο για να το κατασχέσει, όπως η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, είτε δεν μετέβη, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορούσε με μόνη τη μετάβασή της στο ακίνητο αυτό να αντιληφθεί το διαφορετικό ιδιοκτησιακό καθεστώς του και να ενημερώσει αναλόγως την αναιρεσείουσα.
Συνεπώς κατά την παραπάνω αιτίαση, που εκτιμάται ως ενιαία αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, πρέπει ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατά το αντίστοιχο μέρος του, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του ίδιου λόγου κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, με τις οποίες προσάπτονται σωρευτικά την προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8β, 10, 11β&γ και 12 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ειδικότερα η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο (α) παρέλειψε να λάβει υπόψη τους κρίσιμους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς της, με τους οποίους αμφισβήτησε τόσο την έλλειψη κυριότητας της πέμπτης εναγομένης στο ακίνητο που με επίσπευσή της (δηλαδή της αναιρεσείουσας) εκπλειστηριάσθηκε στις 12.3.2003 και κατακυρώθηκε στον αναιρεσίβλητο, όσο και την ύπαρξη γνώσης της ως προς την τυχόν έλλειψη κυριότητας της πέμπτης εναγομένης (καθ' ης η εκτέλεση) στο ακίνητο αυτό, (β) δέχθηκε (το Εφετείο) την ύπαρξη ευθύνης της χωρίς απόδειξη, αφού δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η ίδια προσκόμισε με επίκληση, ενώ αντίθετα έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίστηκαν και έτσι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.
Πρέπει έτσι κατά μερική παραδοχή του δεύτερου λόγου της αίτηση αναίρεσης κατά την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ να αναιρεθεί η απόφαση αυτή ως προς την αναιρεσείουσα, ως προς την οποία πρέπει ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή διορθωτικά ερμηνεύεται μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 12§4 του ν. 4055/2012 [ΟλΑΠ(σε συμβούλιο) 4/2012].
Ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημα του αναιρεσείουσας, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί ως προς την αναιρεσείουσα την υπ' αριθ. 6032/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει ως προς την αναιρεσείουσα την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ