470/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 470 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 470/2012
Legislator headnote
AI generatedKeywords
AI generatedRelated Decisions
Full text
Απόφαση 470 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 470/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 7η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Κατωπόδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου - καλούντος: Κ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Δερμιτζάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2005 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 10-11-2005 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τις 16-3-2010 και κατόπιν αναβολής η 7-12-2010 κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 10-12-2010 κλήση του αναιρεσιβλήτου, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 25-1-2011. Εκδόθηκε η 230/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για νέα συζήτηση με την από 11-7-2011 κλήση του καλούντος - αναιρεσιβλήτου.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 8-3-2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθ. 669§1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλΑΠ 18/2006). Περαιτέρω, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 (που δημοσιεύθηκε την 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής), η Οδηγία δε αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, που εφαρμόζεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον δημόσιο τομέα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2-4-2003 και 19-7-2004, αντίστοιχα. Ανεξάρτητα από την Οδηγία αυτή, στην ελληνική έννομη τάξη η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, με την προσχηματική επιλογή της σύμβασης εργασίας ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν με το άρθ. 8§3 ν. 2112/1920 (σε συνδυασμό με τα άρθ. 281, 671 ΑΚ, 25 §§ 1 και 3 του Συντάγματος), το οποίο εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα και ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης. Η διάταξη αυτή, ενώ αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την απόλυση ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, με πληρέστερη μάλιστα προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης ως άνω κοινοτικής Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου που καλύπτουν πραγματικά πάγιες και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες της υπηρεσίας, και τούτο διότι ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σχέσης, κατά την προαναφερθείσα έννοια, και δη της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, ανεξάρτητα από τον εκ του νόμου χαρακτηρισμό της συμβατικής σχέσης ως ορισμένου χρόνου (ΑΕΔ 3/2001, ΟλΑΠ 6/2001), χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός εκ μέρους του δικαστηρίου, όταν συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις των καλυπτομένων αναγκών, να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομικού καθεστώτος απασχόλησης από ορισμένου χρόνου σε αόριστου (ΟλΑΠ 18/2006). Συνάγεται περαιτέρω από τα προαναφερθέντα ότι επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθ. 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 (ΦΕΚ Α' 85/2001) και απαγορεύουν την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανομένου ως άνω προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου και των άρθ. 5 και 11 του ΠΔ 164/2004, που άρχισε να ισχύει από 19-7-2004 και διαγράφει τις προϋποθέσεις μετατροπής των κατά την έναρξη της ισχύος του ενεργών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις. Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ. και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 7/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως τα εξής: Με την υπ' αριθμ. 706/12-4-1989 απόφαση του Νομάρχη Μεσσηνίας ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στις 12.4.1989 με έγγραφη σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (1.5.1989 - 31.10.1989) για να εργασθεί ως δασολόγος στο Δασαρχείο Καλαμάτας για τις "ανάγκες των πάσης φύσεως δασοτεχνικών έργων και εργασιών του Δασαρχείου" όπως αναφέρεται στη σύμβαση. Μετά τη λήξη της συμβάσεως αυτής το αναιρεσείον προσέλαβε και πάλι τον αναιρεσίβλητο με την ίδια ειδικότητα του δασολόγου με είκοσι (20) αλλεπάλληλες διαδοχικές συμβάσεις προσλήψεων μέχρι και την 9.4.2002 που έληξε η τελευταία σύμβασή του. Ειδικότερα με τις υπ' αριθμ. 2586/1.11.1989, 2705/20.11.1989, 1570/3.7.1990, 1266/30.5.1991, 439/28.2.1992, 958/6.5.1992, 1450/1.6.1992, 2292/31.8.1992, 99213.5.1993, 3004/7.10.1993, 1194/13.5.1994, 3489/7.11.1994, 1895/3.7.1995, 2313/14.8.1996, 2280/6.8.1997, 1601/8.9.1998, 1454/8.6.1999, 2002/7.7.2000, 3644/29.12.2000 και 2240/8.8.2001, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (με μικρής διάρκειας ή χωρίς διακοπές μεταξύ τους) ο αναιρεσίβλητος εργάστηκε στο Δασαρχείο Καλαμάτας επί 13 συνολικά έτη μέχρι και 9.4.2002 που έληξε η τελευταία οκτάμηνης διάρκειας σύμβασή του. Από τις 9.4.2002 το αναιρεσείον έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου καταγγέλλοντας έτσι σιωπηρά τη μεταξύ τους εργασιακή σχέση και του χορήγησε την από 9.4.2002 "Βεβαίωση - Δήλωση εργοδότη - ότι έληξε ο συμφωνημένoς χρόνος εργασίας του για να την χρησιμοποιήσει αυτός στον ΟΑΕΔ για την είσπραξη του επιδόματος ανεργίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος καθ' όλο το χρονικό διάστημα εργασίας του (12.4.1989 - 9.4.2002), ασκούσε τα καθήκοντά του καθ' όμοιο ακριβώς τρόπο, χρόνο (ωράριο), τόπο και πειθαρχία υπό τις ενιαίες υπηρεσιακές οδηγίες και συνθήκες (που εξειδικεύονταν από τον οικείο προϊστάμενο) με τους άλλους συναδέλφους του, (μόνιμους δασολόγους) υπαλλήλους του αναιρεσείοντος. Συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια των 13 αυτών ετών, ο αναιρεσίβλητος απασχολήθηκε όπως κι οι πιο πάνω συνάδελφοί του, με τη σύνταξη εκθέσεων αυτοψιών για την έκδοση πράξεων χαρακτηρισμού από τον Δασάρχη, με εκθέσεις φωτοερμηνειών για τη σύνταξη πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής, καθώς και με εργασίες σχετικές με την εκμετάλλευση των δασών (δημοπρασίες εκποίησης ξυλείας, σύνταξη πρωτοκόλλων διάθεσης και παραλαβής δασικών προϊόντων κ.λπ.). Οι εργασίες αυτές του αναιρεσιβλήτου αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο εργασίας του Δασαρχείου Καλαμάτας.
Συνεπώς, καθ' όλο το χρονικό διάστημα εργασίας του, ως εκ της φύσεως και του περιεχομένου αυτής, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς υπηρεσιακές ανάγκες του Δασαρχείου Καλαμάτας, ανεξάρτητα από τον εκάστοτε διδόμενο χαρακτηρισμό στις ανανεωθείσες συμβάσεις εργασίας του, αφού δεν προσλήφθηκε προς κάλυψη κάποιας έκτακτης, παροδικής ή εποχιακής ανάγκης, της οποίας η εξυπηρέτηση θα εξέλειπε ευθύς αμέσως με την παρέλευση του προκαθορισμένου χρόνου. Τις προαναφερθείσες συμβάσεις υπέγραψε ο αναιρεσίβλητος ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από εύλογη ανάγκη για τη διατήρηση της εργασίας του, αφού η τυχόν άρνησή του να τις υπογράψει θα είχε ως αποτέλεσμα την απόλυσή του. Ο αναιρεσίβλητος προσέβλεπε σε μόνιμη και διαρκή υπαλληλική σχέση με το αναιρεσείον, στις ανάγκες της οποίας εξ αρχής ανταποκρίθηκε, και το αναιρεσείον τον ενέταξε, δημιoυργώντας σ' αυτόν την πεποίθηση ότι σύντομα θα ρυθμιζόταν η εργασιακή του σχέση κατά τον προσήκοντα τρόπο. Άλλωστε, ο χρονικός περιορισμός της διάρκειας των αλλεπάλληλων αυτών διαδοχικών συμβάσεων εργασίας δεν δικαιολογούνταν ούτε από τη φύση των υπηρεσιών τις οποίες παρείχε ο ενάγων, ούτε από τη φύση και το είδος των καλυπτομένων από την εργασία του αναγκών του Δασαρχείου Καλαμάτας, ούτε αποδείχθηκε ότι υπαγορεύθηκε από κάποιον αποχρώντα λόγο, αναγόμενο στις ιδιαίτερες συνθήκες και υπηρεσιακές ανάγκες του τελευταίου. Επομένως, με βάση τα αποδειχθέντα αυτά πραγματικά περιστατικά οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εργασίας έγιναν προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 2112/1920 ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας με συνέπεια να καθίστανται άκυρες ως προς το χρονικό αυτό περιορισμό και να συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία συνεπώς δεν έληξε αυτοδικαίως στις 9-4-2002, εφαρμοζομένων στην περίπτωση αυτή του άρθρου 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και της ρήτρας 5 παρ. 1 του παραρτήματος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε για την αποφυγή καταχρήσεως των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου καθισταμένων ανεφάρμοστων των απαγορεύσεων που επιβάλλουν οι ν. 2190/1994 και 2527/1997 ως αντιθέτων στο πνεύμα και τους σκοπούς της παραπάνω οδηγίας. Ότι το αναιρεσείον την 9-4-2002 έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του αναιρεσιβλήτου χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση και να καταγγείλει εγγράφως τη σύμβαση με αποτέλεσμα η σιωπηρή αυτή καταγγελία να είναι άκυρη και το αναιρεσείον με την άρνηση του να αποδεχθεί τις προσφερθείσες με τον προσήκοντα τρόπο υπηρεσίες του περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας και οφείλει σ' αυτόν τις εκεί προσδιοριζόμενες αντίστοιχες αποδοχές, καθώς και τους μισθούς του για το χρονικό διάστημα από 1-9-2001 μέχρι 9-4-2002, κατά το οποίο παρείχε στο Δασαρχείο τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με την συνδέουσα αυτόν με το αναιρεσείον σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που ήταν έγκυρη και παρήγαγε όλα τ' αποτελέσματά της. Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή και κατ' ουσίαν η ένδικη αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και σύμφωνα με τα προαναφερθέντα ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού, οι συμβάσεις εργασίας του αναιρεσιβλήτου είχαν καταρτιστεί πριν την 18-4-2001, δηλαδή πριν την έναρξη της ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και είχαν ήδη προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό και ανεξάρτητα από τις ρυθμίσεις της 1999/70 Οδηγίας, των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος και του ΠΔ 164/2004, οι οποίες δεν έχουν στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογή. Επομένως ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-11-2005 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 46/2005 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ