Legislator Case Law & Legislation
470/2011 AI generated

470/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 470/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 470 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Legislator headnote

AI generated

470/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 470 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 470 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Η επιδίκαση με τελεσίδικη απόφαση αποζημίωσης στον τραυματισθέντα σε ατύχημα δεν εμποδίζει την μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, επιδίκαση περαιτέρω αποζημίωσης, εφόσον οι περαιτέρω επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από το δικαστήριο που επεδίκασε στον παθόντα την προηγουμένη αποζημίωση, ούτε προβλήθηκαν σ΄ αυτό και επομένως, στην περίπτωση αυτή, από την πρώτη τελεσίδικη απόφαση δεν δημιουργείται δεδικασμένο με την αρνητική λειτουργία του (άρθ. 321, 322, 324, 331 ΚΠολΔ, 297, 298, 914, 929 ΑΚ. Αναιρεί την 2321/2007 απόφαση του Εφ. Αθηνών).

Αριθμός 470/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Αποστόλου.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΣΕ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Βούλγαρη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1059/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2321/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-4-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 1-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 321, 322, 324, 331 ΚΠολΔ και 297, 298, 914 και 929 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε για αγωγή αποζημίωσης λόγω βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου αποτελεί δεδικασμένο (με την θετική και αρνητική λειτουργία αυτού) για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και την ζημία που υπέστη ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στη πρώτη αγωγή, όχι όμως και για τον μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατόν να εξακολουθήσει να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες, διότι αυτές δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή. Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υποχρέου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση και όχι και στην μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε. Έτσι, η επιδίκαση με τελεσίδικη δικαστική απόφαση αποζημίωσης στον τραυματισθέντα σε ατύχημα δεν εμποδίζει την μεταγενέστερη, με νέα αγωγή, επιδίωξη περαιτέρω αποζημίωσης. Προϋπόθεση γι' αυτό είναι ότι οι περαιτέρω επιζήμιες συνέπειες της αδικοπραξίας εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από το δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε στον παθόντα την προηγουμένη αποζημίωση. Κατά συνέπεια, μεταγενέστερες δυσμενείς συνέπειες της αδικοπραξίας, που δεν ήταν προβλεπτές και δεν ελήφθησαν υπόψη σε προηγούμενη δικαστική απόφαση, μπορούν να δικαιολογήσουν περαιτέρω πρόσθετη αποζημίωση, έστω και αν στην προηγούμενη απόφαση δεν γίνεται λόγος για πρόκληση νέων βλαβών στο μέλλον. Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή του (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ) ο αναιρεσείων ενάγων εξέθεσε, ότι την 2-8-1964 προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από τους ΣΕΚ, των οποίων η αναιρεσίβλητη εναγομένη ΟΣΕ ΑΕ είναι καθολική διάδοχος, ότι την 16-1-1972 ενώ εκτελούσε εντεταλμένη υπηρεσία τροχοπεδητού στην 121 αμαξοστοιχία Πειραιά-Λαμίας-Θεσσαλονίκης τραυματίσθηκε βαρύτατα κατά την σύγκρουση αυτής με την υπερταχεία αμαξοστοιχία "Ακρόπολις" Μονάχου-Αθήνας, ότι συγκεκριμένα υπέστη βαρεία εγκεφαλική διάσειση, θλάσεις αριστερού ισχίου, σπονδυλικής στήλης και βρεγματικής χώρας, ότι εξαιτίας των παθήσεων αυτών κατέστη μονίμως ανάπηρος και παρουσίασε πολύ έντονες υποκειμενικές ενοχλήσεις επί νευρωτικού εδάφους, ότι στην συνέχεια εμφάνισε αγχώδη αντίδραση με καταθλιπτικά σημεία, έχοντας ανάγκη παρακολούθησης από νευρολόγο, ότι από τις αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές της εναγομένης κρίθηκε ως πάσχων από βαρεία μεταδιασειστική συνδρομή μετ' αντιδραστικής νευρωτικής καταθλίψεως χωρίς καμία βελτίωση, ότι πρόκειται για χρόνια νόσο μετ' αντιδραστικών ψυχονευρωτικών και καταθλιπτικών στοιχείων, ότι με τη 1198/1974 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που επικυρώθηκε με την 6252/1974 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε (επί προηγουμένης αγωγής του) με δύναμη δεδικασμένου το έναντι της εναγομένης δικαίωμα αποζημίωσης σχετικά με κάθε απαίτησή του από το ως άνω ατύχημα κατά τις διατάξεις του κοινού δικαίου (άρθ. 929 ΑΚ. 16§1 ν. 551/1915) και του επιδικάσθηκε αποζημίωση για απώλεια αντιμισθίας το ποσό των 10.000 δρχ. κατά μήνα από 1-1-1974 μέχρι 31-12-1991, όταν λύθηκε η σύμβαση εργασίας του και διεκόπη η καταβολή αυτού, ότι η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε σοβαρά από το έτος 2003 με έντονη κεφαλαλγία, ζάλη-ιλίγγους, τάσεις λιποθυμίας και χρόνια καταθλιπτική συνδρομή μετά ψυχονευρωσικών στοιχείων (ως συνέπεια του ως άνω ατυχήματος), παθήσεις που χρήζουν φαρμακευτικής αγωγής, ιατρικής παρακολούθησης και συνοδού προσώπου λόγω της λειτουργικής αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, ότι λόγω της κατάστασης αυτής έχει ανάγκη οικιακής βοηθού, μετά μάλιστα τον θάνατο το 2003 της συζύγου του και την αδυναμία των δύο γυιών του να τον συνδράμουν, ενώ έχει και ανάγκη ψυχιατρικής παρακολούθησης τουλάχιστον μία φορά τον μήνα, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει από 1-1-2003 και εφόρου ζωής αυτού για την αντιμετώπιση των δαπανών για την απασχόληση οικιακής βοηθού, την αμοιβή ψυχιάτρου και τις αναγκαίες μετακινήσεις του για την ιατρική παρακολούθησή του το συνολικό ποσό των 1.470 €. Το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας επί της αγωγής αυτής, ύστερ' από έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος με τη προσβαλλομένη 2321/2007 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι από την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση επί προηγουμένης αγωγής του κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου, υπό την αρνητική λειτουργία του, το σύνολο των εννόμων συνεπειών που επήλθαν σε βάρος του ενάγοντος και οι οποίες, πλην άλλων, αφορούσαν την προαναφερθείσα παθολογική κατάσταση από τον τραυματισμό του, δηλ. την χρόνια ψυχονευρωτική κατάθλιψή του, στα δυσμενή από ιατρική άποψη επακόλουθα της οποίας, για επόμενο της πρώτης δίκης χρονικό διάστημα, αφορούσαν οι τώρα επίδικες αξιώσεις αποζημίωσης, και ότι επομένως το κριθέν τελεσίδικα δικαίωμα του ενάγοντος, που αποτελεί το κύριο αντικείμενο και της δίκης αυτής, δεν μπορεί να επανεξετασθεί κατ' αυτήν, στην συνέχεια δε εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποί η αγωγή είχε απορριφθεί ως μη νόμιμη, και απέρριψε αυτήν για την παραπάνω αιτία. Με τη κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας, δεχθέν ότι είχε δημιουργηθεί δεδικασμένο, υπό την αρνητική λειτουργία του, από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα, οι περαιτέρω επιζήμιες για τον ενάγοντα συνέπειες από το ως άνω ατύχημα, που αποτελούν την βάση των επιδίκων αξιώσεών του, δεν είχαν προβληθεί, ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την εξέταση της πρώτης αγωγής του, αλλά εκδηλώθηκαν μεταγενέστερα και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από το δικαστήριο που επεδίκασε σ' αυτόν την προηγουμένη αποζημίωση. Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή του μοναδικού λόγου αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ. ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580§3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2321/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ