470/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated470/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην υπόθεση που κρίνεται, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο υπόθεση Ειρηνοδικείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη αναφορικώς με την ένδικη διεκδικητική αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων και την απαγωγή των τελευταίων, που έχει ως βάση το άρθρο 1010 του Α.Κ.: "Με το υπ' αριθμ. ...
Full text
Απόφαση 470 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 470/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Χαράλαμπο Αθανασίου Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεράσιμο Θεοδωράτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1 συζ. Ψ2, το γένος ... και 2. Ψ2, κατοίκων .... Η 1η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλκιβιάδη Παππά και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο του.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και με τις προτάσεις-ανταγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αργοστολίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 81/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-11-2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 4-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 5-11-2005 αίτηση της Χ για αναίρεση της 81/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041 και 1043 του ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου, με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο ή νομιμόμενο τίτλο, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, για μια δεκαετία. Αποτελούν δε πράξεις νομής, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ' αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες φανερώνονται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του (ΑΠ 29/2009 - ΑΠ 1882/1999).
Τέτοια δε πράξη είναι και η ανέγερση κτίσματος επί του ακινήτου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, γεγονός που συντρέχει, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην υπόθεση που κρίνεται, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο υπόθεση Ειρηνοδικείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη αναφορικώς με την ένδικη διεκδικητική αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων και την απαγωγή των τελευταίων, που έχει ως βάση το άρθρο 1010 του Α.Κ.: "Με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο του τέως Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Γερασίμου Αυγερινού, νομίμως μεταγεγραμμένου, ... μεταβίβασε λόγω δωρεάς προς την ενάγουσα εγγονή του (εκκαλούσα της από 28-1-00 εφέσεως) ένα οικόπεδο επιφανείας 224,43 τμ περίπου ευρισκόμενο στο ... (Ο.Τ 235 Α και με αρ. τεμ. 3) και οριοθετούμενο ολόγυρα με δημοτική οδό ..., με ιδιοκτησία εναγομένων και με ιδιοκτησίες Φ1 και Φ2.
Ακολούθως, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου, οι εναγόμενοι (εκκαλούντες της από 23-1-00 εφέσεως) αγόρασαν, κατά το ήμισυ εξ αδιαιρέτου έκαστος, από τον δικαιοπάροχο της ενάγουσας, ένα όμορο οικόπεδο επιφανείας 211,25 τ.μ. ευρισκόμενο στο ... (Ο.Τ. 235 Α) στη θέση ... και οριοθετούμενο ΝΑ με δημοτική οδό, ΒΔ με ιδιοκτησία ενάγουσας, ΒΑ με δημοτική πάροδο της οδού ..., Β-ΒΔ με ιδιοκτησία ενάγουσας και Α-ΝΑ με παραχωρηθείσα στην κοινή χρήση λωρίδα και πέραν αυτής με δημοτική οδό.
Τα ανωτέρω όμορα οικόπεδα είχαν οριοθετηθεί από τον κοινό δικαιοπάροχο των διαδίκων, πριν την πώληση και μεταβίβαση από αυτόν του δεύτερου ως άνω περιγραφόμενου οικοπέδου στους εναγομένους. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι κατά τις αρχές του έτους 1988, μετά την έκδοση της υπ' αρ. ... οικοδομικής άδειας, προχώρησαν σε ανοικοδόμηση, επί του ανωτέρω οικοπέδου, μιας οικίας αποτελούμενης από ημιυπόγειο, πρώτο και δεύτερο όροφο.
Η επίδικη λωρίδα των 34 τμ, περιλαμβάνει μέρος της οικοδομής που ανήγειραν οι εναγόμενοι σε τμήμα 22 τμ της επίδικης αυτής λωρίδας και συγκεκριμένα, (περιλαμβάνει) μέρος του βόρειο-βορειοδυτικού τοίχου αυτής καθώς και μέρος των θεμελίων κάτωθι του τοίχου αυτού, ενώ τα υπόλοιπα 12 τμ είναι ακάλυπτος χώρος που χρησιμοποιούνταν από τους εναγομένους προς εναπόθεση των υλικών της οικοδομής, αρχικώς, μεταγενέστερα δε - μετά την αποπεράτωση της οικοδομής - καλλιεργείτο με κηπευτικά από την πρώτη εναγομένη.
Όμως, από την εκτίμηση του ανωτέρω αποδεικτικού υλικού και ιδίως της διαταχθείσας με την υπ' αριθμ. 18/2002 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, από 6-9-04 πραγματογνωμοσύνης της ..., η οποία εφάρμοσε τους ανωτέρω τίτλους ιδιοκτησίας των διαδίκων και κατάρτισε τα σχετικά τοπογραφικά διαγράμματα, προέκυψε ότι αμφότερες οι ιδιοκτησίες των διαδίκων έχουν "ξεφύγει" από τα όρια της ρυμοτομικής γραμμής, με αποτέλεσμα, οι εναγόμενοι να κατέχουν τμήμα της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, εμβαδού 1,72 τμ όπως αυτό αποτυπώνεται υπό στοιχεία Ρ1 - Ρ4-Ρ6-Ρ1 στο υπ' αριθμ. 41Β' από Αυγούστου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε η ως άνω αναφερόμενη πραγματογνώμων, από το οποίο, έχει οικοδομηθεί τμήμα εμβαδού 0,82 τμ, όπως αυτό αποτυπώνεται υπό στοιχεία Ρ3-Ρ4-Ρ5-Ρ3 στο ίδιο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα, ενώ η ενάγουσα να κατέχει τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγομένων, εμβαδού 1,11 τμ, όπως αυτό αποτυπώνεται υπό στοιχεία Ρ4-Α4-Α7-Ρ4 στο ανωτέρω διάγραμμα.
Ακολούθως, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της από 28-1-00 εφέσεως της ενάγουσας, με τον οποίο η τελευταία ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη έσφαλε δεχόμενη εν μέρει την αγωγή της, ενώ θα έπρεπε να την δεχτεί ολικά, καθώς σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, είναι κυρία όλου του επιδίκου τμήματος 34 τμ, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Ταυτόχρονα, ο τέταρτος και πέμπτος λόγος της από 23-1-00 εφέσεως των εναγομένων με τον οποίον οι τελευταίοι παραπονούνται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ιδίως της από 18-12-97 πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε στα πλαίσια προηγηθείσας, μεταξύ των διαδίκων, δίκης ασφαλιστικών μέτρων ο τοπογράφος-μηχανικός ..., ισχυριζόμενοι ότι η επίδικη λωρίδα περιλαμβάνεται στον τίτλο ιδιοκτησίας τους ήτοι το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο αγοράς, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως ουσία βάσιμος, σύμφωνα με τα παραπάνω. Αποδείχθηκε ακόμα, ότι οι εναγόμενοι βασιζόμενοι στο παραπάνω αγοραπωλητήριο συμβόλαιο που καταρτίστηκε μεταξύ αυτών ως αγοραστών και του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας ως πωλητή, πίστευσαν δικαιολογημένα ότι το οικόπεδο που περιήλθε στη νομή τους, περιλαμβάνεται στο προαναφερόμενο συμβόλαιο, ανοικοδομώντας το 0,82 τμ και καλλιεργώντας το υπόλοιπο 0,90 τμ με τον τρόπο αυτό, νεμόμενοι, δηλαδή, το τμήμα των 1,72 τμ, συνολικά, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο από το 1987, ήτοι για διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του, Ειρηνοδικείου στις 26-2-1997, κατέστησαν κύριοι της επίδικης λωρίδας 1,72 τμ με τακτική χρησικτησία".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσείουσας για τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 12 τ.μ., καθώς και η απαγωγή των αναιρεσιβλήτων, επιδικάζοντας σ' αυτούς τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 22 τμ.
και στη συνέχεια απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την αγωγή της αναιρεσείουσας, δεχθέν ότι αυτοί (αναιρεσίβλητοι) κατέστησαν κύριοι τμήματος του επιδίκου, εμβαδού 1,72 τ.μ., με τακτική χρησικτησία. Κρίνοντας έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, αφού τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε δεν αρκούσαν για την εφαρμογή τους.
Συγκεκριμένα, δέχθηκε ότι στον τίτλο της ενάγουσας περιέχεται τμήμα μόνο του επιδίκου, εμβαδού 1,72 μ2, και ότι από (1,72μ2), οι εναγόμενοι ενέμοντο με νομιζόμενο τίτλο, ήτοι με το 14290/1987, το οποίο όμως δεν έχει μεταγραφεί από αρχές 1988, ότε άρχισαν να ανεγείρουν οικοδομή σ' αυτό, μέχρι άσκησης της αγωγής (26-2-1997), ήτοι για χρονικό διάστημα μικρότερο της δεκαετίας, το οποίο (χρονικό διάστημα) δεν αρκούσε για την κτήση της κυριότητας με τακτική χρησικτησία.
Συνεπώς, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, ότι παραβιάστηκαν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα, ότι αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκρο-τούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 81/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ