Legislator Case Law & Legislation
470/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against High Court ruling on state compensation for interest payments.

Case Number 470/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding state compensation for interest payments. The Court found that the High Court correctly applied the relevant ministerial decisions based on proven facts, including the beneficiary's payment history and the bank's failure to contest the contracts. Consequently, the Court ruled that the lower court's reasoning was legally sound and free from the defects alleged in the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1) & 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court correctly applied substantive law and provided sufficient, non-contradictory reasoning based on established facts.

Keywords

AI generated
civil appeal state compensation interest payments ministerial decisions legal reasoning court of appeal banking liability

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 7/2006
Supreme Court 4/2005
Supreme Court 30/1997
Supreme Court 28/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 470 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 470/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Κωτσοβίλη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ ΤΙΤΑΝ" που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους Στέλιο Σταματόπουλο και Νικόλαο Καραμητσάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Ιουλίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2823/2002 προδικαστική απόφαση, 3438/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 5240/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 09 Ιανουαρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 15.11.2007 αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Κατά δε τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 30/1997 και 28/1997).

Από τη διάταξη δε του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, με την υπ' αριθμό 69836/Β 1461/30.9.93 (ΦΕΚ 770 Β') απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που ίσχυσε από 1.10.1993, στο εξής "1η Κ.Υ.Α." όπως τροποποιήθηκε με την υπ'αριθμό 2035824/5887/7.6.1994 (ΦΕΚ 4128Β) απόφαση των ίδιων Υπουργών, που ίσχυσε από 7.6.1994 στο εξής "2η Κ.Υ.Α." και προκειμένου, κατά τα εκτιθέμενα ταυτόσημα στο προοίμιό τους, "να ενισχυθούν οι βιομηχανικές επιχειρήσεις των Νομών Καστοριάς και Ευβοίας, με στόχο τη μείωση της ανεργίας και την ανάπτυξη των περιοχών αυτών", ορίσθηκαν τα εξής:

ΧΟΡΗΓΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΠΑΓΙΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΚΙΝΗΣΗΣ 1) Το σύνολο των υφισταμένων μέχρι 30.6.93 ληξιπρόθεσμων και μη οφειλών από πάσης φύσεως δανείων Τραπεζών (κεφάλαια κινήσεως και πάγιες εγκαταστάσεις) σε δραχμές ή συνάλλαγμα και από καταπτώσεις εγγυητικών επιστολών σε δραχμές ή συνάλλαγμα των βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στους Νομούς Καστοριάς και Εύβοιας, θα αποτελέσει ένα νέο δάνειο που θα εξοφληθεί σε (10) έτη με ίσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, ή με ίσες εξαμηνιαίες χρεωλυτικές δόσεις (απλό χρεωλύσιο) και υπολογισμό των τόκων ανά εξάμηνο.

Το επιτόκιο των νέων δανείων, για το τμήμα τους που καλύπτεται με την εγγύηση του Δημοσίου κατά τα οριζόμενα στο, επόμενο Κεφάλαιο της παρούσας, ορίζεται ίσο με αυτό των εντόκων γραμματίων Δημοσίου δωδεκάμηνης διάρκειας της εκάστοτε τελευταίας έκδοσης που χρονικά προηγείται της έναρξης κάθε περιόδου εντοκισμού των δανείων, προσαυξημένο με 5 εκατοστιαίες μονάδες, ενώ για το τμήμα των νέων δανείων που δεν καλύπτεται με την εγγύηση του Δημοσίου, θα καθορίζεται ύστερα από συμφωνία μεταξύ των Τραπεζών και των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων.

Το επιτόκιο αυτό (και στις δύο περιπτώσεις (των 1 και 2 Κ.Υ.Α.) επιδοτείται, κατά τα πέντε πρώτα έτη, με δέκα (10) εκατοστιαίες μονάδες από τον λογαριασμό του Ν. 128/75, με την προϋπόθεση ότι ο δανειολήπτης θα έχει καταβάλει προηγουμένως τη δική του συμμετοχή.

2) ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ :

Οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή των επιχειρήσεων στις ρυθμίσεις της παρούσης είναι:

α) Οι επιχειρήσεις να είναι βιώσιμες μετά τη ρύθμιση. Η Βιωσιμότητα θα κρίνεται από τις Τράπεζες. Το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο πρέπει να κριθεί η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων από τις Τράπεζες ορίζεται σε τρεις (3) μήνες.

β) Οι επιχειρήσεις να έχουν καταβάλει τουλάχιστον το 5% των αναλογούντων εις αυτάς τόκων των ετών 1991 - 1992, και να έχουν ανταποκριθεί σ' αυτή την υποχρέωση μέχρι την ημέρα της ρύθμισης των δανείων (ημερομηνία υπογραφής του νέου δανειακού συμφώνου).

γ) Οι οφειλές να προέρχονται από δάνεια που αποδεδειγμένα χρησιμοποιήθηκαν είτε για αγορά παγίων εγκαταστάσεων είτε για κεφάλαιο κινήσεως των επιχειρήσεων.

δ) Ο έλεγχος της εφαρμογής των ανωτέρω ανατίθεται στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών ...".

3) Η δαπάνη που προκαλείται από την παρ. 1 θα βαρύνει το λογαριασμό του Ν.128/1975 ο οποίος δημιουργείται από την παρακράτηση των χορηγήσεων των Τραπεζών με σκοπό την επιδότηση επιτοκίων δανείων και επιδοτείται με τον κρατικό προϋπολογισμό μόνο σε περίπτωση ελλειματικότητάς του. Στη συνέχεια, η προαναφερθείσα υπ' αριθ. 69.836/Β.1461/30.9.1993 "Α' Κ.Υ.Α.", τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ'αριθ. 2045909/7431/0025 κοινή απόφαση των ίδιων Υπουργών (Φ.Ε.Κ. 680/13.9.1994 τ.Β') στο εξής "3η Κ.Υ.Α.", που άρχισε να ισχύει από 13.9.1994 ως ακολούθως: "Έχοντας υπόψη ... 5) την ανάγκη υποβοήθησης των βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων των Νομών Καστοριάς και Εύβοιας, που αντιμετωπίζουν προβλήματα ρευστότητας, αποφασίζουμε:

Ι. Μεταξύ της τρίτης και της τέταρτης παραγράφου του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (1) "ΧΟΡΗΓΗΣΕΙΣ ΠΑ ΠΑΓΙΕΣ ΕΓΚΑΤΑ-ΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΚΙΝΗΣΗΣ" της με αριθ. 69836/Β.1461/30.9.93 κοινής υπουργικής απόφασης όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και ισχύει, προστίθεται παράγραφος, ως εξής:

"Εναλλακτικά, σε όσες επιχειρήσεις επιθυμούν, χορηγείται περίοδος χάριτος για ενάμιση (1 1/2) έτος, δηλαδή μέχρι την 31.12.1994, χωρίς επιμήκυνση της συνολικής διάρκειας εξόφλησης των δέκα (10) ετών και υπό τον όρο ότι στην περίπτωση αυτή η οριζόμενη πενταετής επιδότηση του επιτοκίου των ρυθμιζόμενων οφειλών θα μειωθεί από 10 εκατοστιαίες μονάδες σε 8,5 εκατοστιαίες μονάδες.

Οι τόκοι της περιόδου χάριτος που βαρύνουν τον δανειολήπτη θα κεφαλαιοποιηθούν την 31.12.1994, θα προστεθούν στο αρχικό ρυθμιζόμενο κεφάλαιο και θα εξυπηρετηθούν με αυτό ενιαία σε 17 εξαμηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις ή σε 17 ίσες εξαμηνιαίες χρεωτιλυτικές δόσεις (απλό χρεολύσιο) και υπολογισμό των τόκων ανά εξάμηνο με το εκάστοτε εφαρμοζόμενο για τη ρύθμιση επιτόκιο.

Η πρώτη δόση θα καταβληθεί την 1.7.1995." II. Διευκρινίζουμε ότι: 1) Η διάταξη της περίπτωσης (β) του κεφαλαίου 1 της με αριθ. 69836/Β.1461/30.9.93 κοινής υπουργικής απόφασης: "Εναλλακτικώς οι ανωτέρω Επιχειρήσεις δύναται να τύχουν της επιδοτήσεως του επιτοκίου των δέκα (10) εκατοστιαίων μονάδων επί πέντε (5) έτη για τις υφιστάμενες οφειλές την 30.6.93 για πάγιες εγκαταστάσεις και κεφάλαια κίνησης σε δραχμές και σε συνάλλαγμα" εξακολουθεί να έχει ισχύ μόνο για όσες επιχειρήσεις είχαν αποδεδειγμένα ζητήσει από τις Τράπεζες την υπαγωγή τους σ' αυτή και μόνο σ' αυτή μέχρι την ημέρα έκδοσης της αριθ. 2035824/5887/1.6.94 απόφαση μας με την οποία απαλείφθηκε η διάταξη αυτή, και 2) Στη ρύθμιση της δεκαετούς εξόφλησης υπάγεται το σύνολο των υφισταμένων την 30.6.93 οφειλών από δάνεια για πάγιες εγκαταστάσεις και για κεφάλαια κίνησης.

Για τα μεσομακροπρόθεσμα δάνεια οι καταβολές που τυχόν έχουν γίνει μετά την ανωτέρω ημερομηνία και μέχρι την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας ρύθμισης, θα άγονται σε εξόφληση των δόσεων και τόκων του νέου δανείου που προκύπτει από τη ρύθμιση. Για τα κεφάλαια κίνησης τα υφιστάμενα την 30.6.93 ποσά που εξοφλήθηκαν μερικά ή ολικά μετά την ημερομηνία αυτή και επαναχορηγήθηκαν ή ανακυκλώθηκαν μέχρι την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας ρύθμισης, μπορούν να ρυθμισθούν υπό την προϋπόθεση ότι το ύψος τους δεν θα υπερβαίνει το ποσό της οφειλής που υφίστατο την 30.6.93.

Τα ποσά που καταβλήθηκαν από 1.7.93 μέχρι την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας ρύθμισης και δεν επαναχορηγήθηκαν θα παραμείνουν σε έντοκο λογαριασμό στην Τράπεζα προς εξόφληση δανείων και τόκων του νέου δανείου που προκύπτει από τη ρύθμιση.

Κατά τα λοιπά ισχύει η με αριθ. 69836/Β.1461 /30.9.93 κοινή υπουργική απόφαση, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και ισχύει μέχρι σήμερα". Με βάση τις ρυθμίσεις και των τριών πιο πάνω Κ.Υ.Α. (1η, 2η και 3η) η επιδότηση του επιτοκίου των δανειακών οφειλών θα ίσχυε επί μία πενταετία, αρχής γενομένης από την 30.6.1993 και μέχρι την 30.6.1998.

Το καταληκτικό αυτό χρονικό σημείο την 30.6.1998 θα ίσχυε και για τις ρυθμίσεις εκείνες χρεών που θα είχαν ως έρεισμα αρχικά μεν την 3η κατά σειρά κοινή Υπουργική απόφαση της 13.9.1994, με βάση την οποία, σε συνδυασμό όμως και με τις εφαρμοστέες κατά παραπομπή και προηγηθείσες υπ' αριθ. 1 και 2 Κ.Υ.Α., η ενδιαφερόμενη οφειλέτιδα επιχείρηση εκ των υστέρων, και μετά την υπαγωγή της σ'αυτές με την υπογραφή της αντίστοιχης συμβατικής ρύθμισης από της 13.9.1994 το ενωρίτερο και μέχρι την 30.6.1995, θα εδικαιούτο αναδρομικά για τις κεφαλαιοποιημένες μέχρι την 31.12.1994 οφειλές της κεφαλαίου και τόκων της καθιερούμενης νομοθετικά περιόδου χάριτος την επιδότηση του επιτοκίου από 30.6.1993 και για μία συνολικά πενταετία το αργότερο μέχρι την 30.6.1998, με την προϋπόθεση ότι μέχρι και της 1.7.1995 θα είχε καταβάλει την πρώτη από τις συμφωνηθείσες δόσεις στην αντισυμβαλλόμενη της Τράπεζα.

Εξ άλλου, από το συνδυασμό των ίδιων πιο πάνω διατάξεων δεν προκύπτει ότι με εκείνη της "3ης Κ.Υ.Α." 1) καθιερώθηκε ως αναγκαία προϋπόθεση η συμβατική ρύθμιση αρχικά για τη δανείστρια τράπεζα των υφισταμένων οφειλών της οφειλέτιδας επιχείρησης κατά την 30.6.1993, στο πλαίσιο εφαρμογής της "1ης Κ.Υ.Α.", ώστε να δικαιούται η ίδια οφειλέτιδα να επιδιώξει και νέα ρύθμιση στο πλαίσιο εφαρμογής της "3ης Κ.Υ.Α., ούτε 2) ότι ως αναγκαία προϋπόθεση υπαγωγής στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής της "3ης Κ.Υ.Α." καθιερώθηκε νομοθετικά αντικειμενικά η ύπαρξη ανάγκης ταμειακής ρευστότητος της επιδιώκουσας την υπαγωγή της επιχείρησης, ούτε 3) ότι στο ρυθμιστικό πλαίσιο της "3ης Κ.Υ.Α." και κατά νομοθετική δε παραπομπή και στο ρυθμιστικό πλαίσιο των δύο προηγουμένων Κ.Υ.Α. (1ης και 2ης) δεν μπορούσαν να υπαχθούν και οφειλές που ήδη είχαν ρυθμιστεί με πρωτοβουλία των Τραπεζών και πελατών τους μέχρι της 13.9.1994, που άρχισε να ισχύει η "3η Κ.Υ.Α.".

Για τις οφειλές αυτές, ως αναγκαία προϋπόθεση εξακολουθούσε να τίθεται η συνδρομή στις 30.9.1993 των προϋποθέσεων της παρ. 2 της "1ης Κ.Υ.Α." δηλαδή: α) η βιομηχανική επιχείρηση της οφειλέτιδας εταιρείας να ήταν εγκατεστημένη και να λειτουργεί στο Νομό ......, β) να είχε κριθεί βιώσιμη από την αντισυμβαλλόμενη Τράπεζα, γ) να είχε καταβάλει τους αναλογούντες τόκους για τα δάνεια που είχε λάβει την περίοδο 1991 - 1992 και δ) τα δάνεια αυτά να είχαν χρησιμοποιηθεί για αγορές παγίων στοιχείων και για κεφάλαια κίνησης.

Εξ άλλου, η χρήση του όρου "εναλλακτικά" στις πιο πάνω διατάξεις της "3ης Κ.Υ.Α." παρέσχε στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, που καίτοι στις 30.9.1993 συγκέντρωναν τις προϋποθέσεις υπαγωγής τους στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής της "1ης Κ.Υ.Α." δεν άσκησαν την αντίστοιχη ευχέρεια, να επιδιώξουν στη συνέχεια την υπαγωγή τους στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής της "3ης Κ.Υ.Α." μέσω της χορήγησης περιόδου χάριτος ενάμισυ (1 1/2) έτους, με κεφαλαιοποίηση του συνόλου των από 30.6.1993 έως 30.12.1994 τόκων της ίδιας περιόδου την 31.12.1994 και με επιτίμιο τη μείωση της επιδότησης επιτοκίου από (10) σε οκτώμισυ (8,5) εκατοστιαίες μονάδες, χωρίς η μη άσκηση της αντίστοιχης ευχέρειας από την "1η Κ.Υ.Α." να ισοδυναμεί εκ των υστέρων με σιωπηρή παραίτηση της οφειλέτιδας επιχείρησης, που της απέκλειε εκ των υστέρων και την επιδίωξη υπαγωγής των οφειλών στο ρυθμιστικό πλαίσιο της "3ης Κ.Υ.Α." και μέσω αυτής και σε εκείνο της "1ης Κ.Υ.Α." ως προς τις απαιτούμενες προϋποθέσεις της παρ. 2 εκείνης, που προαναφέρθηκαν και ίσχυαν κατά παραπομπή.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων: "Η ενάγουσα μέχρι την 21-6-1994 υπήρξε μέτοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΚΕΡΑΜΕΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΓΚΒΕ), η οποία από το έτος 1971 διατηρούσε εργοστάσιο παραγωγής ειδών πορσελάνης στο Νομό ......

και απασχολούσε περίπου 400 εργαζομένους. Ενόψει του ότι η ως άνω εταιρεία (ΓΚΒΕ) είχε χρέη περίπου 3,3 δισ. δραχμών προς οκτώ Τράπεζες (Εθνική Τράπεζα, Εμπορική Τράπεζα, ΕΤΕΒΑ, Τράπεζα Πειραΐώς, Banque Nationale de Paris, Τράπεζα Πίστεως, Societe Generale και Τράπεζα Μακεδονίας-Θράκης), συνήψε στις 12.8.1993 με τις δανείστριες Τράπεζες διατραπεζική συμφωνία ρύθμισης και αναδιάρθρωσης των χρεών της, διαλυτική αίρεση της οποίας ήταν η συγχώνευση αυτής, με απορρόφηση από την ενάγουσα, το αργότερο μέχρι την 30-6-1996.

Πράγματι δυνάμει του υπ' αρ. ...... συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ευάγγ. Παυλίνη, το οποίο εγκρίθηκε με την Κ2 5013/27-6-1994 απόφαση του Υπουργού Εμπορίου (ΦΕΚ 3557/29-6-1994), η οποία καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία του Μητρώου Ανωνύμων Εταιριών, η ενάγουσα απορρόφησε την ως άνω εταιρεία, η επιχείρηση δε της τελευταίας εξακολούθησε να λειτουργεί με το ίδιο αντικείμενο στο Νομό ......, ως ιδιαίτερη εκμετάλλευση (κλάδος) της επιχείρησης που ασκεί η ενάγουσα.

Σύμφωνα λοιπόν με την προαναφερόμενη σύμβαση συγχώνευσης με απορρόφηση και τη διάταξη του άρ. 75 παρ. 1 περ. α' του Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", από την καταχώρηση της ως άνω εγκριτικής απόφασης στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, η ενάγουσα υπεισήλθε αυτοδικαίως σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της απορροφηθείσας εταιρείας και επομένως ανέλαβε και τα χρέη της, όπως αυτά ρυθμίστηκαν με την διατραπεζική συμφωνία της 12-8-1993.

Η ενάγουσα μετά την απορρόφηση της ως άνω εταιρείας (ΓΚΒΕ), ως καθολική διάδοχος αυτής, με αιτήσεις της προς τις προαναφερόμενες δανείστριες Τράπεζες, ζήτησε την υπαγωγή των δανείων που είχε λάβει η ΓΚΒΕ από αυτές, στις ευνοϊκές ρυθμίσεις των ως άνω υπουργικών αποφάσεων και ειδικότερα στις ρυθμίσεις της τρίτης ως άνω ΚΥΑ, ενόψει του ότι η απορροφηθείσα εταιρεία πληρούσε όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στις ευνοϊκές ρυθμίσεις που προαναφέρθηκαν.

Ειδικότερα: α) η βιομηχανική επιχείρηση της οποίας ήταν φορέας, ήταν εγκαταστημένη και λειτουργούσε στο νομό ......, β) είχε κριθεί βιώσιμη από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, γ) είχε καταβάλει τους αναλογούντες τόκους για τα δάνεια που είχε λάβει την περίοδο 1991-1992, δ) τα δάνεια αυτά είχαν χρησιμοποιηθεί για αγορές παγίων στοιχείων και για τα κεφάλαια κινήσεως.

Οι παρακάτω δανείστριες τράπεζες έκαναν δεκτό το αίτημα της ενάγουσας και έτσι η τελευταία υπέγραψε με κάθε μία απ' αυτές τις κάτωθι αναφερόμενες "τροποποιήσεις συμβάσεων ρύθμισης οφειλών", με τις οποίες συμφωνήθηκε η υπαγωγή στην ως άνω 3η ΚΥΑ του ανεξόφλητου υπολοίπου της ενάγουσας προς κάθε μία τράπεζα.

Σε όλες τις συμβάσεις η συμβαλλόμενη τράπεζα ανελάμβανε την υποχρέωση να υποβάλει ανά εξάμηνο αίτημα στην Τράπεζα της Ελλάδος για την καταβολή της επιδοτήσεως του επιτοκίου για λογαριασμό και στο όνομα της ενάγουσας κατά ρητή εξουσιοδότησή της (ενάγουσας). Μετά την είσπραξη των τυχόν επιδοτήσεων, τα σχετικά ποσά θα κατατίθεντο σε πίστωση του οποιουδήποτε τηρούμενου με την τράπεζα λογαριασμού της ενάγουσας.

Παράλληλα η ενάγουσα ανελάμβανε την υποχρέωση να καταβάλει στην τράπεζα τυχόν ποσά που θα αφορούσαν στην επιδότηση των επιτοκίων σε περίπτωση που θα εζητείτο η επιστροφή τους, λόγω μη υπαγωγής των κεφαλαίων της ΓΚΒΕ στην ανωτέρω υπουργική απόφαση. Περαιτέρω πράγματι αποδείχθηκε ότι στις τροποποιήσεις σύμβασης ρύθμισης οφειλών που κατήρτισε η ενάγουσα με τις παρακάτω Τράπεζες τηρήθηκαν οι ειδικότεροι όροι υπαγωγής στην ευνοϊκή ρύθμιση της 3ης ΚΥΑ όπως ειδικότερα προβλέπεται από αυτή και συγκεκριμένα :

α) το προς υπαγωγή ποσό ήταν το ποσό που διαμορφώθηκε στις 31-12-1994 και αφορούσε όλες τις απαιτήσεις τις οποίες ανέλαβε η ενάγουσα μετά τη συγχώνευσή της με την ΓΚΒΕ, κατά κεφάλαιο και κεφαλαιοποιηθέντες τόκους β) από 1-1-1995 το επιτόκιο του δανείου καθορίστηκε κυμαινόμενο, ίσο με αυτό των Ε.Γ.Δ. δωδεκάμηνης διάρκειας, προσαυξανόμενο κατά 1 εκατοστιαία μονάδα και γ) η εξόφληση του υπολοίπου των δανείων συμφωνήθηκε να γίνει σε 17 ίσες εξαμηνιαίες δόσεις, με καταβολή της πρώτης δόσης την 1-7-1995.

Συγκεκριμένα η ενάγουσα κατήρτισε τις επιμέρους συμβάσεις και εισέπραξε τ' αντίστοιχα ποσά επιδότησης επιτοκίου, που της κατέβαλε η αντίστοιχη Τράπεζα: α) με την από 11-5-1995 σύμβαση που υπέγραψε με την Τράπεζα SOCIETE GENERALE, όπως η σύμβαση αυτή τροποποιήθηκε με το από 10-7-1996 συμφωνητικό, δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε η υπαγωγή στην 3η ΚΥΑ του, κατά την 31-12-1994, ανεξόφλητου υπολοίπου, ύψους 623.522.082 δρχ. (που περιλαμβάνει κεφάλαιο και κεφαλοποιηθέντες τόκους) η εν λόγω Τράπεζα κατέβαλε στις 10.7.1996 στην ενάγουσα ως επιδότηση επιτοκίου το ποσό των 119.937.931 δρχ., το οποίο είχε εισπράξει από την Τράπεζα της Ελλάδος, β) με την από 15-6-1995 σύμβαση που υπέγραψε με την Τράπεζα Πειραιώς, δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε η υπαγωγή στην 3η ΚΥΑ του, μέχρι την 31-12-1994 ανεξόφλητου του υπολοίπου της ενάγουσας, ύψους 131.099.703, η εν λόγω Τράπεζα κατέβαλε στην ενάγουσα στις 6-9-1996 ως επιδότηση επιτοκίου το ποσό του 1.092.677 δρχ., γ) με την Εθνική Τράπεζα Επενδύσεων Βιομηχανικής Ανάπτυξης ΑΕ (ΕΤΕΒΑ) δυνάμει του από 19-6-1995 ιδιωτικού συμφωνητικού, συμφωνήθηκε η υπαγωγή στις ρυθμίσεις της ως άνω ΚΥΑ του, μέχρι την 31-12-1994, ανεξόφλητου υπολοίπου της ενάγουσας, ποσού 424.373.078 δρχ.

Η τράπεζα αυτή κατέβαλε στην ενάγουσα συνολικό ποσό 108.451.956 δρχ. και δη στις 2.7.1995 ποσό 44.373.485 δρχ., στις 23-11-1995 ποσό 18.861.497 δρχ, στις 3-7-1996 ποσό 16.077.146 δρχ., στις 12-12-1996 ποσό 15.072.325 δρχ. και στις 12-6-1997 ποσό 14.067.503 δρχ., δ) με την Άλφα Τράπεζα Πίστεως συνήψε την από 13-4-1995 Σύμβαση ρύθμισης οφειλών, με την οποία υπήχθησαν στις ρυθμίσεις της ίδιας ως άνω υπουργικής απόφασης, ανεξόφλητες μέχρι την 31-12-1994 οφειλές της ενάγουσας προς την Τράπεζα ύψους 397.947.012 δρχ.

Η ενάγουσα εισέπραξε ως επιδότηση επιτοκίου βάσει της ανωτέρω σύμβασης συνολικό ποσό 96.821.790 δρχ. και δη την 17-8-1995 ποσό 32.587.842 δρχ., την 7-7-1995 ποσό 17.444.689 δρχ., την 2-1-1996 ποσό 16.701.330 δρχ., την 1.7.1996 ποσό 15.483.601 δρχ. και την 1-1-1997 ποσό 14.604328 δρχ., ε) με την Τράπεζα Βanque Ναtionale de Ραris συνήψε την από 30-6-1995 σύμβαση ρύθμισης οφειλών, με την οποία υπήχθησαν στην πιο πάνω κοινή υπουργική απόφαση ανεξόφλητες οφειλές μέχρι την 31-12-1994, ποσού 276.161.154 δρχ.

Το ποσό της επιδότησης επιτοκίου που εισέπραξε η ενάγουσα από την εν λόγω τράπεζα στις 11-9-1996 ανήλθε σε 58.340.350 δρχ. Επομένως η ενάγουσα εισέπραξε συνολικά από την Τράπεζα της Ελλάδος, μέσω των ως άνω δανειστριών Τραπεζών, ως επιδότηση επιτοκίου, που πρόβλεπαν οι προαναφερόμενες ΚΥΑ το συνολικό ποσό των 384.644.703 δρχ.

Περαιτέρω δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι αποδείχθηκε ότι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος με το από 20-6-1995 έγγραφό της προς το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας ζήτησε από αυτό να διατυπώσει την άποψη του σχετικά με το αν η απορροφηθείσα από την ενάγουσα εταιρεία (ΓΚΒΕ) πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την υπαγωγή των οφειλών της στις ευνοϊκές ρυθμίσεις της προαναφερόμενης 68936/Β1461/30-9-1993 ΚΥΑ, όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε.

Στο ανωτέρω έγγραφό της η ίδια τράπεζα διατύπωνε την άποψη ότι η εν λόγω εταιρεία: (ΓΚΒΕ) πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις διότι : 1) οι ρυθμίσεις της απόφασης εφαρμόζονται στις βιομηχανικές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν στους Νομούς Καστοριάς και Ευβοίας ανεξάρτητα από την έδρα τους, 2) όπως έχει γίνει δεκτό μέχρι σήμερα εργοστάσια των επιχειρήσεων θεωρούνται ως "αυτοτελείς επιχειρήσεις" εφόσον πρόκειται για εφαρμογή αναπτυξιακών Νόμων ή άλλων ευεργετικών διατάξεων, 3) η δραστηριότητα της εταιρείας στο εργοστάσιό της στην συνεχίζεται και μετά την απορρόφηση της από την "ΤΙΤΑΝ ΑΕ" (ενάγουσα) ως τελείως ανεξάρτητος επιχειρηματικός κλάδος με εξασφαλισμένη πλέον τη βιωσιμότητά της, 4) δεν θεωρείται επιτρεπτό η ενέργεια της απορρόφησης που έγινε για εξασφάλιση της συνέχισης της λειτουργίας της πρώην ΓΚΒΕ, να συνεπάγεται απώλεια των δικαιωμάτων που προβλέπει η ως άνω υπουργική απόφαση και 5) τυχόν αποκλεισμός της επιδότησης, θα αποτελούσε δυσμενή μεταχείριση μιας επιχείρησης από αυτές που δραστηριοποιούνται στους ανωτέρω Νομούς έναντι των άλλων.

Το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας πριν απαντήσει στο ανωτέρω ερώτημα της Εθνικής Τράπεζας απέστειλε σχετικό ερώτημα προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, το οποίο με την 696/1995 γνωμοδότηση του, την οποία διαβίβασε στο ως άνω Υπουργείο με το ...... έγγραφο του, διατύπωσε και αυτό την άποψη ότι η ανωτέρω απορροφηθείσα εταιρεία μπορεί να υπαχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις της πιο πάνω κοινής υπουργικής απόφασης.

Στο σκεπτικό της ως άνω γνωμοδότησης αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι "μόνο το γεγονός της απορροφήσεως της οφειλέτιδος εταιρείας (ΓΚΒΕ) δεν μπορεί ν' αποτελέσει κώλυμα για την υπαγωγή των χρεών της στις ρυθμίσεις της εν λόγω υπουργικής απόφασης, έστω και στο όνομα της απορροφώσης εταιρείας, δεδομένου ότι η απορρόφηση αυτή κρίθηκε αναγκαία για τη βιωσιμότητα της επιχειρήσεως αυτής, περί της οποίας έχει αρμοδιότητα να κρίνει η πιστώτρια τράπεζα σύμφωνα με την παρ. 2 περ.

α' της ίδιας απόφασης, τα ρυθμιζόμενα χρέη αναφέρονται στην ίδια χρονική περίοδο που προβλέπει η υπουργική απόφαση, η δε επιχειρηματική δραστηριότητα (λειτουργία του εργοστασίου) εξακολουθεί ν' ασκείται στις ίδιες εργοστασιακές εγκαταστάσεις βρίσκονται στο Νομό ...... και συνεπώς συντρέχουν όλες οι ουσιαστικές προϋποθέσεις της απόφασης (μείωση ανεργίας, ανάπτυξη περιοχής) για την ενίσχυση της επιχειρήσεως αυτής.

Στο μεταξύ οι ανωτέρω δανείστριες τράπεζες της ΓΚΒΕ είχαν ήδη κάνει δεκτή, όπως προαναφέρθηκε, την αίτηση της ενάγουσας για την υπαγωγή της τελευταίας (ως καθολικής διαδόχου της ΓΚΒΕ) στις ως άνω ευνοϊκές ρυθμίσεις και είχαν ήδη καταρτίσει με αυτή τις προαναφερόμενες επίδικες συμβάσεις. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι μετά την πάροδο δύο ετών από την υπαγωγή των παραπάνω οφειλών στις ευνοϊκές ρυθμίσεις της ως άνω κοινής υπουργικής απόφασης, το Υπουργείο Εθν.

Οικονομίας, με το από 9-7-1997 έγγραφο του, το οποίο υπέγραψε ο Γενικός Γραμματέας αυτού, απάντησε προς την ερωτώσα Εθνική Τράπεζα, (μη υιοθετώντας τη γνωμοδότηση του Νομ. Συμβουλίου του Κράτους), ότι η υπαγωγή των οφειλών της ΓΚΒΕ στις διατάξεις της ΚΥΑ 69836/81461/30-9-1953 δεν ήταν δυνατή, καθόσον η προαναφερθείσα εταιρεία είχε παύσει να έχει νομική προσωπικότητα ως απορροφηθείσα από την ΤΙΤΑΝ ΑΕ (ενάγουσα) πριν τεθεί σε ισχύ η ανωτέρω απόφαση.

Πλην όμως αυτό δεν είναι σωστό αφού στις 30-9-1993 η εν λόγω εταιρεία δεν είχε απορροφηθεί από την ενάγουσα, αφού η απορρόφηση έγινε στις 22-6-1994 και εγκρίθηκε στις 27-6-1994 με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου. Το έγγραφο κοινοποιήθηκε απλώς και στην εναγομένη Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία βασιζόμενη στην εκφρασθείσα άποψη του Γεν.

Γραμματέα του ως άνω Υπουργείου, θεώρησε ότι κακώς είχε καταβληθεί στην ενάγουσα, μέσω των πιο πάνω Τραπεζών από τον τηρούμενο σε αυτήν κοινό λογαριασμό το Ν.128/1975 το προαναφερόμενο ποσό των 384.644.704 δρχ., ως επιδότηση επιτοκίου. Κατόπιν τούτου η εναγομένη αφενός μεν έπαυσε εφεξής την καταβολή προς αυτή (ενάγουσα) της οφειλόμενης κατά τα παραπάνω επιδότησης αφετέρου δε ζήτησε την επιστροφή της ήδη καταβληθείσας σε αυτή επιδότησης και μάλιστα με επιπλέον ετήσιο επιτόκιο 15,5 % χρεώνοντας τους τηρούμενους σε αυτή λογαριασμούς κάθε μίας από τις δανείστριες τράπεζες με το ποσό της επιδότησης που κάθε μία είχε καταβάλει στην ενάγουσα, κατά τα προεκτεθέντα, πλέον του ετήσιου επιτοκίου 15,5%, το οποίο είχε οριστεί δυνάμει της ......

πράξης του Διοικητή της για την αναπροεξόφληση γραμματίων και συναλλαγματικών. Ακολούθως, κάθε δανείστρια τράπεζα αναγκάστηκε να χρεώσει αντίστοιχα το λογαριασμό που η ενάγουσα τηρούσε σε αυτήν, με το ανωτέρω ποσό που είχε εισπράξει ως επιδότηση επιτοκίου από τον ως άνω κοινό λογαριασμό, πλέον του ετήσιου επιτοκίου 15,5 % και έτσι η ενάγουσα αναγκάστηκε με τη σειρά της να επιστρέψει τα εισπραχθέντα απ' αυτή ποσά.

Πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε η εταιρεία ΓΚΒΕ είχε τις προϋποθέσεις να υπαχθεί στις ευνοϊκές διατάξεις της 1ης ΚΥΑ από το έτος 1993 και ακόμη και αν δεν το έπραξε δεν σημαίνει ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμα της αυτό, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη. Κατά συνέπεια η εναγόμενη εντελώς αυθαίρετα και παρά το νόμο ενεργώντας μέσω των νομίμων εκπροσώπων της, έπαυσε εφεξής την καταβολή προς την ενάγουσα της οφειλόμενης επιδότησης επιτοκίου μολονότι η τελευταία την εδικαιούτο και ζήτησε από αυτήν να της επιστρέψει το ποσό που ήδη είχε λάβει ως επιδότηση, μέσω των δανειστριών Τραπεζών με επιπλέον μάλιστα επιτόκιο, όπως προαναφέρθηκε.

Ειδικότερα η ως άνω εναγομένη, επιδεικνύοντας αμέλεια περί την εκτέλεση των καθηκόντων της, μέσω των νόμιμων εκπροσώπων, προέβη στις παραπάνω ενέργειες παρόλο που σύμφωνα με το νόμο ενεργούσε ως απλή διαχειρίστρια του τηρούμενου σ' αυτή κοινού λογ/σμού του Ν.128/1975, χωρίς να έχει καμμία αποφασιστική αρμοδιότητα επ' αυτού και παρόλο πού οι πιο πάνω δανείστριες Τράπεζες δεν είχαν προβεί στην καταγγελία των επιδίκων συμβάσεων, δυνάμει των οποίων οι οφειλές της ΓΚΒΕ είχαν υπαχθεί στις διατάξεις της 68936/Β/1461/30-9-93 κοινής υπουργικής απόφασης και χωρίς να έχει λάβει οποιαδήποτε σχετική εντολή από αυτές (δανείστριες Τράπεζες) όπως θα έπρεπε.

Επίσης η εναγομένη επέδειξε αμέλεια περί την εκτέλεση των καθηκόντων της, μέσω των νόμιμων εκπροσώπων της, αφού παρέβλεψε το γεγονός ότι το παραπάνω από 9-7-1997 έγγραφο του Υπουργείου Εθν. Οικονομίας, που υπογράφεται από το Γεν.Γραμματέα αυτού, απλώς κοινοποιήθηκε σ' αυτή και ότι αφενός μεν το εν λόγω έγγραφο, το οποίο δεν είχε καμμία αποφασιστική σημασία, δεν τη δέσμευε και δεν την ανάγκαζε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, αφετέρου δε ότι δεν της προσέδιδε και το δικαίωμα να προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια.

Η ενάγουσα, συνεπεία της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης υπέστη ζημία, η οποία αφορά αφενός μεν στο ποσό που η ενάγουσα είχε ήδη εισπράξει μέσω των πιο πάνω δανειστριών τραπεζών, ως επιδότηση επιτοκίου, στα πλαίσια και εις εκτέλεση των επίδικων ευνοϊκών ρυθμίσεων της προαναφερόμενης ΚΥΑ, από τον τηρούμενο λογαριασμό, το οποίο όμως υποχρεώθηκε να επιστρέψει σ' αυτήν, με τη διαδικασία που προαναφέρθηκε, πλέον ετησίου επιτοκίου 15, 5%, αφετέρου δε στο ποσό το οποίο η ενάγουσα εδικαιούτο να λάβει ως επιδότηση επιτοκίου και το οποίο με βεβαιότητα θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, μέσω των δανειστριών τραπεζών που προεκτέθηκαν, με τις οποίες είχε υπογράψει σχετικές συμβάσεις, αν δεν μεσολαβούσε η κατά τα ανωτέρω παράνομη και υπαίτια διακοπή της επιδότησης με ενέργειες της εναγομένης.

Επιπλέον αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα τηρούσε όλες τις προϋποθέσεις υπαγωγής των οφειλών στην 3η ΚΥΑ, όπως προαναφέρθηκε και επιπλέον τήρησε τις επιμέρους συμφωνίες με τις δανείστριες τράπεζες, καταβάλλοντας εμπρόθεσμα τις εξαμηνιαίες δόσεις που συμφωνήθηκαν, όπως προκύπτει από το ότι: α) οι ίδιες οι Τράπεζες, δεν κατήγγειλαν τις συμβάσεις, παρόλο που είχαν το σχετικό δικαίωμα αν δεν ετηρούντο τα συμφωνηθέντα, β) από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, όπου αναφέρεται ότι είχε τηρήσει την καταβολή των εξαμηνιαίων δόσεων και γ) από το ότι η ίδια η εναγομένη της κατέβαλε για διάστημα δύο ετών την σχετική επιδότηση.

Ειδικότερα: Α) Η ενάγουσα εισέπραξε ως επιδότηση επιτοκίου το συνολικό ποσό των 384.644.703 δρχ. ή 1.128.817, 91 ευρώ, όπως αυτό ήδη αναφέρθηκε αναλυτικά παραπάνω. Μετά τη διακοπή της επιδότησης επέστρεψε στην εναγομένη το συνολικό ποσό των 449.923.490 δρχ. ή 1.320.391, 75 ευρώ, ήτοι το εισπραχθέν από αυτή κεφάλαιο των 384.644.703 δρχ.ή 1.128.817, 91 ευρώ και επιπλέον υπολογισθέντες επ' αυτού τόκους, ύψους 65.278.787 δρχ.

ή 191.573, 84 ευρώ.

Β) Στα πλαίσια και σε εκτέλεση των ως άνω η εναγομένη όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα από τον τηρούμενο σε αυτήν κοινό λογαριασμό του Ν. 128/1975, μέσω των δανειστριών Τραπεζών, ως επιδότηση του επιτοκίου 8, 5%, το συνολικό ποσό των 259.346.474 δρχ. ή 761.104, 84 ευρώ.

Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις την αγωγή που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά ένα μέρος ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των τριών "Κ.Υ.Α.", καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών των πιο πάνω Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης, από την αδικοπρακτική ευθύνη των οργάνων της εναγομένης.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των ίδιων εφαρμοστέων κανόνων ουσιαστικού δικαίου των τριών "Κ.Υ.Α." τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-11-2007 αίτηση της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5240/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ