470/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1400/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3403/2004 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/1/2006 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated470/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με αυτά που δέχτηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τους παραπάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου του όρου 27 της από 7.3.1990 ΕΣΣΕ, οι οποίοι δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση των αναιρεσειόντων αφού αυτοί δεν περιλαμβάνονται στις κατηγορίες των δικαιούχων της επίδικης αξίωσης, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη.
Full text
Απόφαση 470 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 470/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: ....(αναφέρονται 5 ονόματα). υπαλλήλων ΟΤΕ, όλων κατοίκων ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Κουφογιάννη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. (Ο.Τ.Ε.), που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Τριανταφύλλου και Άννας Σακκά-Στρεβίνα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/1998 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1400/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3403/2004 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/1/2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 4/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 10/1/2006 αίτησης για αναίρεση της 3403/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την 130558/12.6.1989 Κ.Υ.Α. των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Εθνικής Άμυνας, Εσωτερικών, Οικονομικών, Εργασίας και Υγείας - Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Φ.Ε.Κ. 471/16.6.1989), με τον τίτλο "Υγιεινή και Ασφάλεια των εργαζομένων στα Μηχανογραφικά Κέντρα του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και ΟΤΑ" ορίζεται ότι: "Έχοντας υπόψη 1... 2...την ανάγκη λήψης πρόσθετων μέτρων για βελτίωση των συνθηκών εργασίας και του εργασιακού χώρου γενικότερα των εργαζομένων στα Μηχανογραφικά Κέντρα του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ αποφασίζουμε:
Χορηγείται στους εργαζόμενους μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής μία ημέρα αδείας μετ΄ αποδοχών ανά δίμηνο πέρα της κανονικής ύστερα από αίτηση του εργαζομένου. Το δικαίωμα αυτό θα πρέπει να ασκηθεί εντός του συγκεκριμένου διμήνου, άλλως χάνεται...". Έτσι, μεταξύ του ΟΤΕ ΑΕ και της ΟΜΕ - ΟΤΕ καθορίστηκε:
α) Με την Ειδική Συλλογική Σύμβαση εργασίας από 7.3.1990 υπό τον όρο 27 ότι: "Χορηγείται στους εργαζόμενους μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής μία ημέρα αδείας μετ΄ αποδοχών ανά δίμηνο πέραν της κανονικής, ύστερα από αίτηση του εργαζομένου, β) με την Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας από 10.5.1996 με τον όρο 28 ότι: "Η ειδική άδεια που χορηγείται στο προσωπικό που εργάζεται μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, σύμφωνα με τον όρο 27 της από 7.3.1990 ΕΣΣΕ, στα Μ/Κ των Δ/νσεων Μηχανογράφησης και καταλόγων επεκτείνεται από 1.9.1996 και στο προσωπικό που εργάζεται συνεχώς και κατά πλήρες ωράριο στα Υπεραστικά Κέντρα και Υπηρεσίες πληροφοριών καταλόγου (151, 161, 131, 132) Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Πάτρας.
Το ίδιο ισχύει και για το προσωπικό που εργάζεται με τις ίδιες προϋποθέσεις στα βλαβοληπτικά κέντρα, σύμφωνα με τους όρους και περιορισμούς που θα καθορίσει η διοίκηση με σχετική εγκύκλιο..." και γ) με την Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση εργασίας από 10.6.1999, υπό τον όρο 1 ότι: "Η προβλεπομένη άδεια με αποδοχές που χορηγήθηκε με τον όρο 28 της από 10.9.1996 ΕΣΣΕ στο προσωπικό που εργάζεται μπροστά σε οθόνες απεικόνισης επεκτείνεται από 1.7.1999 και στο προσωπικό που εργάζεται συνεχώς και κατά πλήρες ωράριο στα Κέντρα Εξυπηρέτησης του Πολίτη (1502, 155 και 158) του Συγκροτήματος Τηλεγραφικών Ανταποκρίσεων και Ναυτιλιακών Επικοινωνιών".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, αναφορικά και με τις ως άνω ΣΣΕ, οι κανονιστικοί όροι των οποίων, κατά νομοθετική εξουσιοδότηση εκ των άρθρων 22 παρ. 2, 23 παρ. 1 του Συντάγματος και 7 παρ. 1 ν.1876/1990, αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου, συνάγεται, ειδικότερα ως προς τον παραπάνω όρο 27 της από 7.3.1990 ΕΣΣΕ, κατά λογική - συσταλτική ερμηνεία των διατάξεών του, περιορίζουσα την έννοια του γράμματος αυτών εις το έλασσον, το οποίο πράγματι σκοπήθηκε, ύστερα και από την αναδρομή στα προκαλέσαντα τη θέσπισή τους αίτια και στην καταγωγή τους από τις αντίστοιχες διατάξεις της ως άνω ΚΥΑ 130558/12.6.1989, ότι την ειδική αυτή άδεια δικαιούνται οι εργαζόμενοι στα Μηχανογραφικά Κέντρα των Δ/νσεων Μηχανογράφησης και Καταλόγων του Ο.Τ.Ε., μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής και όχι γενικώς οι εργαζόμενοι μπροστά οθόνες οπτικής καταγραφής, ενώ και με τις ως άνω μεταγενέστερες, διαδοχικές Επ.Σ.Σ.Ε.
από 10.5.1996, ερμηνευτική της πρώτης (από 7.3.1990), υπό τον όρο 28 και από 10.6.1999, υπό τον όρο 1 επεκτάθηκε ειδικά η επίμαχη παροχή μόνο στις αναφερόμενες κατηγορίες εργαζομένων. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι, κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής, οι αναιρεσείοντες απασχολούντο κατά το ένδικο διάστημα σε θέσεις, για τις οποίες δεν προβλέπεται, με τις αναφερόμενες ΕΣΣΕ, η χορήγηση της ειδικής άδειας με αποδοχές, και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (του Ειρηνοδικείου Αθηνών) που έκρινε νόμιμη την αγωγή και την δέχθηκε εν μέρει ως κατ΄ ουσίαν βάσιμη, απέρριψε την αντέφεση των αναιρεσειόντων, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου Οργανισμού.
Με αυτά που δέχτηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τους παραπάνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου του όρου 27 της από 7.3.1990 ΕΣΣΕ, οι οποίοι δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση των αναιρεσειόντων αφού αυτοί δεν περιλαμβάνονται στις κατηγορίες των δικαιούχων της επίδικης αξίωσης, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη.
Κατ΄ ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος αναίρεσης αληθώς από το άρθρο 559 αρ. 1, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η αντίστοιχη πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Όπως προκύπτει από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, το οποίο, καθορίζοντας περιοριστικώς λόγους αναιρέσεως, δεν περιέχει διάταξη αντίστοιχη προς εκείνη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η έλλειψη επαρκών αιτιολογιών που στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε επί εφέσεως εναντίον Ειρηνοδειακής αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 45/1987). Επομένως ο πρώτος λόγος και ο δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του αναιρετηρίου, κατά τους οποίους η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί εφέσεως του αναιρεσιβλήτου και αντεφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της 1400/1999 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών στερείται νόμιμης βάσεως εξαιτίας ελλείψεως, άλλως ανεπάρκειας αιτιολογιών, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.1.2006 αίτηση των ..... και λοιπών για αναίρεση της 3403/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στα επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ