Legislator Case Law & Legislation
46/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal and imposes costs for procedural delay and lack of good faith conduct.

Case Number 46/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a property dispute. The appellant argued for a retrial while the opposing parties contended the appeal was procedurally flawed and abusive. The court ruled that the appeal was inadmissible due to procedural irregularities and imposed costs for the appellant's failure to adhere to procedural timelines and good faith standards.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 205 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if procedural defects prevent verification of the absent party's presence, and a monetary fine is mandatory for procedural misconduct violating good faith principles.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility appeal review good faith conduct procedural delay court costs monetary fine civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure
Article 205 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 46 / 2026 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 46 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Ζ. του Γ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Αποστολά και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Β. του Α. , κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ε. Κ. του Κ., συζύγου Ι. Κ., κατοίκου ..., 3) Μ. Π. του Σ., 4) Ζ. Π. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κατρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 5) Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/1/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 471/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 74/2021 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1/7/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 576 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Ειδικότερα δε από τις διατάξεις των άρθρων 498, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων, που επισπεύδει τη συζήτηση, έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που έχει οριστεί, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο αν αυτός διαμένει στην Ελλάδα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσίβλητου.

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 409/2023, ΑΠ 48/2023, ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 164/ 2021, ΑΠ 462/2019, ΑΠ 1389/2019, ΑΠ 119/2019).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 142 παρ. 1 και 4 και 143 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αντίκλητος, το πρόσωπο, δηλαδή, που ορίζει ο διάδικος για την παραλαβή αντ` αυτού δικαστικών ή εξωδίκων εγγράφων, που του απευθύνονται και αφορούν μια ή περισσότερες ή όλες τις υποθέσεις του, μπορεί να διοριστεί α) είτε με δήλωση ενώπιον της γραμματείας του πρωτοδικείου της κατοικίας του δηλούντος, β) είτε με ρήτρα σε σύμβαση, που καλύπτει την επίδοση όλων των διαδικαστικών πράξεων, που έχουν σχέση με τη σύμβαση και γ) είτε με το διορισμό πληρεξουσίου δικηγόρου, κατ` άρθρο 96 ΚΠολΔ, οπότε αυτός είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος του διαδίκου για όλες τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης.

Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ` αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού, κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 ΚΠολΔ (ΑΠ 1287/2022, 1305/2020).

Επομένως, από τις ανωτέρω διατάξεις, σαφώς συνάγεται ότι, η επίδοση του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης, μπορεί να γίνει και στον παραστάντα στο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, ο οποίος είναι αντίκλητος αυτού εκ του νόμου (ΑΠ 701/2024, ΑΠ 1287/2022, ΑΠ 474/2022, ΑΠ 685/2020, ΑΠ 470/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επισκοπούνται κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (7-10-2024). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά την ως άνω δικάσιμο, οι πρώτη και πέμπτη αναιρεσίβλητες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε γι' αυτές έγγραφη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην διαδικασία της αναιρετικής δίκης, παρέστησαν δε νομίμως και προσηκόντως οι λοιπές αναιρεσίβλητες και ο αναιρεσείων.

Όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, επίσημα αντίγραφα της αίτησης αναίρεσης με την επ' αυτής πράξη του Αντιπροέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, με την οποία ορίσθηκε η παραπάνω δικάσιμος, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στις απούσες αναιρεσίβλητες. Ειδικότερα, από την υπ' αριθμ. ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου, Κ.

Π. , που προσκομίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι τα ως άνω αντίγραφα επιδόθηκαν στον δικηγόρο Κω, Ι. Κ. , ως πληρεξούσιο και αντίκλητο των άνω αναιρεσιβλήτων, ο οποίος τις εκπροσώπησε ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου, όπου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και εξακολουθεί να είναι αντίκλητος αυτών, καθόσον οι ανωτέρω διάδικοι, δεν έχουν γνωστοποιήσει δήλωση ανάκλησης της πληρεξουσιότητας ή παραίτησης του άνω πληρεξουσίου στον αναιρεσείοντα ούτε καταχωρήθηκε στα πρακτικά σχετική δήλωση (άρθρο 102 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, εφόσον οι πρώτη και πέμπτη αναιρεσίβλητες κλητεύθηκαν κατά τα προαναφερθέντα νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, πρέπει να θεωρηθούν σαν να ήταν παρούσες, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

ΙΙ. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 74/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που δέχθηκε την έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντα κατά της υπ' αριθμ. 471/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων ως προς τον ανωτέρω εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα (ενώ είχε απορριφθεί ως προς τους λοιπούς εναγόμενους, που δεν είναι διάδικοι στη παρούσα δίκη), εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την αγωγή, την έκανε εν μέρει δεκτή και υποχρέωσε τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα να καταβάλει στις ενάγουσες-αναιρεσίβλητες το συνολικό ποσό των 28.350 ευρώ και δη:

α) σε κάθε μία από τις πρώτη και δεύτερη ενάγουσες- αναιρεσίβλητες το ποσό των 8.100 ευρώ, β) στην τρίτη ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το ποσό των 6.750 ευρώ, γ) στην τέταρτη ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το ποσό των 4.050 ευρώ και δ) στην πέμπτη ενάγουσα-αναιρεσίβλητη το ποσό των 1.350 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, τα οποία (ποσά) οι τελευταίες δικαιούνται, κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητάς τους, ως αποζημίωση, από τα ωφελήματα που αποκόμισε ο αναιρεσείων από την αποκλειστική χρήση των κοινών ακινήτων.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, ακόμη και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης, να απαιτήσουν απ' αυτόν που προέβη σε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους μερίδα από το όφελος (καρπούς και γενικότερα ωφελήματα) που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της, επιπλέον της ιδανικής του μερίδας, χρήσης του κοινού.

Η σχετική αξίωση γεννιέται από μόνο το γεγονός της αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δεν αποκλείεται όμως να ανακύπτει παράλληλα και ευθύνη του ως κακόπιστου νομέα, κατά το άρθρο 1098 ΑΚ, ή και αδικοπρακτική ευθύνη του, κατά τα άρθρα 914 ή και 1099 ΑΚ, αν παράνομα και υπαίτια εμπόδισε τη σύγχρηση του κοινού πράγματος από τους λοιπούς κοινωνούς (ΑΠ 1865/2023, ΑΠ 567/2023, ΑΠ 1334/2022, ΑΠ 1018/2022, ΑΠ 1199/2021), ή πολύ περισσότερο αν τους απέβαλε από τη συννομή του κοινού.

Ειδικότερα, όταν πρόκειται για αστικό ακίνητο, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσης κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, ωφέλεια (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 1334/2022, ΑΠ 1018/2022, ΑΠ 848/2022, ΑΠ 1199/2021, ΑΠ 802/2017).

Η αποδοτέα ωφέλεια προσδιορίζεται αφού αφαιρεθούν από τη μισθωτική αξία, μετά από ένσταση του εναγομένου, τυχόν δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε αυτός για τη συντήρηση, διοίκηση και χρησιμοποίηση του πράγματος, όπως τέλη, φόροι κ.λπ., χωρίς το συνυπολογισμό οποιωνδήποτε προσαυξήσεων της καθαρής ωφέλειας (ΑΠ 567/ 2023, ΑΠ 1694/2013).

Κατά τα λοιπά, ο τρόπος που ο κοινωνός χρησιμοποίησε αποκλειστικά για λογαριασμό του το κοινό πράγμα, είναι καταρχήν αδιάφορος, μπορεί δε, αυτός να το έχει εκμισθώσει ή να το έχει χρησιδανείσει σε άλλον ή να το έχει ιδιοχρησιμοποιήσει με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή ακόμη και διατηρώντας αυτό αδρανές ή, προκειμένου για ακίνητο, διατηρώντας το κλειστό και ανεκμετάλλευτο, εφόσον με τον τρόπο αυτό αποκλείει στην πράξη τη σύγχρηση των λοιπών κοινωνών και ο ίδιος έχει οποτεδήποτε την ευχέρεια να το εκμεταλλευτεί κατά την κρίση και το συμφέρον του (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 1334/2022, ΑΠ 1018/2022, ΑΠ 848/2022, ΑΠ 4/2022, ΑΠ 1199/2021, ΑΠ 852/2019, ΑΠ 1121/2017).

Επομένως, στη σχετική αγωγή αποζημίωσης αρκεί, για την πληρότητα και το ορισμένο αυτής, να αναφέρεται το κοινό ακίνητο, η μερίδα του ενάγοντος σε αυτό, ότι ο εναγόμενος προέβη κατά τον επίδικο χρόνο σε αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου και επίσης, το κατά τον επίδικο χρόνο όφελος του εναγόμενου κοινωνού από την αποκλειστική χρήση του κοινού ακινήτου, το οποίο συνίσταται στην αξία αυτής, η οποία, όταν πρόκειται για αστικό ακίνητο, ταυτίζεται με τη μισθωτική αξία του μεριδίου του εκτός χρήσης κοινωνού, της οποίας, συνεπώς, αρκεί η αναφορά (ΑΠ 567/2023, ΑΠ 1334/2022, ΑΠ 1018/2022, ΑΠ 848/2022, ΑΠ 1199/2021).

Άλλο στοιχείο δεν απαιτείται να αναφέρεται στην αγωγή και ειδικότερα άλλη έννομη σχέση, σύμφωνα με την οποία ο εναγόμενος συγκοινωνός προβαίνει σε χρήση του κοινού πράγματος και κατά τη μερίδα του ενάγοντος, αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο η προβολή ισχυρισμού (ένστασης) ότι κατέχει το κοινό πράγμα κατά το πέραν της μερίδας του ποσοστό σε εκτέλεση ορισμένης έννομης σχέσης και ότι, συνακόλουθα, δεν υποχρεούται στην καταβολή της αξιούμενης με την αγωγή αποζημίωσης (ΑΠ 1018/2022, ΑΠ 852/2019, ΑΠ 1208/2018, ΑΠ 187/2015, ΑΠ 564/ 2012).

Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ` αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθ. 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 192/2016).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας. Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 158/2023, ΑΠ 338/2023, ΑΠ 1005/2022, ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 661/ 2020, ΑΠ 18/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαράδεκτης της αγωγής, λόγω αοριστίας, μολονότι δεν εκτίθενται σ' αυτήν αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης στοιχεία.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 7-1-2011 ένδικης αγωγής, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες εκθέτουν ότι οι ίδιες και ο εναγόμενος τυγχάνουν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου ενός παραλιακού ακινήτου, έκτασης 4.880 τ.μ, που βρίσκεται στη θέση "Ντολάπι" του Δημοτικού Διαμερίσματος Κεφάλου της νήσου Κω και ειδικότερα κατά ποσοστά εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας 24/96 κάθε μία από τις πρώτη και δεύτερη, 20/96 η τρίτη, 12/96 η τέταρτη και 4/96 η πέμπτη απ' αυτές και 8/96 ο εναγόμενος.

Ότι τα παραπάνω ποσοστά συγκυριότητάς τους περιήλθαν στην πρώτη και δεύτερη των εναγουσών δυνάμει των υπ' αριθμ. .../2004 και .../1990 συμβολαίων πωλήσεων των συμβολαιογράφων Κω Ε. Φ. και Ν. Χ.-Κ. αντίστοιχα, στις τρίτη και τέταρτη αυτών ως δωρεά από τον πατέρα τους Σ. Ν. Π.-Ζ. , δυνάμει των υπ' αριθμ. .../1968 και .../1978 δωρητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Κω Α.

Δ. και στην πέμπτη δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1959 πωλητηρίου συμβολαίου του ιδίου άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένων στα οικεία κτηματολογικά βιβλία. Ότι επί του ακινήτου αυτού έχουν ανεγερθεί, εκτός άλλων, τα ακόλουθα ακίνητα ήτοι α) ισόγεια οικοδομή, εμβαδού 70 τ.μ., μετά βοηθητικών κτισμάτων και β) ισόγεια οικοδομή, εμβαδού 91 τ.μ., μετά αυλής 110 τ.μ., τα οποία έχει καταλάβει από το έτος 1988 ο εναγόμενος συγκύριος, ο οποίος έκτοτε τα χρησιμοποιεί αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό το μεν πρώτο ως εστιατόριο με την ονομασία "ΑΡΓΩ", το δε δεύτερο ως μόνιμη κατοικία αυτού και της οικογενείας του.

Ότι ο εναγόμενος καίτοι καρπώνεται τα ανωτέρω κοινά ακίνητα αρνείται να καταβάλει σε αυτές αποζημίωση ως αντάλλαγμα για τη χρήση των ιδανικών τους μεριδίων επ' αυτών. Ότι η αγοραία μισθωτική αξία των παραπάνω ακινήτων, λαμβανομένης υπόψη της προνομιούχας περιοχής στην οποία βρίσκονται, ήτοι επί της πλέον ανεπτυγμένης παραλίας της Κεφάλου, ανερχόταν κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα ήτοι από 1-1-1998 έως 31-12-2010, σε 700 και 500 ευρώ, αντίστοιχα.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά οι ενάγουσες ζήτησαν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σε κάθε μία απ' αυτές, κατά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητάς τους, αποζημίωση, από το όφελος που αποκόμισε από την αποκλειστική χρήση των κοινών ακινήτων κατά το προαναφερόμενο - χρονικό διάστημα και δη:

α) στην πρώτη και δεύτερη το ποσό των 46.750 ευρώ σε εκάστη αυτών, β) στην τρίτη το ποσό των 38.958 ευρώ, γ) στην τέταρτη το ποσό των 23.375 ευρώ και δ) στην πέμπτη το ποσό των 7.791 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 163.624 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον διαλαμβάνονται σ' αυτήν τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της στοιχεία που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961, 962 και 1113 ΑΚ και ειδικότερα παρατίθενται στο δικόγραφο της και επαρκώς προσδιορίζονται και εξειδικεύονται τα πραγματικά περιστατικά που, σύμφωνα με το νόμο, θεμελιώνουν την ένδικη αξίωση και τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή των προαναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Πιο συγκεκριμένα, στο δικόγραφο της αγωγής διαλαμβάνονται οι ακόλουθες προϋποθέσεις και τα συναρτώμενα με αυτές πραγματικά περιστατικά που πληρούν, καταρχάς, το πραγματικό της υποχρέωσης για την καταβολή της αποδοτέας ωφέλειας, ως αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις για την κοινωνία δικαιώματος, λόγω της αποκλειστικής χρήσης κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς και ειδικότερα, α) το κοινό ακίνητο (ένα ισόγειο κατάστημα, επιφανείας 70 τ.μ.

και μια ισόγεια οικία, επιφανείας 91 τ.μ., μετά αυλής 110 τ.μ.), β) οι μερίδες των διαδίκων σ' αυτό (εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί της πλήρους κυριότητας 24/96 κάθε μία από τις πρώτη και δεύτερη ενάγουσες, 20/96 η τρίτη ενάγουσα, 12/96 η τέταρτη ενάγουσα, 4/96 η πέμπτη ενάγουσα και 8/96 ο εναγόμενος), γ) ότι ο εναγόμενος προέβη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ειδικότερα από 1-1-1998 μέχρι 31-12-2010 σε αποκλειστική χρήση των κοινών ακινήτων και πιο συγκεκριμένα, αφενός μεν στην εγκατάσταση επί του ισογείου καταστήματος επιχείρησης εστιατορίου, αφετέρου δε στη χρήση της ισόγειας οικίας για μόνιμη κατοικία του ιδίου και της οικογενείας του, δ) το κατά το επίδικο χρονικό διάστημα όφελος του εναγόμενου, συγκοινωνού των κοινών ακινήτων, το οποίο αποκόμισε από την αποκλειστική χρήση αυτών και ε) οι μερίδες των εναγουσών στο όφελος, το οποίο, λόγω της ιδιότητας των κοινών ακινήτων ως αστικών, συνίσταται στη μισθωτική αξία του μεριδίου των τελευταίων, ως των κοινωνών που στερούνται τη χρήση των κοινών ακινήτων.

Ειδικότερη περιγραφή των ορίων και της γεωγραφικής θέσης των επικοίνων ακινήτων, του τρόπου και των τίτλων κτήσης τους από τους διαδίκους, καθώς και παράθεση συγκριτικών στοιχείων για την εξεύρεση της μισθωτικής τους αξίας ή αναφορά των μισθωτικών συνθηκών που επικρατούν στην περιοχή ή λεπτομερής περιγραφή των κατασκευαστικών χαρακτηριστικών τους και της κατάστασής τους, που αποτελούν αντικείμενα απόδειξης, δεν απαιτούνται για το ορισμένο της αγωγής, ενώ ο προσδιορισμός της αποδοτέας ωφέλειας μετά την αφαίρεση από τη μισθωτική αξία των δαπανών, στις οποίες τυχόν υποβλήθηκε ο εναγόμενος για την επισκευή, την ανακαίνιση και την διαμόρφωση των δύο ισόγειων κτισμάτων, γίνεται από το δικαστήριο κατόπιν υποβολής παραδεκτής και βάσιμης σχετικής ένστασης από την πλευρά του τελευταίου.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαράδεκτης αυτής, λόγω αοριστίας.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

IV. Κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 2 παρ. 1 και 8 του Ν. 510/1947, ορίζεται μεταξύ άλλων, ότι: "κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου των αφορωσών εις ακίνητα ελευθέρας ιδιοκτησίας (μούλκ) συγχωρείται η παραγραφή κατά τας αρχάς της ιταλικής νομοθεσίας μετά δεκαπενταετίαν από της επισυμβάσης εγγραφής" και ότι "ο νομεύς όστις εχρησιδέσποσε δύναται να επιτύχει την εγγραφήν του δικαιώματος είτε δια πράξεως δι' ης συνομολογείται η συνεχής δεκαπενταετής νομή του εκ μέρους του εγγεγραμμένου τιτλούχου είτε δια δικαστικής αποφάσεως αναγνωριζούσης έναντι του τελευταίου τούτου ή των κληρονόμων του ή, εν ελλείψει αυτών, του διευθυντού του Κτηματολογικού Γραφείου ότι η παραγραφή συνεπληρώθη". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με 15ετή νομή, ως προς τα άλλα δε στοιχεία αυτής, δηλαδή τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομή και συμπλήρωσης της 15ετούς - κτητικής παραγραφής, γίνεται παραπομπή στις διατάξεις τις ιταλικής νομοθεσίας. Η παραπομπή, όμως, αυτή που είναι γνήσια έχει την έννοια ότι η συμπλήρωση των παραπάνω διατάξεων γίνεται όχι με εκείνες της αστικής νομοθεσίας που ίσχυε κατά τη θέσπιση τους, αλλά με αυτές που ισχύουν κάθε φορά.

Συνεπώς, ενόψει και του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 3 ΕισΝΑΚ, κατά τον οποίο "στις περιπτώσεις που στην ισχύουσα νομοθεσία γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται με το νόμο αυτό εφαρμόζονται στη θέση τους οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικα" είναι σαφές ότι από 30/12/1947, που έχει εισαχθεί στη Δωδεκάνησο, με το άρθρο 2 παρ.1 στοιχ.

α' του πιο πάνω ν. 510/1947, ο ΑΚ, ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ. 7/10.5.1946 ''περί αποκαταστάσεως του ΑΚ και του Εισαγωγικού Αυτού Νόμου", η παραπομπή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 63 παρ.1 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου στις αρχές της ιταλικής νομοθεσίας έχει πλέον την έννοια της παραπομπής στις αντίστοιχες διατάξεις του ελληνικού ΑΚ που ισχύει πλέον στη Δωδεκάνησο και από τις οποίες πλέον διέπεται η 15ετής κτητική παραγραφή που προβλέπει ο Κανονισμός αυτός, ως προς τις προϋποθέσεις έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης της (ΟλΑΠ 188/1980, ΑΠ 2367/2009).

Επομένως, μετά την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας στη Δωδεκάνησο αρκεί, κατά τις διατάξεις των άρθρων 974-979, 1045 ΑΚ, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία η επί 15ετία άσκηση νομής με διάνοια κυρίου, η οποία, προκειμένου για ακίνητο, συνίσταται στην άσκηση εμφανών υλικών ενεργειών πάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.

Η πιο πάνω 15ετία πρέπει να είναι μεταγενέστερη από την εγγραφή στο κτηματολόγιο επ' ονόματι του δικαιούχου, κατά του οποίου χωρεί η χρησικτησία (Ολ ΑΠ 188/1980, ΑΠ 215/2014, ΑΠ 1004/2009).

Συνεπώς, σε περίπτωση τέτοιας παραγραφής, η οποία μπορεί να προταθεί με αγωγή ή και με ένσταση, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος εκείνου που απέκτησε το ακίνητο με τίτλο και ανεξάρτητα αν η παραγραφή άρχισε και συμπληρώθηκε μετά την εγγραφή του τίτλου στο κτηματολόγιο ή και προηγουμένως, εκτός αν, στη δεύτερη περίπτωση, ο τιτλούχος απέκτησε το ακίνητο από επαχθή αιτία και διατελούσε σε καλή πίστη στηριζόμενος στα δεδομένα της κτηματολογικής εγγραφής, οπότε δεν επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος του. Παράλληλα δε με την απόσβεση, το δικαίωμα κυριότητας μπορεί να περιέλθει στον χρησιδεσπόζοντα, εφ' όσον τηρηθεί η διαδικασία της αναγνώρισης ότι συμπληρώθηκε ο χρόνος παραγραφής και η σχετική δικαστική απόφαση καταχωρηθεί στο Κτηματικό Βιβλίο (ΑΠ 743/2019, ΑΠ 399/2018, ΑΠ 641/2017, ΑΠ 91/2013, ΑΠ 1177/2012, ΑΠ 1004/2009).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο - το οποίο, κατ' άρθρο 332 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, εμποδίζοντας το δικαστήριο να ερευνήσει την ίδια υπόθεση και πάλι -δημιουργούν οι οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, δηλαδή οι τελεσίδικες και, κατ' άρθρο 322 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτείνεται στο ουσιαστικό και δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προσβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού.

Κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ιδίων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία, καλύπτει δε όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε (την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε), αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση (υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης), καθώς και τη νομική αιτία (το νομικό χαρακτηρισμό) που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντας τα στην οικεία διάταξη νόμου, την οποία εφάρμοσε, δηλαδή καλύπτει, ως ενιαίο όλον, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση.

Ειδικότερα το δεδικασμένο καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε, β) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά και γ) την ιστορική αιτία που αποτελείται από τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο και ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης.

Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι απ' αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενο της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε απ' αυτό. Κατά δε το άρθρο 331 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλη αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα ζητήματα, ενώ ως παρεμπίπτον (προδικαστικό) ζήτημα νοείται άλλη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση επί του κυρίου ζητήματος της δίκης, δηλαδή το δεδικασμένο επεκτείνεται σε εκείνο το προδικαστικό ζήτημα, το οποίο η απόφαση έκρινε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση στηρίζει τη διαγνωσθείσα ή απαγγελθείσα απ' αυτήν έννομη συνέπεια.

Έτσι, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από τη δίκη που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, όπως συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα μ' αυτό που κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση.

Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει μια έννομη σχέση ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής, αποκλείεται η αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο δεσμεύει τόσο τους διαδίκους (και τα άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στα άρθρα 325-329 ΚΠολΔ), όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν ό,τι έχει ήδη κριθεί (άρθρα 324, 332 ΚΠολΔ). Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 98/2024, ΑΠ 2047/2022, ΑΠ 266/2022, ΑΠ 564/ 2021, ΑΠ 108/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 19/2005). Επομένως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου. Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου (ΑΠ 45/2023, ΑΠ 218/2023, ΑΠ 1966/2022, ΑΠ 509/ 2022, ΑΠ 873/2022, ΑΠ 1504/2021, ΑΠ 85/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 112/1999 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω και από την υπ' αριθμ. 204/2005 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου αναφορικά με τη μη ύπαρξη δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας του εναγόμενου-αναιρεσείοντα επί των επιδίκων ακινήτων με τη συμπλήρωση στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων της 15ετούς κτητικής παραγραφής-έκτακτης χρησικτησίας και απέρριψε έτσι, ως αβάσιμους, τους πέμπτο και έβδομο λόγους της έφεσής του, με τους οποίους ο τελευταίος επανέφερε τον προβληθέντα πρωτοδίκως ανωτέρω ισχυρισμό του περί της ύπαρξης του δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων με τη συμπλήρωση στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων της 15ετούς κτητικής παραγραφής-έκτακτης χρησικτησίας.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ως προς το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Στην Κτηματική Περιφέρεια Κεφάλου Κω και στη θέση "Ντολάπι" κείται ένας αγρός έκτασης 4.880 τ.μ., με κτηματολογικά στοιχεία τόμος 20 (συνέχεια 24), φύλλο 112 (συνέχεια 97-196), μερίδα 810 Γαιών Κεφάλου και φάκελλος 810, νομικής φύσης "εραζί- εμιριέ" και ήδη ελευθέρας ιδιοκτησίας, που συνορεύει ανατολικά με ΚΜ 819-600, νότια με παραλία, δυτικά με ΚΜ 809-811 και βόρεια με ΚΜ 816- 817-818.

Το ακίνητο αυτό είναι θεμελιωδώς εγγεγραμμένο δυνάμει της από 7-12-1932 διάταξης του Κτηματολογικού Δικαστή εξ ημισείας στο όνομα των Σ. Ν. Ζ. και Ζ. Ν. Ζ. Στις ...1950 υπεγράφη ιδιωτικό συμφωνητικό αγοραπωλησίας οικοπέδου μεταξύ του εκ των ανωτέρω αρχικών τιτλούχων Σ. ή Π. Π. ή Ν. Σ. και της Ν. συζύγου Μ. Ρ. , με το οποίο ο πρώτος των συμβαλλομένων πωλούσε και μεταβίβαζε στη δεύτερη των συμβαλλομένων αντί τιμήματος 500.000 δραχμών, ένα οικόπεδο της άνω ιδιοκτησίας (ΚΜ 810), επιφάνειας 215 τ.μ., το οποίο περιγράφεται στο συμφωνητικό ως "κείμενο στην θέση "Ντολάπι-Ασκέθρια" έχοντος πρόσοψη 23 μέτρων προς τη θάλασσα και βάθους προς τα μεσόγεια 9,35 μέτρων".

Στις 15 Οκτωβρίου 1954 υπεγράφη ιδιωτικό συμφωνητικό αγοραπωλησίας οικοπέδου μεταξύ του εκ των ανωτέρω αρχικών τιτλούχων Σ. ή Π. Π. ή Ν. Σ. και του Γ. Σ. του Μ. (δικαιοπάροχο του πρώτου εναγομένου-εκκαλούντος), με το οποίο ο πρώτος των συμβαλλομένων πωλούσε και μεταβίβαζε στον δεύτερο των συμβαλλομένων το σε αυτό αναφερόμενο ακίνητο.

Στις 15 Οκτωβρίου 1954 υπεγράφη το με αριθμό ...-1954 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Κω Α. Δ., το οποίο μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου Κω (αριθμός καταχ. πράξης 954/1968), με το οποίο ο προαναφερόμενος Σ. Ν. Ζ. μεταβίβασε το 1/12 του άνω μεριδίου του επί του ακινήτου, ήτοι το 1/24 εξ αδιαιρέτου του αγρού, στην ανωτέρω Ν.

σύζυγο Μ. Ρ. το γένος Ν. Π. Στις ...1955 υπεγράφη το με αριθμό ...-1955 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Κω Α. Δ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Κτηματολογίου Κω, (αριθμός καταχ. πράξης .../1968), με το οποίο ο ίδιος ανωτέρω εκ των αρχικών τιτλούχων Σ. Ν. Ζ. μεταβίβασε λόγω πώλησης στον Γ.

Σ. του Μ. το 1/12 του άνω μεριδίου του ήτοι το 1/24 εξ αδιαιρέτου επί ολόκληρου του αγρού. Στις ...-1955 ο άνω πωλητής του εξ αδιαιρέτου μεριδίου Σ. Ν. και ο Θ. Π., υπέγραψαν μονομερή κοινή δήλωση με αναγραφόμενη ιδιότητα ως συνιδιοκτήτες ολοκλήρου του ακινήτου (ΚΜ 810 Γαιών Κεφάλου), με την οποία έδιδαν τη συναίνεση τους προκειμένου η άνω αγοράστρια του 1/24 εξ αδιαιρέτου Ν.

συζ. Μ. Ρ. να οικοδομήσει επί του ειδικότερα περιγραφόμενου στην δήλωση εδαφικού τμήματος, διαστάσεων 15X13,50 τ.μ. Στις ...-1955 ο άνω πωλητής του εξ αδιαιρέτου μεριδίου Σ. Ν. ή Π. Ν. Ζ. ή Π. και ο Θ. Π., υπέγραψαν κοινή μονομερή δήλωση με αναγραφόμενη ιδιότητα ως συνιδιοκτήτες ολοκλήρου του αγρού έκτασης 4.880 τ.μ (ΚΜ 810 Γαιών Κεφάλου), με την οποία έδιδαν τη συναίνεση τους προκειμένου ο άνω αγοραστής να αναγείρει οικία επί "του χώρου κείμενου εις την προς νότον πρόσοψη του άνω αγρού τους (παραλία) και παραπλεύρως και προς Δυσμάς της ήδη ανεγερθείσας οικίας της Ν.

Ρ.". Σημειωτέον ότι εκ των δύο δηλούντων ο δεύτερος κατά το χρόνο υπογραφής των άνω δηλώσεων δεν διέθετε κάποιο ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί του ανωτέρω ακινήτου καθότι υπεισήλθε στο λοιπό 1/2 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου σε μεταγενέστερο χρόνο εκ κληρονομιάς της δεύτερης των αρχικών τιτλούχων Ζ. Ζ. δυνάμει του με αριθμό .../1987 κληρονομητηρίου του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω.

Στις 11-11-1954 υπεγράφη το με αριθμό ...-1954 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Κω Α. Δ. , το οποίο νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία του Κτηματολογίου Κω, με το οποίο ο ίδιος ανωτέρω εκ των αρχικών τιτλούχων Σ. Ν. Ζ. μεταβίβασε λόγω πώλησης στην Θ. χήρα Π. Α. το γένος Ν. Π. το 1/24 εξ αδιαιρέτου μερίδιο επί του ίδιου άνω αγρού.

Στις ...-1959 υπεγράφη το με αριθμό ...-1959 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ενώπιον του συμβολαιογράφου Κω Α. Δ. που μεταγράφηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία (αριθμός καταχ. πράξης .../1968), με το οποίο το 1/24 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου μεταβιβάστηκε στην Ε. Π. του Ι. (πέμπτη ενάγουσα). Στις 03-05-1968 υπεγράφη το με αριθμό ...-1968 συμβόλαιο δωρεάς ενώπιον του συμβολαιογράφου Κω Α.

Δ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία (αριθμός καταχ. πράξης 288/1969), με το οποίο ο εκ των άνω αρχικών τιτλούχων Σ. Ζ. του Ν. μεταβίβασε λόγω δωρεάς στην Ζ. Π. του Σ. (τρίτη ενάγουσα), τα 5/24 εξ αδιαιρέτου επί του άνω αγρού. Στις ...-1978 υπεγράφη το με αριθμό ...-1978 συμβόλαιο δωρεάς του συμβολαιογράφου Κω Α.

Δ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία (αριθμός καταχ. πράξης .../1979), με το οποίο ο εκ των αρχικών τιτλούχων Σ. Ζ. του Ν. μεταβίβασε λόγω δωρεάς στην Μ. Π. του Σ. (τέταρτη ενάγουσα) τα 3/24 εξ αδιαιρέτου επί του άνω αγρού. Στις ...-1989 υπεγράφη το με αριθμ. ...-1989 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Κω Ε.

συζ. Ε. Φ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία κτηματολογικά βιβλία (αριθμός καταχ. πράξης .../1989), με το οποίο η Θ. χήρα Π. Α. το γένος Ν. Π. μεταβίβασε λόγω πώλησης στον Μ. Ζ. του Γ. (πρώτο εναγόμενο -εκκαλούντα της υπό στοιχείο Α έφεσης) το 1/24 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου (ΚΜ 810 Γαιών Κεφάλου) αντί τιμήματος 600.000 δρχ.

Κατά την ημερομηνία υπογραφής του ως άνω υπ' αριθμ. .../1989 συμβολαίου ήτοι στις 31 Μαρτίου 1989 υπεγράφη ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του Π. Π. του Α. , με την ιδιότητα του πληρεξουσίου της Θ. συζ. Π. Α. και του πρώτου εναγόμενου εκκαλούντος, με το οποίο γίνεται μνεία ότι η πώληση αφορά τμήμα 203 τ.μ. της ΚΜ 810 στην ανατολική πλευρά της μερίδας επί του οποίου προ τριακονταετίας είχε ανεγερθεί λιθόκτιστη οικία, παραπλεύρως της οικίας της Ν.

Π. την οποία ο πληρεξούσιος και θετός υιός της μετέτρεψε σε εστιατόριο από διετίας, τον εξοπλισμό του οποίου ο ιδιοκτήτης του πώλησε στον εκκαλούντα αντί συνολικού τιμήματος 16.000.000 δρχ. Επίσης με το ίδιο συμφωνητικό δίδεται στον πρώτο εναγόμενο το δικαίωμα να χωρήσει στην άσκηση αγωγής χρησικτησίας και να λάβει το αγορασθέν μερίδιο του επί συγκεκριμένου τμήματος.

Στις ...-1990 υπεγράφη το με αριθμό ...-1990 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Κω Ν. Χ.-Κ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία (αριθμός καταχ. πράξης .../1990), με το οποίο ο Θ. Ν. Π. μεταβίβασε τα 12/24 εξ αδιαιρέτου του αγρού στον Ζ. Μ. Λ. και στην Ε. Κ. Κ. (δεύτερη ενάγουσα) ανά 6/24 εξ αδιαιρέτου στον καθένα επί του αγρού.

Στην τελευταία περιήλθαν μετά την με αριθμό ...-1993 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Νέας Σμύρνης Αττικής, Π. Λ. - Κ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία (αριθμός καταχ. πράξης .../1991), εκ της κληρονομιάς του Γ. Μ. Σ. (το 1/24 ή 4/96 εξ αδιαιρέτου). Στις 02-03-1994 με το με αριθμό ...-1994 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Κω Ε.

Φ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία κτηματολογικά βιβλία (αριθμός καταχ. πράξης .../1994), ο Μ. Σ. του Γ. και η Α. χήρα Γ. Σ., το γένος Ν. Χ. μεταβίβασαν στον Μ. Ζ. του Γ. τα 4/96 εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου και δη κατά 3/96 ο πρώτος και κατά 1/96 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη αντί τιμήματος 4.000.000 δρχ. Στις ...-2004 υπεγράφη το με αριθμό ...-2004 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Κω Ε.

Φ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα κτηματολογικά βιβλία (αριθμός καταχ. πράξης .../2004), με το οποίο ο Ζ. Λ. του Μ. μεταβίβασε τα 24/96 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου στην Δ. Α. Β. (πρώτη ενάγουσα). Με βάση τα ανωτέρω οι διάδικοι τυγχάνουν συγκύριοι εξ αδιαιρέτου επί του ακινήτου (ΚΜ 810) και συγκεκριμένα σε ποσοστό 24/96 εξ αδιαιρέτου η πρώτη των εναγουσών, 24/96 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη των εναγουσών, 20/96 εξ αδιαιρέτου η τρίτη των εναγουσών, 12/96 εξ αδιαιρέτου η τέταρτη των εναγουσών και 4/96 εξ αδιαιρέτου η πέμπτη των εναγουσών, 8/96 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος των εναγόμενων και 4/96 εξ αδιαιρέτου η δικαιοπάροχος των λοιπών εναγομένων Ν.

συζ. Μ. Ρ.... Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος- εκκαλών της υπό στοιχείο Α έφεσης άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω την από ...-1995 και με αρ. έκθ. κατάθεσης .../1995 αγωγή κτητικής δεκαπενταετούς παραγραφής του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου για δύο τμήματα της ΚΜ 810 Γαιών Κεφάλου, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 55/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω με την οποία απερρίφθη η αγωγή ως αόριστη.

Στη συνέχεια άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω την από 11-08-1997 και με αρ. έκθ. κατάθεσης ...-1997 αγωγή κτητικής δεκαπενταετούς παραγραφής του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου για δύο τμήματα έκτασης 203,30 τ.μ. έκαστο, όπως αυτά περιγράφονται στο από Φεβρουαρίου 1995 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού- μηχανικού Θ.

Β. της ΚΜ 810 Γαιών Κεφάλου συνολικής έκτασης 4.880 τ.μ. επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 112/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω με την οποία απερρίφθη η αγωγή ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής, ο ενάγων αγόρασε από τη Θ. χήρα Π. Α. το 1/24 εξ αδιαιρέτου μερίδιο του αναφερομένου εκεί ακινήτου με το .../1989 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κω Ε.

Δ.- Φ., και από τους Μ. Γ. Σ. και Α. - Α. χήρα Γ. Σ. 4/96 εξ αδιαιρέτου - μερίδια του ίδιου ακινήτου με το .../1994 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κω Ε. Φ. , με τους παράγωγους αυτούς τρόπους απέκτησε μόνο συγκυριότητα κατά τα παραπάνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου στο επίδικο ακίνητο. Ο ισχυρισμός του δε, ότι τα ποσοστά αυτά αντιστοιχούν σε δύο αυτοτελή συγκεκριμένα εδαφικά τμήματα του ακινήτου τούτου το καθένα επιφάνειας 203,30 τ.μ τα οποία είχαν διανείμει με τον τρόπο αυτό οι απώτεροι δικαιοπάροχοι από το έτος 1954 και επ' αυτών ανήγειραν κτίσματα, δεν ασκεί έννομη επιρροή για την υπό τούτου κτήση κυριότητας επ' αυτών, αφού οι παραπάνω δικαιοπάροχοι του του μεταβίβασαν με τα προαναφερόμενα.

συμβολαιογραφικά έγγραφα μόνο ποσοστά εξ αδιαιρέτου του επίμαχου ακινήτου και όχι κυριότητα επί συγκεκριμένων εδαφικών τμημάτων τούτου. Έτσι, ενόψει και του ότι η ειδική διαδοχή στη νομή έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή, που είχε εκείνος που μεταβίβασε και παρέδωσε το πράγμα, ο ενάγων δεν δύναται να συνυπολογίσει για τη συμπλήρωση στο πρόσωπό του της επικαλούμενης δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του, αφού αυτοί ουδέποτε του μεταβίβασαν κυριότητα, νομή και κατοχή επί συγκεκριμένων εδαφικών τμημάτων του επιδίκου ακινήτου, από το χρόνο δε κατάρτισης των επίμαχων δικαιοπραξιών (έτη 1989 και 1994) μέχρι τη συζήτηση της αγωγής δεν συμπληρώνεται στο πρόσωπο του ενάγοντος ο προβλεπόμενος χρόνος για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία.

Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων- εδώ πρώτος εναγόμενος -άσκησε την από 20-10-1999 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 92/1999 έφεση, από το δικόγραφο της οποίας, παραιτήθηκε με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του Εφετείου Δωδεκανήσου (μεταβατική έδρα Κω) κατά τη δικάσιμο της 16-05-2001. Μετά την νομοτύπως γενομένη αυτή παραίτηση και δεδομένου ότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση νέας έφεσης, η προαναφερόμενη με αριθμό 112/1999 απόφαση κατέστη τελεσίδικη, απρόσβλητη με ένδικα μέσα και παράγουσα ως εκ τούτου δεδικασμένο για το καταγόμενο σε κρίση με αυτήν δικαίωμα του εκεί ενάγοντος.

Ακολούθως ο τελευταίος άσκησε την από 15-04-2001 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...-2001 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω, αγωγή κτητικής δεκαπενταετούς παραγραφής του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου για δύο τμήματα έκτασης 203,30 τ.μ. έκαστο, όπως αυτά περιγράφονται στο από Φεβρουαρίου 1995 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού- μηχανικού Θ.

Β. της ΚΜ 810 Γαιών Κεφάλορ συνολικής έκτασης 4.880 τ.μ. επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 58/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη διότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή με τα προαναφερόμενα πωλητήρια συμβόλαια οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος μεταβίβασαν σε αυτόν ιδανικά μερίδια επί του συνολικού ακινήτου, όχι δε συγκεκριμένα τμήματα αυτού [δεδομένου ότι η άτυπη διανομή δεν είναι νόμιμος τρόπος κτήσης κυριότητας επί συγκεκριμένων τμημάτων ακινήτου], αφού δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο στα συμβόλαια αυτά.

Με τα παραπάνω δεδομένα, ο ενάγων δεν δύναται να συνυπολογίσει στο δικό του το χρόνο των δικαιοπαρόχων του, αφού στην ειδική διαδοχή στη νομή αποκτώντα ή ίδια νομή που είχε αυτός που μεταβιβάζει, οι δε δικαιοπάροχοι του είχαν τη νομή μόνον των ιδανικών μεριδίων που ανήκαν σε αυτούς. Κατά αυτής ο εκεί ενάγων άσκησε την από 20-05-2002 και με αριθμό έκθεση κατάθεσης 85/2002 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 204/2005 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου (μεταβατική έδρα Κω).

Η εν λόγω απόφαση λόγω της ύπαρξης του, κατά τα ανωτέρω, δεδικασμένου, το οποίο λειτουργεί, ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση και αυτεπαγγέλτως, έκρινε ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί, ως απαράδεκτη, κατά παραδοχή και της σχετικής ένστασης που είχε προβάλλει στον πρώτο και επανέλαβε στο δεύτερο βαθμό με τις προτάσεις του ο εφεσίβλητος και ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω) που με την απόφαση του κατέληξε σε διαφορετική κρίση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, έσφαλε.

Εν όψει όμως του ότι το Εφετείο δεν είχε την εξουσία σύμφωνα με το άρθρο 534 ΚΠολΔ να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες της απόφασης αφού η απόρριψη της αγωγής ως νομικά αβάσιμης, εν σχέσει με την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω ύπαρξης δεδικασμένου δημιουργεί διαφορά ως προς την εμβέλεια των αντικειμενικών ορίων του παραγομένου με την εφετειακή κρίση δεδικασμένου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε την αγωγή για τον προαναφερθέντα λόγο ως απαράδεκτη.

Το δεδικασμένο που παρήχθη από την ανωτέρω με αριθμό 112/1999 τελεσίδικη απόφαση όπως είχε διαγνωστεί και με την με αριθμό 204/2005 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου αναφορικά με την μη ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου λόγω συμπληρώσεως στο πρόσωπο του εκκαλούντα πρώτου εναγόμενου των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας αποτελεί αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση που κωλύει εκ νέου και από το παρόν Δικαστήριο την εξέταση του ισχυρισμού του πρώτου εναγόμενου εκκαλούντα που προβάλλεται με ένσταση ότι έχει αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου επειδή συμπληρώθηκαν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις της έκτακτης χρησικτησίας.

Επομένως οι λόγοι έφεσης με τους οποίους επαναφέρει απαραδέκτως τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του το μεν ως ένσταση χρησικτησίας το δε ως ένσταση ιδίας κυριότητας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και ο συναφής πέμπτος λόγος έφεσης με τον οποίο ο εκκαλών επιχειρεί να θεμελιώσει τον αμέσως ανωτέρω αναφερόμενο ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητας λόγω χρησικτησίας ως δικαίωμα επί του πράγματος 991 ΑΚ.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός έφεσης είναι και μη νόμιμος δεδομένου ότι η ένσταση του δικαιώματος ως προς το πράγμα προβάλλεται από τον εναγόμενο μόνο σε δίκες διατάραξης ή αποβολής από την νομή και μόνο εφόσον το δικαίωμα αυτό του έχει επιδικαστεί τελεσίδικα σε δίκη με τον ενάγοντα.

Πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται αφενός για δίκη αποζημίωσης λόγω αποκλειστικής χρήσης κοινού από συγκύριο αφετέρου υφίσταται τελεσίδικη απορριπτική σε βάρος του εναγομένου κρίση ως προς το ότι δεν συμπλήρωσε σε βάρος των εναγουσών δεκαπενταετή κτητική παραγραφή επί του επιδίκου.". Από την επισκόπηση των παραδοχών της υπ' αριθ. 112/1999 τελεσίδικης απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω, η οποία εκδόθηκε επί της από 11-8-1997 αγωγής του αναιρεσείοντα κατά των συγκυρίων των επιδίκων ακινήτων για αναγνώριση του δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητάς του επ' αυτών με τη συμπλήρωση στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων της 15ετούς κτητικής παραγραφής-έκτακτης χρησικτησίας, προκύπτει ότι με αυτήν κρίθηκε ότι, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο ενάγων αγόρασε από τη Θ.

χήρα Π. Α. το 1/24 εξ αδιαιρέτου μερίδιο του αναφερομένου εκεί ακινήτου με το .../1989 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Κω Ε. Δ.- Φ. και από τους Μ. Γ. Σ. και Α. - Α. χήρα Γ. Σ. 4/96 εξ αδιαιρέτου - μερίδια του ίδιου ακινήτου με το .../1994 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κω Ε. Φ., με τους παράγωγους αυτούς τρόπους απέκτησε μόνο συγκυριότητα κατά τα παραπάνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου στα επίδικα ακίνητα, ήτοι ότι εφόσον οι παραπάνω δικαιοπάροχοί του του μεταβίβασαν με τα προαναφερόμενα συμβολαιογραφικά έγγραφα μόνο ποσοστά εξ αδιαιρέτου του επίμαχου ακινήτου και όχι κυριότητα επί συγκεκριμένων εδαφικών τμημάτων τούτου και μεταβιβάστηκε η ίδια νομή, που είχαν οι δικαιοπάροχοί του, που του μεταβίβασαν τα ακίνητα, ο ενάγων δεν δύναται να συνυπολογίσει για τη συμπλήρωση στο πρόσωπό του της επικαλούμενης δεκαπενταετούς κτητικής παραγραφής το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του, διότι αυτοί ουδέποτε του μεταβίβασαν κυριότητα, νομή και κατοχή επί συγκεκριμένων εδαφικών τμημάτων του επιδίκου ακινήτου, αλλά μόνο κυριότητα και νομή επί ιδανικού εξ αδιαιρέτου μεριδίου επ' αυτών, καθώς η άτυπη διανομή δεν είναι νόμιμος τρόπος κτήσης κυριότητας επί συγκεκριμένων τμημάτων ακινήτου και με το σκεπτικό αυτό, που στηρίζει το διατακτικό, η αγωγή απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, ενώ η περαιτέρω κρίση του δικαστηρίου ότι από το χρόνο κατάρτισης των επίμαχων δικαιοπραξιών (έτη 1989 και 1994) μέχρι τη συζήτηση της αγωγής δεν συμπληρώνεται στο πρόσωπο του ενάγοντος ο προβλεπόμενος χρόνος για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία είναι πλεοναστική, χωρίς να στηρίζει το διατακτικό της ως άνω απόφασης.

Από την επισκόπηση δε των παραδοχών της υπ' αριθμ. 204/2005 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία εκδόθηκε επί της ασκηθείσης έφεσης του αναιρεσείοντα για την εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 58/2002 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω, που απέρριψε, με το ίδιο σκεπτικό την από 15-4-2001 αγωγή του τελευταίου κατά των συγκυρίων των επιδίκων ακινήτων, με την οποία ζητούσε εκ νέου να αναγνωριστεί το δικαίωμα της αποκλειστικής κυριότητάς του επί των επιδίκων ακινήτων με τη συμπλήρωση στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων της 15ετούς κτητικής παραγραφής-έκτακτης χρησικτησίας, ως μη νόμιμη, προκύπτει ότι με αυτήν (204/2005 απόφαση Εφετείου Δωδεκανήσου) κρίθηκε ότι, λόγω της ύπαρξης του, κατά τα ανωτέρω, δεδικασμένου που απορρέει από την υπ' αρ. 112/1999 τελεσίδικη απόφαση, το οποίο λειτουργεί ως αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση, η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη και όχι, ως μη νόμιμη και για τον λόγο αυτό, αφού το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (με αριθμό 58/2002) και κράτησε και δίκασε την από 15-4-2001 αγωγή, την απέρριψε ως απαράδεκτη.

Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα, με την υπ' αριθμ. 112/1999 τελεσίδικη απόφαση έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, το οποίο διαγνώστηκε και με την υπ' αριθμ. 204/2005 απόφαση, ότι είναι μη νόμιμο το αίτημα αναγνώρισης δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας του αναιρεσείοντος επί των επιδίκων κτισμάτων με συμπλήρωση στο πρόσωπό του των προϋποθέσων της 15ετούς κτητικής παραγραφής-έκτακτης χρησικτησίας, καθώς αυτός απέκτησε με συμβολαιογραφικά έγγραφα την κυριότητα μόνο επί ιδανικών εξ αδιαιρέτου μεριδίων (8/96) επί του όλου ακινήτου και όχι επί συγκεκριμένων εδαφικών τμημάτων αυτού, καθώς η άτυπη διανομή δεν αποτελεί νόμιμο τίτλο κυριότητας και του παραδόθηκε η νομή μόνο των ιδανικών αυτών μεριδίων, ενώ ουδέποτε του παραδόθηκε νομή επί συγκεκριμένων εδαφικών τμημάτων του όλου ακινήτου, ώστε, με την συνεχή άσκηση εμφανών υλικών πράξεων επ' αυτών, να δύναται να αποκτήσει δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητάς τους με τη συμπλήρωση στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων της κτητικής παραγραφής.

Στην ένδικη περίπτωση, από την επισκόπηση των από 27-10-2017 εγγράφων προτάσεων που αναιρεσείοντος, προκύπτει ότι αυτός προέβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τον ίδιο ισχυρισμό, τον οποίο επανέφερε με την έφεσή του, επικαλούμενος ότι απέκτησε δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας επί των επιδίκων κτισμάτων-τμημάτων του όλου ακινήτου, με δικαιοπραξίες που, κατά τον τύπο, αφορούσαν σε αγορά εξ αδιαιρέτων μεριδίων, ενώ στην πραγματικότητα αφορούσαν σε ειδικότερα τμήματα της μεγαλύτερης ιδιοκτησίας, τα οποία είχαν διανεμηθεί από τους αρχικούς ιδιοκτήτες με κοινή συμφωνία και ότι συνεπώς στις εξ αδιαιρέτου μεταβιβάσεις μεριδίων του όλου επίδικου ακινήτου, υποκρύπτονταν μεταβιβάσεις μερικότερων συγκεκριμένων εδαφικών τμημάτων του όλου ακινήτου, επί των οποίων είχαν ήδη οικοδομηθεί τα επίμαχα κτίσματα, περιστατικά που είχε επικαλεστεί και στις ως άνω προηγούμενες αγωγές του.

Όμως, το δεδικασμένο που παρήχθη από την ανωτέρω με αριθμό 112/1999 τελεσίδικη απόφαση, αναφορικά με την μη ύπαρξη δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας επί των επιδίκων κτισμάτων λόγω συμπλήρωσης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα των προϋποθέσεων της 15ετούς κτητικής παραγραφής-έκτακτης χρησικτησίας, αποτελεί αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση που κωλύει την εκ νέου εξέταση του ιδίου ισχυρισμού, που προτάθηκε και εν προκειμένω από τον αναιρεσείοντα με ένσταση ιδίας κυριότητας επί των επίδικων κτισμάτων που αποκτήθηκε με τη συμπλήρωση στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων της 15ετούς κτητικής παραγραφής-έκτακτης χρησικτησίας.

Τούτο διότι, το νομικό και ουσιαστικό ζήτημα σχετικά με την μη ύπαρξη δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας του αναιρεσείοντος επί των επιδίκων κτισμάτων, το οποίο απετέλεσε αντικείμενο της δίκης, για το οποίο υποβλήθηκε αίτηση παροχής έννομης προστασίας, με την από 11-8-1997 αγωγή και στη συνέχεια με την από 15-4-2001 αγωγή, ερευνήθηκε και κρίθηκε τελεσιδίκως με την υπ' αριθ. 112/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω, ταυτίζεται δε με το νομικό και ουσιαστικό ζήτημα (δικαίωμα), που εισήχθη προς κρίση με την προτεινόμενη από τον αναιρεσείοντα ένσταση περί του δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητάς του επί των επιδίκων κτισμάτων με τη συμπλήρωση στο πρόσωπό του των προϋποθέσεων της κτητικής παραγραφής, που αποτελεί προδικαστικό ζήτημα στην ένδικη υπόθεση, προκειμένου να κριθεί το δικαίωμα των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων να διεκδικήσουν αποζημίωση για την αποκλειστική χρήση από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα των, πέραν του ιδανικού μεριδίου του, κοινών κτισμάτων.

Εφόσον, συνεπώς, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι από την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση υπάρχει δεδικασμένο ως προς το κριθέν ζήτημα της μη ύπαρξης δικαιώματος αποκλειστικής κυριότητας επί των επιδίκων κτισμάτων με συμπλήρωση στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα των προϋποθέσεων της 15ετούς κτητικής παραγραφής-έκτακτης χρησικτησίας, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείουσα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτές (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό, ενώ δεν θα επιδικαστούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, δικαστικά έξοδα για τις απούσες πρώτη και πέμπτη των αναιρεσίβλητων, ελλείψει σχετικού αιτήματος των τελευταίων.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 205 ΚΠολΔ, το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, με την οριστική απόφασή του, επιβάλλει στο διάδικο ή το νόμιμο αντιπρόσωπό του ή στο δικαστικό του πληρεξούσιο, ανάλογα με την ευθύνη του καθενός, χρηματική ποινή από χίλια [1000] ευρώ] έως δύο χιλιάδες πεντακόσια [2500] ευρώ, που περιέρχεται στο Δημόσιο, ως δημόσιο έσοδο, αν προκύπτει από τη δίκη που έγινε, ότι αν και γνώριζαν: 1] άσκησαν προφανώς αβάσιμη αγωγή, ανταγωγή ή παρέμβαση ή προφανώς αβάσιμο ένδικο μέσο ή 2] διεξήγαγαν τη δίκη παρελκυστικά ή δεν τήρησαν τους κανόνες των χρηστών ηθών ή της καλής πίστης ή το καθήκον αληθείας.

Με τη διάταξη αυτή η οποία εναρμονίζεται με το άρθρο 116 ΚΠολΔ, καθιερώνεται αποκλειστικά για την εξασφάλιση της διαδικαστικής τάξης, χωρίς καμία επίδραση στο περιεχόμενο της απόφασης, η υποχρέωση του δικαστηρίου και όχι η διακριτική ευχέρεια αυτού, για την επιβολή χρηματικής ποινής, που περιέρχεται στο Δημόσιο, εφόσον διαπιστωθεί δικονομική συμπεριφορά, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή της δικαιοσύνης.

Κύρια προϋπόθεση για την επιβολή της ποινής τάξης του άρθρου 205 ΚΠολΔ, αποτελεί το στοιχείο της υπαιτιότητας με τη μορφή άμεσου δόλου, χωρίς να αρκεί ενδεχόμενος δόλος ή αμέλεια. Η απόρριψη της αγωγής ή του ενδίκου μέσου ως νόμω ή κατ' ουσίαν αβάσιμου δεν υποδηλώνει και παράβαση της παραπάνω διάταξης (ΑΠ 431/2023, ΑΠ 1211/2021, ΑΠ 489/ 2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι δεύτερη, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν στην παρούσα δίκη, ζήτησαν να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος χρηματική ποινή, κατ' άρθρο 205 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενες ότι το δικόγραφο της ένδικης αναίρεσης που άσκησε, αποτελούμενο από 170 πυκνογραμμένες σελίδες, παραβαίνει τους κανόνες της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και είναι καταχρηστικό.

Ωστόσο, στη προκειμένη περίπτωση, μόνη η άσκηση του δικογράφου της ένδικης αναίρεσης δεν υποδηλώνει και παράβαση της παραπάνω διάταξης, κατά τα προεκτεθέντα, καθόσον δεν διαπιστώθηκε δικονομική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία έχει αρνητική επενέργεια στην απονομή της δικαιοσύνης ούτε προέκυψε δόλος του τελευταίου, έτσι ώστε να δικαιολογείται επιβολή χρηματικής ποινής σε βάρος του, όπως επικαλούνται οι αναιρεσίβλητες.

Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση επιβολής χρηματικής ποινής σε βάρος του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-7-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 74/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου (Μεταβατική Έδρα Κω).

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου