Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored invalidity argument regarding legal representation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court of Larissa, ruling that the lower court had properly considered the argument regarding the invalidity of procedural acts due to lack of legal representation. The appellant argued that the appellate court failed to address this specific claim, which formed the historical basis of the original lawsuit. However, the court determined that the lower court had indeed taken this argument into account and rejected it because the plaintiff sought substantive legal recognition rather than procedural invalidity.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8 KPolD; The ground of appeal under Art. 559 no. 8 KPolD is not established if the court that tried the case took into account the proposed claim and rejected it for any reason.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 46 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 46/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Χ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φιλιππόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΠΡΟΗΓΜΕΝΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Α'ΒΙΠΕ Βόλου, η οποία τελεί υπό εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές της και 2) Ν. Τ. του Κ., κατοίκου … . Ο δεύτερος αναιρεσίβλητος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βύρωνα Αντωνιάδη.
Στο σημείο αυτό η δικηγόρος της πρώτης αναιρεσίβλητης Μαρία Βραχά, εκ μέρους του πληρεξουσίου δικηγόρου της ως άνω αναιρεσίβλητης, ζήτησε την αναβολή της υπόθεσης για τους λόγους που ανέπτυξε. Για το αίτημα της αναβολής τον λόγο έλαβε και ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, ο οποίος δε συναίνεσε. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και διά του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-04-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 181/2014 πρόσθετη παρέμβαση του ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 155/2018 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-11-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του δευτέρου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει εάν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, εάν αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β` και γ` ΚΠολΔ, που έχουν γενική εφαρμογή, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, υπό την προϋπόθεση ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ` αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ή είχε νόμιμα παραστεί κατά την ίδια δικάσιμο, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο (ΚΠολΔ 573, ΑΠ 61/2020, ΑΠ 110/2020, ΑΠ 251/2020, ΑΠ 801/2017, ΑΠ 593/2016).
Περαιτέρω, με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020 ορίστηκαν τα εξής:
«2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι και τις 31-05-2020, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο και κατά προτεραιότητα εντός του χρονικού διαστήματος από 01-07-2020 έως 15-07-2020 ή από 01-09-2020 έως 15-09-2020. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα».
Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην, όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο κάποιου διαδίκου, προκειμένου να ισχύσει η, με πρωτοβουλία του γραμματέα, εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για την αρχική δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του. Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπ' αριθ. .../8-1-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας με έδρα το Πρωτοδικείο Βόλου Αναστασίας Ρήγα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 22-11-2018, αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 30/3/2020, οπότε η υπόθεση ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με πράξη του προέδρου του Α2 τμήματος και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020.
επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση, στην υπάλληλο του εκκαθαριστή της αναιρεσίβλητης εταιρείας (άρθρο 129 ΚΠολΔ), ο πληρεξούσιος δικηγόρος της οποίας εμφανίστηκε κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και ζήτησε αναβολή, μετά δε την απόρριψη του αιτήματος δεν παραστάθηκε.
Κατά συνέπεια, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της ως άνω πρώτης αναιρεσίβλητης.
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 155/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των σχετικών εγγράφων:
Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου την από 23-04-2013 αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των αναφερόμενων στο ιστορικό της αγωγής διαδικαστικών πράξεων. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 68/2015 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εναγομένης ο δεύτερος αναιρεσίβλητος. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η πρόσθετη παρέμβαση, έγινε δεκτή η αγωγή και απαγγέλθηκε η ακυρότητα των αναφερόμενων στο σκεπτικό της απόφασης πράξεων. Κατά της άνω απόφασης άσκησε έφεση ο προσθέτως παρεμβαίνων και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος και επ' αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 155/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής βάλλει ο ενάγων/εφεσίβλητος με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003).
[Β] Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με το μοναδικό λόγο αναίρεσης προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια (κατ' ορθή εκτίμηση) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του ότι όλες οι αναφερόμενες στο αναιρετήριο (και στην ένδικη αναγνωριστική αγωγή του) διαδικαστικές πράξεις που ενέργησε η εναγόμενη ανώνυμη εταιρία ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου μετά την 6η Νοεμβρίου 1999 ήταν άκυρες διότι στερούνταν νόμιμης εκπροσώπησης. Ωστόσο, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς που άλλωστε συνιστούσαν την ιστορική βάση της αγωγής του, την οποία μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε ως η νόμιμη ακριβώς διότι έκρινε ότι με αυτήν δεν ζητούνταν η αναγνώριση έννομης σχέσης του (ιδιωτικού) ουσιαστικού δικαίου, αλλά η αναγνώριση δικονομικής ακυρότητας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς έρευνα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσίβλητου που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-11-2018 αίτηση του Κ. Χ. του Ι., για αναίρεση της με αριθμό 155/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δεύτερου αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ