46/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated46/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση παραδεκτώς συμπροσβάλλεται με την υπ' αριθ. 557/2014 οριστική απόφαση του Εφετείου Λάρισας και η με αριθμό 671/2010 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, δοθέντος ότι ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης αναφέρεται στην κριθείσα με την τελευταία, μη οριστική απόφαση, αοριστία της αγωγής της αναιρεσίβλητης.
Full text
Απόφαση 46 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 46/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Φ. του Ρ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τέρπο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. Ρ., συζύγου Κ. Κ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξιο Δημητρακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 167/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, 671/2010 μη οριστική και 557/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της 557/2014 απόφασης του Εφετείου Λάρισας συμπροσβαλλομένης και της 671/2010 μη οριστικής απόφασης του Εφετείου Λάρισας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-4-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 11-11-2019 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως και να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 557/2014 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε την παράγραφο 2 της ίδιας διάταξης, αν προσβληθεί με αναίρεση η οριστική απόφαση, θεωρούνται πως έχουν προσβληθεί και οι μη οριστικές που έχουν εκδοθεί προηγουμένως ακόμη και αν δεν απευθύνεται ρητώς εναντίον τους η αναίρεση. Δηλαδή η μη οριστική απόφαση δεν υπόκειται σε αυτοτελή αναίρεση, αλλά συμπροσβάλλεται με την οριστική, αρκεί να υπάρχει λόγος αναίρεσης κατ' αυτής (ΑΠ 858/2017, ΑΠ 109/2016, ΑΠ 1720/2013). Μη οριστική απόφαση είναι και εκείνη, με την οποία το δικαστήριο, αφού κρίνει παραδεκτή την έφεση, στη συνέχεια, ερευνώντας αυτήν κατ' ουσίαν, διατάσσει την επανάληψη συζητήσεως, κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να διεξαχθεί πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 1273/2017, ΑΠ 385/2009, ΑΠ 306/2008).
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση παραδεκτώς συμπροσβάλλεται με την υπ' αριθ. 557/2014 οριστική απόφαση του Εφετείου Λάρισας και η με αριθμό 671/2010 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, δοθέντος ότι ο πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης αναφέρεται στην κριθείσα με την τελευταία, μη οριστική απόφαση, αοριστία της αγωγής της αναιρεσίβλητης.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1424/2017, ΑΠ 597/2015).Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).
Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του και νέων γεγονότων, τα οποία απλώς διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας χωρίς να αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 910/2017, ΑΠ 1087/2014).
Η πληρότητα ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 917/2017). Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας.
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 106/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη άρθρου 914 AK, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, δ) ζημία ή αναλόγως ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη και ε) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας (ΑΠ 1979/2017).
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Η παράλειψη από αμέλεια της τηρήσεως εκ μέρους προσώπου που ανήκει σε συγκεκριμένο επαγγελματικό κύκλο των κανόνων επιστήμης και τέχνης, που κατά κοινή αναγνώριση, είναι εφαρμοστέοι στον κύκλο αυτό, πληροί επίσης την προϋπόθεση του παρανόμου κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και οδηγεί, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι, στη θεμελίωση αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΠ 1521/2017).
Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 216 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά του τελευταίου, η πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά ζημίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία του ενάγοντος, ήτοι περιγραφή των ζημιών κατά το είδος, την έκταση, την αιτία και το ύψος της δαπάνης, η οποία απαιτείται για την αποκατάσταση κάθε επιμέρους ζημίας, επιτρέποντας στο μεν δικαστήριο την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας του καταγόμενου προς κρίση δικαιώματος αποζημίωσης, στο δε ζημιώσαντα εναγόμενο την άσκηση ανταπόδειξης, και, τέλος, η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας (ΑΠ 93/2016, ΑΠ 1513/2014).
Αν με το δικόγραφο της αγωγής γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, που είναι αόριστη νομική έννοια, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή (ΑΠ 910/2017, ΑΠ 1467/2009).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1007 ΑΚ, δεν επιτρέπεται να ανασκάπτεται το ακίνητο σε τέτοιο βάθος, ώστε το έδαφος του γειτονικού ακινήτου να στερηθεί το απαιτούμενο έρεισμα, εκτός αν έχει ληφθεί πρόνοια να στερεωθεί αρκετά το έδαφος με άλλον τρόπο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο κύριος οποιουδήποτε ακινήτου δεν μπορεί να προβαίνει στο ακίνητο του σε εργασίες, οι οποίες, έστω και αν εκτελούνται ύστερα από άδεια της αρχής, λόγω του βάθους τους, θέτουν σε κίνδυνο (διαρκή ή προσωρινό) κατάρρευσης το γειτονικό ακίνητο.
Στερείται δε έννομης συνέπειας το γεγονός ότι, ενδεχομένως, η γειτονική οικοδομή, που κινδυνεύει, δεν είχε ανεγερθεί κατά τους κανόνες της τέχνης. Τούτο μπορεί να αποτελέσει βάση ενστάσεως, κατ' άρθρο 300 Α.Κ., για τη θεμελίωση οικείου πταίσματος του κυρίου της ελαττωματικής οικοδομής. Σε κάθε περίπτωση, η υποχρέωση πρόνοιας για επαρκή στερέωση του γειτονικού ακινήτου, επιβάλλει σ' εκείνον, που ενεργεί την ανόρυξη, να λάβει όλα τα αναγκαία και δυνατά προφυλακτικά μέτρα σε σχέση με την συγκεκριμένη κατάσταση του γειτονικού ακινήτου, ακόμη και αν η υφιστάμενη σ' αυτό οικοδομή είναι ελαττωματική, σε αντίθετη δε περίπτωση παραβαίνει τον ως άνω κανόνα του άρθρου 1007 του Α.Κ.
Ο σχετικός δε περί λήψεως των αναγκαίων μέτρων ισχυρισμός του εναγομένου αποτελεί ένσταση στην εκ του ως άνω άρθρου ασκουμένη αξίωση του ενάγοντος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1108 παρ. 1 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλον τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον.
Δεν αποκλείεται περαιτέρω αξίωση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι στον κύριο του ακινήτου, το οποίο υπέστη βλάβη λόγω εκσκαφής στο γειτονικό ακίνητο, παρέχεται αξίωση αποζημίωσης, η οποία γεννάται, κατά την 914 ΑΚ στην περίπτωση υπαίτιας παράβασης της απαγόρευσης που καθιερώνεται με το άρθρο 1007 ΑΚ.
Η σχετική αγωγή του άρθρου 914 ΑΚ μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο κατά του ιδιοκτήτη αλλά και κατά του εργολάβου ή του επιβλέποντος μηχανικού και έχει ως αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας του ενάγοντος, που οφείλεται στο ότι το ακίνητό του αποστερήθηκε το απαιτούμενο έρεισμα του εδάφους. Σχετική με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 1007 ΑΚ είναι και η διάταξη του άρθρου 4 του π.δ/τος 1073 της 12/16-9-1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών σε εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού", η οποία ορίζει ότι "Δια την αντιστήριξιν ομόρων κτιρίων επιβάλλεται μεθοδική και τεχνική υποθεμελίωσις των εις την απαιτουμένην έκτασιν και εις τα απαιτούμενα βάθη.
Μεταξύ των καταλλήλων προς τούτο μεθόδων αναφέρεται ή τμηματική αντιστήριξις δια ντουλαπιών εις καταλλήλους αποστάσεις ή και η κατασκευή αερογεφυρών αντιστηρίξεως, η καθολική αγκύρωσις του μετά ή άνευ κατακόρυφων στοιχείων ...", το άρθρο 93 του ΓΟΚ, σύμφωνα με το οποίο κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών επιβάλλεται η λήψη μέτρων τόσο για την προστασία του κοινού όσο και των ομόρων ιδιοκτησιών με αντιστήριξή τους ή υποθεμελίωσή τους κατά τον απαιτούμενο τρόπο με ευθύνη του επιβλέποντος μηχανικού και του κατασκευαστή (ΑΠ 493/2015), καθώς και το άρθρο 348 παρ. 1α του από 14-7-1999 π.δ/τος, το οποίο ορίζει ότι κάθε κτίριο και δομικό έργο πρέπει να κατασκευάζεται έτσι, ώστε να εξασφαλίζει, μεταξύ άλλων, την ασφάλεια των όμορων και γειτονικών κτιρίων ή δομικών έργων από κινδύνους ζημιών που προέρχονται από αυτό κατά τη διάρκεια της κατασκευής.
Για το ορισμένο της πιο πάνω αγωγής αποζημίωσης, πέραν των στοιχείων της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως των διαδίκων, πρέπει να προσδιορίζονται κατ' άρθρα 118 και 216 ΚΠολΔ με σαφήνεια η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, οι ζημιές και βλάβες που υπέστη η οικία του ενάγοντος εξ αιτίας της συμπεριφοράς αυτής και οι επιμέρους δαπάνες, που απαιτούνται για την αποκατάστασή τους, κατ' είδος, έκταση και ποσό, με καθορισμό αυτού κατά τιμή μονάδος ή κατ' αποκοπή.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει, ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ισχυρίζεται με την αγωγή της, ότι τυγχάνει ιδιοκτήτρια του αναφερόμενου σ' αυτή οικοπέδου μετά της υπάρχουσας επ' αυτού διώροφης οικίας, συμπληρώνοντας παραδεκτά με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (άρθρ. 224 ΚΠολΔ) ότι άλλως τυγχάνει νομέας ή συννομέας του ανωτέρω ακινήτου, και ότι ο εναγόμενος (αναιρεσείων) προτιθέμενος, με την ιδιότητα του εργολάβου και επιβλέποντος μηχανικού, να προβεί στην ανέγερση πολυώροφης οικοδομής σε όμορο ακίνητο, κατά την έναρξη των οικοδομικών εργασιών για την ανέγερση αυτής, δεν έλαβε τα ενδεδειγμένα μέτρα ασφαλείας για την υποθεμελίωση της οικίας της, επί πλέον δε άφησε ανοικτό επί πεντάμηνο το χώρο που δημιουργήθηκε από την εκσκαφή των θεμελίων της άνω υπό ανέγερση οικοδομής, με αποτέλεσμα ο χώρος αυτός να γεμίσει νερά λόγω των βροχοπτώσεων, και ότι εξ αιτίας της συμπεριφοράς αυτής του εναγομένου η οικία της υπέστη σημαντικές ζημίες, ήτοι ρηγματώσεις και καθιζήσεις, για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται δαπάνη ύψους 25.000 ευρώ και συγκεκριμένα α) κατεδάφιση φέρουσας τοιχοποιίας που έχει υποστεί ρωγμές 3.000 ευρώ, β) απομάκρυνση μπάζων 3.000 ευρώ, γ) ξύλωμα πλακιδίων και σκαλοπατιών = 1.000 ευρώ, δ) προμήθεια υλικών για την κατασκευή της τοιχοποιίας = 2.000 ευρώ, ε) κατασκευή τοιχοποιίας με σενάζ 3.000 ευρώ, στ) επιχρίσματα= 4.000 ευρώ, ζ) ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις = 1.000 ευρώ, η) κατασκευή πλακιδίων τοίχου δαπέδου δαπέδου 1.500 ευρώ, θ) χρωματισμοί 2.000 ευρώ, ι) ασφάλεια προσωπικού 1.500 ευρώ, ια) απρόβλεπτες δαπάνες ποσού 3.000 ευρώ.
Ζητεί, λοιπόν, η ενάγουσα να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, μεταξύ άλλων, το ανωτέρω ποσό των 25.000 ευρώ, πλέον ποσού 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα από τον νόμο και δη από τα άρθρα 914, 297, 298, 299 και 932 ΑΚ απαιτούμενα στοιχεία και συγκεκριμένα ότι η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια, άλλως νομέας ή συννομέας της ένδικης οικίας, η οποία, εξ αιτίας των αναφερόμενων παραλείψεων του εναγομένου υπέστη τις περιγραφόμενες στην αγωγή ζημιές (ρηγματώσεις και καθιζήσεις) και ότι για την αποκατάσταση αυτών απαιτούνται οι ως άνω επιμέρους δαπάνες, οι οποίες εξειδικεύονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο κατ' είδος και ποσό, με προσδιορισμό του κόστους εκάστης κατ' αποκοπή, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται περαιτέρω ανάλυση της κάθε δαπάνης, με τον τρόπο μάλιστα που προσδιορίζει ο αναιρεσείων, η οποία δαπάνη, άλλωστε, μπορεί να προκύψει από τις αποδείξεις (πρβλ.
ΑΠ 529/2017). Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την συμπροσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 671/2010 μη οριστική απόφασή του έκρινε ορισμένη την αγωγή και νόμιμη, στηριζόμενη στις πιο πάνω διατάξεις, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αρκούμενο σε στοιχεία λιγότερα από εκείνα που οι ως άνω κανόνες απαιτούν για τη γένεση του δικαιώματος αποζημιώσεως της ενάγουσας, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, ούτε όμως δέχθηκε πράγματα πέραν αυτών που εκτίθενται στη αγωγή και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 557/2014 οριστική απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) είναι κυρία ενός οικοπέδου, εμβαδού 160 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στην Λάρισα..., εντός του οποίου το έτος 1960 κατασκεύασε διώροφη οικοδομή.
Το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας επί του ως άνω ακινήτου εμμέσως πλην σαφώς συνομολόγησε ο εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Η ως άνω οικοδομή κατασκευάσθηκε χωρίς οικοδομική άδεια και άρα χωρίς τις απαιτούμενες μελέτες και με την τεχνοτροπία της εποχής για την περιοχή της Λάρισας, δηλαδή με μπατική τοιχοποιία, η οποία στο μέσο (ανάμεσα από το εσωτερικό και εξωτερικό τούβλο) είχε οπλισμό και σκυρόδεμα.
Η θεμελίωση είχε κατασκευασθεί από ξηρολιθιά. Η πλάκα οροφής ισογείου είχε κατασκευασθεί από οπλισμένο σκυρόδεμα, ενώ στον όροφο δεν κατασκευάσθηκε πλάκα, αλλά έγινε ψευδοροφή από ασβεστοκονίαμα με καλάμια. Το έτος 2004, κατά τη διενέργεια εργασιών ανέγερσης πολυώροφης οικοδομής επί οικοπέδου κειμένου παραπλεύρως της ως άνω οικοδομής της ενάγουσας, ο εναγόμενος (αναιρεσείων) υπό την ιδιότητά του ως επιβλέποντος πολιτικού μηχανικού και εργολάβου, που είχε αναλάβει την επίβλεψη και την εκτέλεση των εργασιών εκσκαφής προς κατασκευή των θεμελίων της υπό ανέγερση οικοδομής, από αμέλειά του, ενώ διαπίστωσε την κατάσταση της οικοδομής της ενάγουσας, ότι η θεμελίωση αυτής ήταν με ξερολιθιά και ότι η στάθμη θεμελίωσης του ανεγειρόμενου κτηρίου βρισκόταν χαμηλότερα από αυτήν του κτιρίου της ενάγουσας και συνεπώς σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 348 του από 14-7-1999 Π.Δ....
έπρεπε να λάβει μέτρα προστασίας της εν λόγω οικοδομής και να προβεί στην κατασκευή υποθεμελίωσης σε ολόκληρο το μήκος της πλευράς του κοινού ορίου των δύο οικοδομών, αυτός προέβη σε εκσκαφή ολόκληρου του ως άνω οικοπέδου και κατά το τμήμα που γειτνίαζε με την ως άνω οικοδομή της ενάγουσας, χωρίς να κατασκευάσει για την προστασία της θεμελίωσης της οικοδομής της ενάγουσας υποθεμελίωση σε όλη την πλευρά του κοινού ορίου των δύο οικοδομών, αλλά κατασκεύασε υποθεμελίωση σε ένα τμήμα αυτής, αφήνοντας χωρίς υποθεμελίωση το υπόλοιπο τμήμα της οικοδομής της ενάγουσας.
Αποτέλεσμα της ως άνω αμελούς συμπεριφοράς του εναγομένου ήταν η οικοδομή της ενάγουσας στην πλευρά, που γειτνιάζει με την ανεγειρόμενη οικοδομή, να υποστεί, λόγω των εργασιών εκσκαφής για τη θεμελίωση του νέου κτιρίου και της στέρησης του αναγκαίου ερείσματος, μικρής κλίμακας ζημίες και συγκεκριμένα κατακόρυφες και οριζόντιες ρηγματώσεις, μέγιστου μεγέθους 3 χιλιοστών, μεταξύ των φερόντων δομικών στοιχείων και των τοίχων πληρώσεως.
Το μέγεθος των ως άνω ρηγματώσεων δεν έχει έκτοτε αυξηθεί και η κατάσταση του κτηρίου είναι σταθερή. Οι τοπικές καθιζήσεις του κτιρίου δεν δημιούργησαν κατάσταση αιώρησης, αλλά σε συνδυασμό με τις σκυροδετήσεις των τοιχίων στο όμορο κτίσμα δημιούργησαν μία νέα κατάσταση ισορροπίας, η οποία δεν προβλέπεται ότι θα τροποποιηθεί.
Το τμήμα της οικοδομής της ενάγουσας, που υπέστη τις ως άνω ζημίες, αποτελεί μέρος της κουζίνας και της τουαλέτας και χρησιμοποιούνταν από την ενάγουσα και την οικογένειά της, η οποία κατοικεί στη εν λόγω οικοδομή. Άλλες ζημίες δεν αποδείχθηκε ότι προκλήθηκαν στην οικοδομή της ενάγουσας. Για την αποκατάσταση των ως άνω βλαβών απαιτείται η αφαίρεση των επιχρισμάτων και των πλακιδίων, η ενίσχυση των φερόντων δομικών στοιχείων και της τοιχοποιίας, η τοποθέτηση νέων πλακιδίων, η κατασκευή νέων επιχρισμάτων, χρωματισμών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων.
Για τις αμοιβές εκτέλεσης των εργασιών αυτών και η αγορά των απαραίτητων υλικών απαιτείται το ποσό των 6.000 ευρώ, κατά το οποίο ζημιώθηκε η ενάγουσα...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως προς το κεφάλαιο της αποζημίωσης προς αποκατάσταση των ζημιών στην οικία της αναιρεσίβλητης, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να καταβάλει σ' αυτή, μαζί με την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 8.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των πραναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό παραδοχές: α) ότι κατά τη διενέργεια εργασιών ανέγερσης πολυώροφης οικοδομής επί οικοπέδου κειμένου παραπλεύρως της οικοδομής της αναιρεσίβλητης, εξ αιτίας της περιγραφόμενης αμελούς συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος, εργολάβου και επιβλέποντος μηχανικού του έργου, η οικοδομή της αναιρεσίβλητης, υπέστη, λόγω των εργασιών εκσκαφής για τη θεμελίωση του νέου κτιρίου και της στέρησης του αναγκαίου ερείσματος, τις πιο πάνω αναφερόμενες μικρής κλίμακας ζημίες, β) ότι για την αποκατάσταση των ως άνω βλαβών απαιτείται η αφαίρεση των επιχρισμάτων και των πλακιδίων, η ενίσχυση των φερόντων δομικών στοιχείων και της τοιχοποιίας, η τοποθέτηση νέων πλακιδίων, η κατασκευή νέων επιχρισμάτων, χρωματισμών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων και γ) ότι για τις αμοιβές εκτέλεσης των εργασιών αυτών και την αγορά των απαραίτητων υλικών απαιτείται συνολικά, κατ' αποκοπή, το ποσό των 6.000 ευρώ, κατά το οποίο και ζημιώθηκε η ενάγουσα, πέραν δε αυτών δεν ήταν αναγκαίο να περιλάβει άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.
Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, των προαναφερομένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθόσον δεν αναφέρεται "πως έφθασε στο συμπέρασμα ότι για αμοιβές εκτέλεσης εργασιών και υλικών απαιτείται το ποσό των 6.000 ευρώ" και επίσης "ποιο το αποδεικτικό μέσο (έγγραφο, μαρτυρική κατάθεση) που οδήγησε το δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η ζημία ανέρχεται σε 6.000 ευρώ και πως αυτό το ποσό αναλύεται", είναι απαράδεκτος, διότι οι ως άνω αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις διατυπώνεται, κατά τα ανωτέρω, με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει ο έχων έννομο συμφέρον. Από τη διάταξη αυτήν προκύπτει ότι ενεργητικά μεν νομιμοποιείται να ζητήσει έννομη προστασία ο ισχυριζόμενος ότι είναι δικαιούχος του επίδικου δικαιώματος, παθητικά δε εκείνος ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος μετέχει στην επίδικη έννομη σχέση.
Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ' αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη, άλλωστε, νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης.
Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος αποδείξεως, με συνέπεια, και σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποιήσεως του ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποιήσεως (ΑΠ 59/2017, ΑΠ 1718/2012).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 261εδ.β'ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη ειδική αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνδυαζόμενη με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων.
Επομένως, εφόσον υπάρχει ειδική αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και, παρά ταύτα, το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, υποπίπτει στην από το άρθρο 559 αριθμ. 11β ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε. Επί συναγωγής δε ομολογίας από τη μη ειδική αμφισβήτηση των αγωγικών ισχυρισμών ο Άρειος Πάγος, επισκοπώντας τις προτάσεις (αρθρ.561παρ.2 ΚΠολΔ), ελέγχει μόνο αν πράγματι αμφισβητήθηκε ο ισχυρισμός, δεν μπορεί όμως να ελέγξει την κρίση του δικαστηρίου ως προς το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνάγεται ή όχι ομολογία από την παράλειψη αμφισβήτησης, διότι αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 376/2019, ΑΠ 1236/2018, ΑΠ 176/2018, ΑΠ 728/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο, από τον αριθ.11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι, ενώ με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αμφισβήτησε ρητά την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), παρ' όλα αυτά συνήγαγε από το περιεχόμενο αυτών έμμεση δικαστική ομολογία του και εδέχθη ως αποδειγμένο τον αγωγικό ισχυρισμό της ότι είναι κυρία του ενδίκου ακινήτου και δικαιούχος της σχετικής αξίωσης, νομιμοποιούμενη προς άσκηση της κρινόμενης αγωγής, χωρίς να ερευνήσει περαιτέρω ότι συντρέχουν τα επικαλούμενα από την αναιρεσίβλητη θεμελιωτικά της νομιμοποίησης περιστατικά, λαμβάνοντας έτσι υπόψη, παρά το νόμο, απόδειξη που δεν προσκομίστηκε.
Από την επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των από 18-5-2007 προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και των πρακτικών αυτού, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, αμυνόμενος κατά της αγωγής, ανέφερε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Καλώ την ενάγουσα... να προσκομίσει στοιχεία που να αποδεικνύουν την ενεργητική της νομιμοποίηση...", ενώ κατά τη συζήτηση της υπόθεσης καταχωρίστηκε, μεταξύ άλλων, στα πρακτικά "ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης".
Από το περιεχόμενο της ανωτέρω περικοπής των προτάσεων του αναιρεσείοντος και της σχετικής δήλωσης στα πρακτικά προκύπτει ότι ο τελευταίος προέβη απλώς σε γενική άρνηση της ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης, χωρίς να αμφισβητήσει ειδικά τον ισχυρισμό της ότι είναι ιδιοκτήτρια του βλαβέντος ακινήτου.
Επομένως, το Εφετείο, δεχόμενο ότι "το δικαίωμα κυριότητας της ενάγουσας επί του ως άνω ακινήτου εμμέσως πλην σαφώς συνομολόγησε ο εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου", δεν υπέπεσε στην προβαλλόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 11β ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο λήψης υπόψη απόδειξης που δεν προσκομίστηκε και, κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου ως άνω λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-4-2015 αίτηση του Η. Φ. για αναίρεση των 671/2010 (μη οριστικής) και 557/2014 (οριστικής) αποφάσεων του Εφετείου Λάρισας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ