Legislator Case Law & Legislation
46/2012 AI generated

46/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 46/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 46 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 46/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χρι...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 46 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 46/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Απόστολου Γκέκα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο 2. Της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Κ. και Δ. Σ. Ο.Ε." που εδρεύει στη Λάρισα, νόμιμα εκπροσωπούμενης και 3. Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " Εθνική Ασφαλιστική Α.Α.Ε.Γ.Α." που εδρεύει στην Αθήνα, νόμιμα εκπροσωπούμενη, οι 2ος και 3ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ξιφαρά, βάσει του άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:6/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 304/2007 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-3-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Σακκάς, ανέγνωσε την από 23-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τον δεύτερο και τρίτο λόγο της και την απόρριψη για τους λοιπούς.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντα ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 4133Β/30-9-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας ... αποδεικνύεται ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση κατά την παραπάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ. Μ.. Όμως αυτός δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παραστάσεως κατά το άρθρο 242παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (αρθ. 576 παρ. 2 ΚπολΔ).

2. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 2 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν είχε νόμιμη σύνθεση. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τις διατάξεις των άρθρων 4, 5 και 8 του ν. 1756/1899 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών" και 52 παρ. 1 στοιχ. ε' του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δεν υπάρχει κακή σύνθεση του δικαστηρίου κατά το νόμο και άρα δεν δημιουργείται ο συναφής λόγος εξαιρέσεως, αν στο Εφετείο (πολιτικό) και σε σχέση με κάποια συγκεκριμένη υπόθεση συμμετάσχει Εφέτης, που είχε συμμετάσχει στην αντίστοιχη ποινική δίκη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην πληττομένη απόφαση η αιτίαση ότι στη σύνθεση του Εφετείου συμμετείχε και ο Εφέτης Ναπολέων Ζούκας ως Εισηγητής, ο οποίος είχε συμμετάσχει στην αντίστοιχη ποινική δίκη για το ίδιο ένδικο τροχαίο ατύχημα, κατά την οποία εκδόθηκε η ποινική απόφαση 1276/2006 του τριμελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατά πλειοψηφία και ως εκ τούτου αυτός ήταν εξαιρετέος. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 559 αριθ. 2, είναι προεχόντως απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

3. Από τις διατάξεις των άρθρων 297,298, 300, και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη. Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 1 του άρθρου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να παραβιαστεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή. (ΑΠ 822/2008).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατά τις 17.30 της 27ης Σεπτεμβρίου 2002 ο πρώτος από τους εφεσίβλητους, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δευτέρας από αυτούς, το οποίο η τελευταία είχε ασφαλίσει για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη ασφαλιστική εταιρία, ακολουθούσε την παλαιά Ε.Ο. Λάρισας-Βόλου, με κατεύθυνση προς Βόλο. Όταν έφθασε στο ύψος του 5,5ου χιλιομέτρου αυτής, όπου το πλάτος του οδοστρώματος είναι 14,80 μ., η δε οδός ευθεία σε αρκετή απόσταση και οι αντίθετες κατευθύνσεις χωρίζονται μεταξύ τους από νησίδα ασφαλείας πλάτους 3,30 μ. και η κάθε κατεύθυνση φέρει δύο λωρίδες κυκλοφορίας (βλ. πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίας), κινούμενος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και έχοντας πρόθεση να ενεργήσει ελιγμό προς τα αριστερά, αφού βεβαιώθηκε ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνταν πίσω του ή πλάι του ή ετοιμάζονταν να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους και αφού προηγουμένως κατέστησε έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τους δείκτες κατεύθυνσης, άρχισε να εκτελεί τον ελιγμό αυτό.

Την ίδια ώρα ο εκκαλών, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, ακολούθησε και αυτός την ίδια κατεύθυνση, ήτοι προς Βόλο, ακολουθώντας τον πρώτο εφεσίβλητο σε μεγάλη απόσταση, κινούμενος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Όταν ο πρώτος εκτελούσε τον ελιγμό προς τα αριστερά κι ένα μέρος του αυτοκινήτου που οδηγούσε κινείτο στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ο εκκαλών κινούμενος με υπερβολική για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα και δη με ταχύτητα που υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 90 χ/ω, από έλλειψη της απαιτούμενης -προσοχής μέσου συνετού οδηγού, επιχείρησε να προσπεράσει το προπορευόμενο ΙΧΦ. αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εφεσίβλητος τη στιγμή που ο τελευταίος είχε άρχισα να καταλαμβάνει σταδιακά την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Στην προσπάθειά του αυτή ο εκκαλών από κακή εκτίμηση της απόστασης του προπορευόμενου οχήματος και λόγω της υπερβολικής ταχύτητας του αυτοκινήτου του, όταν έφθασε το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο και αντιλήφθηκε ότι είχε στενέψει ο χώρος πορείας του μεταξύ του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου και της διαχωριστικής νησίδας, με τον κίνδυνο να μην ολοκληρωθεί η προσπάθεια του και να συγκρουστούν τα δύο οχήματα, επιχείρησε απότομη τροχοπέδηση του αυτοκινήτου του. Όμως λόγω της υπερβολικής ταχύτητας που είχε αναπτύξει δεν κατέστη δυνατό να συγκρατήσει το αυτοκίνητό του, με-αποτέλεσμα να επιπέσει με το μπροστινό δεξιό) τροχό του αυτοκινήτου του στον πίσω αριστερό τροχό του αυτοκινήτου και ακολούθως να εκτραπεί από την πορεία του αριστερά, να προσκρούσει στη νησίδα ασφαλείας και να επιπέσει σε μεταλλική κολώνα φωτισμού που υπήρχε πάνω στη διαχωριστική νησίδα ασφαλείας. Με βάση τα περιστατικά που εκτέθηκαν πιο πάνω και τα οποία προκύπτουν από τη χωρίς όρκο εξέταση του πρώτου εφεσίβλητου και την εξώδικη ομολογία του εκκαλούντος, που περιέχεται στο βιβλίο συμβάντων του Τ.Τ. Λάρισας, όπου δηλώνει στον αρχιφύλακα Κ. ότι δεν κατάλαβε εγκαίρως την πρόθεση του πρώτου εφεσίβλητου και πως είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, η εκτροπή του αυτοκίνητου του εκκαλούντος και κατά συνέπεια ο τραυματισμός αυτού και οι υλικές ζημίες που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητό του οφείλονται σε αποκλειστική αμέλεια του ίδιου. Συγκεκριμένα δεν επέδειξε κατά την οδήγηση την απαιτούμενη επιμέλεια μέσου συνετού οδηγού, γιατί όφειλε να οδηγεί τη αυτοκίνητο του με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του (Κ.Ο.Κ, άρθρο 12 παρ. 1). Όφειλε επίσης να κινείται με ταχύτητα κάτω του επιτρεπόμενου ανωτάτου ορίου των 90 χ/ω κι όχι με ταχύτητα υπερβαίνουσα αυτή, αν ληφθεί υπόψη η-ταχύτητα που απορροφήθηκε από την πτώση στην κολώνα και οι υλικές ζημίες που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο του (Κ.Ο.Κ. άρθρα 19 παρ. 3 και 20 παρ. 2). Όφειλε τέλος πριν επιχειρήσει το προσπέρασμα να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το κάνει χωρίς- κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και να προσπεράσει το προπορευόμενο ΙΧΦ αυτοκίνητο από τα δεξιά, αφού ο οδηγός αυτού είχε δώσει σήμα ότι προτίθεται να στρίψει αριστερά και είχε μετακινήσει το όχημά του προς την πλευρά αυτή άρθρο 17 παρ. 1 και 2). Αντίθετα ο πρώτος εφεσίβλητος δεν βαρύνεται με αμέλεια, δεδομένου ότι έχοντας, πρόθεση να ενεργήσει ελιγμό προς τα αριστερά, αφού βεβαιώθηκε ότι μπορούσε να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνταν πίσω του ή πλάι του και αφού προηγουμένως κατέστησε έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τους δείκτες της κατεύθυνσης, άρχισε να εκτελεί αυτόν. Ας σημειωθεί ότι για τη σωματική βλάβη του εκκαλούντος ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του πρώτου εφεσίβλητου, ο οποίος με τη 1276/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό κηρύχθηκε αθώος". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε πράγματι στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες για το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων και για το ζήτημα της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παραλείψεών τους και του επελθόντος αποτελέσματος της σύγκρουσης των οχημάτων τους. Ειδικότερα δεν προσδιορίζεται η απόσταση του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος από το φορτηγό αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος κατά τη στιγμή που ο τελευταίος εκτελούσε ελιγμό προς τα αριστερά στο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο ο αναιρεσείων, καθώς επίσης δεν εκτίθεται σαφώς αν ο πρώτος αναιρεσίβλητος πριν ενεργήσει τον ελιγμό προς τα αριστερά είχε δει το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, ενόψει του ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ανέλεγκτα, ότι η οδός όπου εκινούντο τα οχήματα ήταν ευθεία σε αρκετή απόσταση. Επίσης δεν διευκρινίζεται σαφώς για ποιο λόγο ο αναιρεσείων έπρεπε να συμμορφωθεί στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 και 2 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, αφού δέχεται ότι το ατύχημα συνέβη κατά τη στιγμή που ο πρώτος αναιρεσίβλητος εισήλθε με ελιγμό στο αριστερό ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο ο αναιρεσείων.

Συνεπώς, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου, από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατ' ορθό χαρακτηρισμό), με τους οποίους προβάλλεται, κατ' εκτίμηση, ανεπάρκεια και ασάφειες αιτιολογιών σε σχέση με τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλήτοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 304/2007 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Δεκεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ