46/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαρτίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:436/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 135/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2 Ιουνίου 2004 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated46/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, που έκρινε επί αγωγής της αναιρεσίβλητης για καταβολή αποζημίωσης χρήσεως κοινού πράγματος ανάλογης προς τη μερίδα της (άρθρο 787 Α.Κ.), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά εκ των αποδείξεων ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561§1ΚπολΔ) τα εξής: Η ενάγουσα και ο αδελφός της Α ήταν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, όπως συνομολογείται, μιας παλιάς διώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στα .....
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 46 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 46/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, οι οποίοι δεν παρέστησαν.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, η οποία παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Μουσαμά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Μαρτίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:436/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 135/2004 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2 Ιουνίου 2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Διονύσιος Γιαννακόπουλος ανέγνωσε την από 27 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από τις με αριθμούς ....., ..... και ..... της 14-7-2006 εκθέσεων επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χανίων ....., επικυρωμένο αντίγραφο της από 25-2-2008 κλήσεως, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσιβλήτου, νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσείοντες, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά τη πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (η οποία σημειωτέον, έχει επιδοθεί για προηγούμενη δικάσιμο, όπου και ματαιώθηκε η συζήτηση), παρά την απουσία των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.- Κατά το άρθρο 787 Α.Κ., κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να κάνει χρήση του κοινού αντικειμένου, εφόσον αυτή δεν εμποδίζει τη χρήση των λοιπών.
Κατά μεν τη διάταξη της §1 του άρθρου 1 του ν. 1703/1987 για τη "Ρύθμιση μισθώσεων κατοικιών", στις διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται οι μισθώσεις ακινήτων, που χρησιμοποιούνται κατά τη μισθωτική σύμβαση για κύρια κατοικία, κατά δε τη §1 α', β' του άρθρου 7 του ίδιου νόμου, το ανώτατο επιτρεπόμενο μίσθωμα (ΑΕΜ) ορίζεται ετησίως σε ποσό, που προκύπτει από το γινόμενο του εμβαδού του μισθίου σε τετραγωνικά μέτρα επί τη τιμή εκκίνησης για το προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 41 του ν.1473/1984 επί το συντελεστή παλαιότητας, επί το συντελεστή ορόφου, επί το συντελεστή θέσης, επί το συντελεστή απόδοσης ακινήτου.
Ο συντελεστής παλαιότητας ορίζεται για μισθία μέχρι 5 ετών (1), από 5 -15 (0,9) και από 15 ετών και άνω (0,8). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον, μεταξύ των άλλων, αν, παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανύπαρκτες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, που έκρινε επί αγωγής της αναιρεσίβλητης για καταβολή αποζημίωσης χρήσεως κοινού πράγματος ανάλογης προς τη μερίδα της (άρθρο 787 Α.Κ.), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά εκ των αποδείξεων ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561§1ΚπολΔ) τα εξής: Η ενάγουσα και ο αδελφός της Α ήταν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους, όπως συνομολογείται, μιας παλιάς διώροφης οικοδομής, που βρίσκεται στα .....
στη συμβολή των οδών ..... και ..... αριθμ. ... . Δυνάμει του με αρ. ..... συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Χανίων Γρηγορίου Κονταδάκη, που έχει νόμιμα μεταγραφεί, η ενάγουσα μεταβίβασε στην κόρη της Β κατά ψιλή κυριότητα το μερίδιο της (1/2) επί της ανωτέρω οικοδομής και παρακράτησε εφ' όρου ζωής την επικαρπία αυτού.
Στις 5-9-2000 πέθανε στα ....., χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο άνω αδελφός της ενάγουσας (Α), στην κληρονομιά δε αυτού κλήθηκαν μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι η πρώτη εναγομένη (σύζυγος του) κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και οι δεύτερος και τρίτος εναγόμενος (νόμιμα τέκνα του) κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.
Οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν την, ως άνω, κληρονομιά και έτσι έγιναν συγκύριοι κατά ποσοστό (συνολικό) 50% επί του προαναφερόμενου ακινήτου. Ολόκληρη την, ως άνω, οικοδομή, που αποτελείται από ισόγειο και πρώτο όροφο, εμβαδού κάθε ορόφου 100 τ.μ., χρησιμοποιούσε μέχρι την ημέρα του θανάτου του ο άνω κληρονομούμενος Α (αδελφός της ενάγουσας) ως κατοικία αυτού και της οικογενείας του, χωρίς να επιτρέπει την σύγχρηση αυτής στην ενάγουσα και μάλιστα κατά ποσοστό 50%, που έχει δικαίωμα να τη χρησιμοποιεί, σύμφωνα με τα άρθρα 785 και 787 ΑΚ, μετά δε το θάνατο αυτού (Α) και έως τον Μάρτιο του έτους 2001 οι, ως άνω, κληρονόμοι του (εναγόμενοι) συνέχισαν να κάνουν χρήση ολόκληρης της άνω οικοδομής.
Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της ενάγουσας, οι εναγόμενοι δεν παραδίδουν σ' αυτήν (ενάγουσα) το κλειδί οιοδήποτε ορόφου της, ως άνω, οικοδομής (βλ. τις από 17-11-2000, 4-9-2001, 1-3-2002 και 6-6-2002 εξώδικες δηλώσεις-διαμαρτυρίας που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα). Η αποκλειστική, εξ άλλου, χρήση ολόκληρης της οικοδομής από τον δικαιοπάροχο των εναγομένων και αδελφό της ενάγουσας (Α) κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-1993 έως 5-9-2000 αποδεικνύεται και από το ότι αυτός:
α) χρησιμοποιούσε δύο τηλεφωνικές συνδέσεις, από τις οποίες τη μία είχε εγκαταστήσει στον πρώτο όροφο και την άλλη στο ισόγειο (βλ. τα αποκόμματα του τηλεφωνικού καταλόγου ..... των ετών 1998, 1999 και 2000 που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα), β) κατέβαλε στην τελευταία (ενάγουσα) την αναλογούσα προς το μερίδιο της ωφέλεια, που είχε καθοριστεί με προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (βλ.
αποδείξεις (εμβάσματα) της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος των ετών 1993,1994, 1995 και 1996 σε συνδυασμό με την από 22-7-1997 εξώδικη δήλωση της ενάγουσας) και γ) δήλωσε στην εφορία κατά το οικονομικό έτος 1998, ότι κατέβαλε μισθώματα στην ενάγουσα για το χρησιμοποιούμενο από αυτόν μερίδιο της (βλ. αντίγραφο της φορολογικής δήλωσης έτους 1998).
Τα παραπάνω προκύπτουν και από τις δικαστικές αποφάσεις, που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, και ειδικότερα από την υπ' αριθμό 391/1998 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, η οποία έκρινε για προηγούμενο, του επιδίκου, διάστημα. Κατά τη συζήτηση της παραπάνω υπόθεσης, που αφορούσε το κατά τα άνω προηγούμενο διάστημα, ενώπιον του Εφετείου, κατά τη δικάσιμο της 18-11-97, εξετάσθηκε ως μάρτυρας της ενάγουσας η Γ, η οποία κατέθεσε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων έκανε χρήση ολόκληρης της εν λόγω οικοδομής από το έτος 1981 και μετά.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι με τις υπ' αρ. 144/1986, 7/1988 και 102/1990 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων ο αδελφός της ενάγουσας Α (δικαιοπάροχος των εναγομένων) υποχρεώθηκε να καταβάλει σ' αυτήν (ενάγουσα) αποζημίωση για την αποκλειστική χρήση της κοινής οικοδομής για τα χρονικά διαστήματα από 20-10-1981 μέχρι 20-9-1989.
Με την τελευταία απόφαση (102/1990) η αποζημίωση αυτή καθορίστηκε σε 20.000 δραχμές το μήνα, αφού κρίθηκε ότι η μισθωτική αξία του κοινού ανερχόταν σε 40.000 δραχμές το μήνα. Επίσης, με την προαναφερθείσα 391/1998 απόφαση του Εφετείου Κρήτης ο, ως άνω, αδελφός της ενάγουσας υποχρεώθηκε να καταβάλει σ' αυτήν το συνολικό ποσό 848.900 δραχμών ως αποζημίωση για την αποκλειστική από αυτόν χρήση του κοινού για τα χρονικά διαστήματα από 1-10-1989 μέχρι και 30-11-1993.
Σημειώνεται, ότι με την απόφαση αυτή η ως άνω αποζημίωση καθορίστηκε με βάση το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού των μισθωμάτων (άρθρο 1 ν.1703/1987), ίσχυε στην περιοχή του επιδίκου από το έτος 1988. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, σύμφωνα με το τελευταίο (αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού), το μηνιαίο μίσθωμα ολόκληρου του ως άνω ακινήτου (διώροφης οικοδομής), λαμβανομένης υπόψη και της παλαιότητας του και της θέσεως του (εντός του εμπορικού κέντρου των .....), ανερχόταν:
α) για το χρονικό διάστημα από 1-12-1993 έως 30-12-1994, με αύξηση των αντικειμενικών μισθωμάτων κατοικιών κατά 4%, σε 104.038 δραχμές, β) για το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 30-10-1995, με την αυτή, ως άνω, αύξηση σε 104.038 δραχμές, γ) για το χρονικό διάστημα από 1-11-1995 έως 30-12-1996, με αύξηση των αντικειμενικών μισθωμάτων κατά 4%, σε 223.680 δραχμές, δ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 30-12-1997, με αύξηση των αντικειμενικών μισθωμάτων κατά 4,1%, σε 223.896 δραχμές, ε) για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 30-12-1998, με αύξηση των αντικειμενικών μισθωμάτων κατά 3,6%, σε 259.096 δραχμές, στ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 30-12-1999, με αύξηση των αντικειμενικών μισθωμάτων κατά 2,1%, σε 255.344 δραχμές, ζ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 30-12-2000, με αύξηση των αντικειμενικών μισθωμάτων κατά 2,9%, σε 257.344 δραχμές και η) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-3-2001, με αύξηση των αντικειμενικών μισθωμάτων κατά 2,6%, σε 256.592 δραχμές.
Σύμφωνα με τα παραπάνω για το επίδικο χρονικό διάστημα (1-12-1993 έως 30-3-2001) τα συνολικά μισθώματα, που μπορούσαν να εισπραχθούν για την άνω διώροφη οικοδομή, αν εκμισθωνόταν από τρίτους, θα ανέρχονταν: α) για το χρονικό διάστημα από 1-12-1993 έως 30-12-1994 σε 1.352.494 δραχμές (104.038 δρχ. Χ 13 μήνες), β) για το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 30-10-1995 σε 1.040.380 δραχμές (104.038 δρχ.
Χ 10 μήνες), γ) για το χρονικό διάστημα από 1-11-1995 έως 30-12-1996 σε 3.131.520 δραχμές (223.680 δρχ. Χ 14 μήνες), δ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 30-12-1997 σε 2.686.752 δραχμές (223.896 δρχ. Χ 12 μήνες), ε) για το χρονικό διάστημα από 1-1-1998 έως 30-12-1998 σε 3.109.152 δραχμές (259.096 δρχ. Χ 12 μήνες), στ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 30-12-1999 σε 3.064.128 δραχμές (255.344 δρχ.
Χ 12 μήνες), ζ) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2000 έως 30-12-2000 σε 3.088.128 δραχμές (257.344 δρχ. Χ 12 μήνες) και η) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 30-3-2001 σε 769.776 δραχμές (256.592 δρχ. Χ 3 μήνες), ήτοι συνολικά για όλο το χρονικό διάστημα σε 18.242.330 δραχμές. Ο αδελφός της ενάγουσας (Α, δικαιοπάροχος των εναγομένων) για το χρονικό διάστημα από 1-12-1993 έως 30-4-1998 κατέβαλε συνολικά στην ενάγουσα 1.060.000 δραχμές ως αποζημίωση για την αποκλειστική χρήση του κοινού και έτσι, εφ' όσον αυτή δικαιούται το 1/2 της ωφέλειας, που θα προέκυπτε από την εκμίσθωση του σε τρίτο και την οποία στερήθηκε λόγω της αποκλειστικής χρήσης του από τον δικαιοπάροχο των εναγομένων και τους τελευταίους, ήτοι 9.121.165 δραχμές (18.242.330 : 2), απομένει υπόλοιπο 8.061.165 δραχμών, το οποίο οφείλουν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν, σύμφωνα με τα άρθρα 786 και 787 του ΑΚ.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί του ότι το επίδικο ακίνητο είναι ερείπιο και ακατάλληλο για κατοικία είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθόσον, όπως αναφέρθηκε, οι ίδιοι και ο δικαιοπάροχός τους διέμεναν σε αυτό. Από την ..... έκθεση αυτοψίας της Ειρηνοδίκη Χανίων, η οποία να σημειωθεί διενεργήθηκε σε χρόνο που οι εναγόμενοι είχαν αποχωρήσει από την επίδικη οικοδομή προκύπτει, ότι αυτή είναι παλαιά και εμφανίζει εικόνα εγκατάλειψης, δεν προκύπτει, όμως, η ακαταλληλότητα της χρήσης της.
Εξάλλου, με την 4/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων διατάχθηκε, μετά τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, η λύση της κοινωνίας επί της παραπάνω οικοδομής με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ' ορόφους, ώστε κάθε κοινωνός να λάβει ένα όροφο, στην προαναφερθείσα δε πραγματογνωμοσύνη αναφέρεται ότι κάθε κοινωνός θα μπορεί να μένει για 3 έτη στον όροφο που θα λάβει και στη συνέχεια θα δοθεί ως αντιπαροχή.
Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από σχετικές βεβαιώσεις της Δ.Ε.Υ.Α.Χ. και Δ.Ε.Η., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εναγόμενοι από τις οποίες προκύπτει, ότι το ακίνητο επί της οδού ....., δεν υδροδοτείται από του έτους 1980 και δεν ηλεκτροδοτείται από του έτους 1978, καθόσον όπως προκύπτει από την από 30-9-2002 βεβαίωση της Δ.Ε.Υ.Α.Χ.
στην προαναφερθείσα διώροφη οικοδομή υπήρχε ένα υδρόμετρο, το οποίο εξυπηρετούσε και τους δύο ορόφους (ολόκληρη την οικοδομή), οι οποίοι, όπως αναφέρθηκε έχουν χωριστή είσοδος, ο ένας από την οδό ..... και ο άλλος από την οδό ..... και γι' αυτό το ακίνητο επί της οδού ..... φέρεται να μην έχει υδρόμετρο. Άλλωστε, η εκ των εναγομένων Χ1 με την από 7-11-2001 αίτησή της προς την Δ.Ε.Υ.Α.Χ., ζήτησε τη διακοπή της υδροδότησης από την παραπάνω οικοδομή πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν η εν λόγω οικοδομή δεν υδροδοτείτο από του έτους 1980.
Ο ισχυρισμός, επίσης, των εναγομένων περί του ότι η ενάγουσα δεν δικαιούται αποζημίωση για το πέραν της 16-1-200 διάστημα, καθόσον αυτοί απεχώρησαν από την εν λόγω οικία, είναι, επίσης, ουσία αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον ναι μεν, όπως κατέθεσε και η ενάγουσα εξετασθείσα, ως διάδικος, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι εναγόμενοι απεχώρησαν από την εν λόγω οικία τον Απρίλιο του έτους 2000, πλην όμως, και μετά το διάστημα αυτό εξακολουθούσαν να κατέχουν τα κλειδιά της οικοδομής και να μην της τα παραδίδουν, παρά τις προς τούτο οχλήσεις της, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες εξώδικες προσκλήσεις της.
Εξάλλου, από την από 11-6-2002 βεβαίωση του δικηγόρου Χανίων Δ, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι εναγόμενοι, προκύπτει ότι στις 14-12-2001 έγινε συνάντησε των διαδίκων και των δικηγόρων τους και ζητήθηκε να δοθούν τα κλειδιά της παραπάνω οικίας και στην ενάγουσα και αυτό δεν έγινε δεκτό. Άλλωστε, μόλις την 7-11-2001 η εκ των εναγομένων Χ1 με αίτησή της προς την Δ.Ε.Υ.Α.Χ.
ζήτησε τη διακοπή της υδροδότησης από την παραπάνω οικοδομή". Επί τη βάσει αυτών, το Εφετείο έκρινε, ότι η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή και από ουσιαστικής απόψεως, μάλιστα δε και για τα ίδια ποσά, όπως και η πρωτοβάθμια απόφαση, απορρίπτοντας έτσι την έφεση. Με την κρίση αυτή (το Εφετείο), συμμορφωθέν απολύτως με τις επικαλούμενες, ως άνω, διατάξεις του ν. 1703/1987 για την εξεύρεση της μισθωτικής αξίας του επιδίκου, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις, και ειδικότερα των άρθρων 1 και 7 του ν. 1703/1987, διαλαμβάνουσα πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου λόγοι αναιρέσεως, με αιτιάσεις εκ των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ο δεύτερος κατά το πρώτο μέρος), και ειδικότερα περί του ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν περιέχει "καμία παραδοχή ή κρίση σχετική με τη πραγματική μισθωτική αξία του επιδίκου", την οποία μάλιστα, δεν λαμβάνει υπόψη του και το προαναφερθέν άρθρο 7 του ν. 1703/1987, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι κατά το δεύτερο μέρος τους, αποδίδοντας μομφή στην αναιρεσιβαλλόμενη ότι α) "η εκμίσθωση του επιδίκου μπορούσε να αποδώσει μικρότερο ή και μηδενικό μίσθωμα, λαμβανομένης υπόψη της καλής καταστάσεώς του και της πλήρους εγκαταλείψεως του από το 2001 και β) "ο συντελεστής παλαιότητας είναι 0,9 και όχι 0,8 έως 0,7". Και τούτο, διότι βάλλουν κατά της εκ των αποδείξεων απορρέουσας ουσιαστικής κρίσεως του Εφετείου, η οποία, όμως, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561§1 ΚΠολΔ). Κατ' ακολουθίαν τούτων, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες ένεκα της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, όπως στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-6-2004 αίτηση των Χ1, κ.λ.π. για αναίρεση της 135/2004 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ