Legislator Case Law & Legislation
46/2007 AI generated

46/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 46/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Μαρτίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

46/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, η οποία κατά το μέρος της που προβλέπει ποινές έχει χαρακτήρα κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον με αυτή θεσπίζεται ενοχή από αδικοπραξία, προκύπτει ότι η διαδικασία της έμμεσης αυτής αναγκαστικής εκτέλεσης διέρχεται δύο στάδια και απαιτεί την έκδοση δύο δικαστικών αποφάσεων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 46 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 46/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ..... και 2. ..... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Μοσχοβάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ..... και 2. ..... , οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Τσατσάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10 Μαρτίου 2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 2370/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25 Νοεμβρίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Παπαθεοδώρου, ανέγνωσε την από 14 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης παραδεκτά στρέφεται κατά της αντιμολία εκδοθείσας 2370/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, διότι όταν αυτή ασκήθηκε (αρ. πράξης κατάθεσης 165/29.11.2005), είχε καταστεί τελεσίδικη (άρθρο 553 Κ.Πολ.Δ.), λόγω παρέλευσης δεκαπέντε (15) ημερών, ενόψει της φύσης της διαφοράς, από την επίδοση της ως άνω απόφασης στις 31.10.2005 (βλ επικυρωμένο αντίγραφο της απόφασης με σχετική επ΄ αυτής επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας ..... ), για την άσκηση έφεσης (άρθρο 652 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, η οποία κατά το μέρος της που προβλέπει ποινές έχει χαρακτήρα κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον με αυτή θεσπίζεται ενοχή από αδικοπραξία, προκύπτει ότι η διαδικασία της έμμεσης αυτής αναγκαστικής εκτέλεσης διέρχεται δύο στάδια και απαιτεί την έκδοση δύο δικαστικών αποφάσεων.

Κατά το πρώτο στάδιο βεβαιώνεται με την απόφαση η υποχρέωση του εναγομένου σε παράλειψη ή ανοχή της πράξης, απειλούνται εναντίον του για την περίπτωση παράβασης της σχετικής υποχρέωσής του, οι ποινές αθροιστικά και καθορίζονται το ποσό της χρηματικής ποινής και ο χρόνος της προσωπικής κράτησης. Κατά το δεύτερο στάδιο γίνεται διάγνωση της παράβασης, βεβαιώνεται δηλαδή η εκ μέρους των καθ΄ ου η εκτέλεση παραβίαση της υποχρέωσής του προς παράλειψη (με την επιχείρηση του παραλειπτέου) ή ανοχή και καταδικάζεται ο οφειλέτης στην καταβολή της χρηματικής ποινής και σε προσωπική κράτηση.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο μεν σκεπτικό αυτής, σχετικά με την παραδοχή της αγωγής, αναφέρονται τα ακόλουθα: "Κατ΄ ακολουθίαν πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή ως και κατ΄ ουσίαν βάσιμη κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό και να απειληθεί εναντίον καθενός από τους εναγομένους χρηματική ποινή 1500 ευρώ και προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για κάθε παράβαση της παρούσας απόφασης", στο δε διατακτικό αυτής διαλαμβάνονται τα εξής "Υποχρεώνει τους εναγομένους να μη χρησιμοποιούν θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων πέραν α) της με στοιχεία ...

η πρώτη εναγομένη και β) της με στοιχεία ... ο δεύτερος εναγόμενος....... Απαγγέλλει εναντίον καθενός από τους εναγομένους χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ υπέρ των εναγόντων και προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για κάθε παράβαση της παρούσης". Επομένως οι με στοιχ. 1α και 1β λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στο Μονομελές Πρωτοδικείο κύρια και επικουρικά οι εκ των αριθμών 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αιτιάσεις για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 947 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, με το να διαλάβει στο διατακτικό της κατά το πρώτο στάδιο εκδοθείσας προσβαλλόμενης απόφασης περί υποχρέωσης των αναιρεσειόντων σε παράλειψη, την ως άνω παρεπόμενη διάταξη περί απαγγελίας και όχι απειλής εναντίον τους χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε παράβαση της παρούσας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι η διατύπωση της παρεπόμενης αυτής διάταξης σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της απόφασης περί απειλής και όχι απαγγελίας χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης, δεν αφήνει περιθώριο παρερμηνείας ότι η εκ προφανούς παραδρομής αναγραφή στο διατακτικό της απόφασης της λέξης "Απαγγέλλει" έγινε με την έννοια της λέξης "Απειλεί".

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 10-3-2003 αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίοι αφού ιστορούσαν σ΄ αυτήν, πλην των άλλων, ότι "Πέρα από τις αμέσως ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες η πρώτη των αντιδίκων με το ίδιο συμβόλαιο έχει δικαίωμα πραγματικής δουλείας της υπό στοιχεία ...

και ο δεύτερος της υπό στοιχεία ... θέσης στάθμευσης της πυλωτής. Η όλη πολυκατοικία στην οποία βρίσκονται οι ιδιοκτησίες ημών και των αντιδίκων αλλά και το δικαίωμα πραγματικής δουλείας που ο καθένας έχουμε, έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και ρυθμίζεται από την υπ' αριθ. .... πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών ..... , η οποία τόσο ως σύσταση όσο και ως κανονισμός έχει νόμιμα μεταγραφεί.

Οι ακριβείς θέσεις των χώρων αυτών σταθμεύσεως, λεπτομερώς καθορίζονται και απεικονίζονται και γραφικώς στο από Νοεμβρίου 1986 σχεδιάγραμμα κατόψεως πυλωτής του πολιτικού μηχανικού ..... και έχουν προσαρτηθεί στην πιο πάνω πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας" ζήτησαν "να απαγορευθεί η χρήση στους καθ΄ ων των χώρων στάθμευσης πέραν εκείνων που γραφικώς απεικονίζεται στα συνοδεύοντα την πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, σχεδιαγράμματα κάτοψης πυλωτής ήτοι πέραν των υπ΄ αριθ. ...

και ... θέσεων......... Να απειληθεί κατά των αντιδίκων χρηματική ποινή 3.000 ευρώ στον καθένα και προσωπική κράτηση 5 μηνών στον καθένα για κάθε μελλοντική παράβαση". Όπως προκύπτει δε από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, διέλαβε σ΄ αυτή, κατά παραδοχή της αγωγής το εξής διατακτικό "Υποχρεώνει τους εναγομένους να μη χρησιμοποιούν θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων πέραν α) της με στοιχεία ...

η πρώτη εναγομένη και β) της με στοιχεία ... ο δεύτερος εναγόμενος όπως οι θέσεις αυτές αποτυπώνονται στο από Νοεμβρίου 1985 σχεδιάγραμμα κάτοψης πυλωτής του πολιτικού μηχανικού ..... που έχει προσαρτηθεί στη με αριθ. .... πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμ/φου Αθηνών ..... .

Απαγγέλλει εναντίον καθενός από τους εναγομένους χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ υπέρ των εναγόντων και προσωπική κράτηση ενός (1) μηνός για κάθε παράβαση της παρούσας". Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οι υπό στοιχ. 2Α, 2Β και 2Γ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Μονομελές Πρωτοδικείο την εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αιτίαση ότι επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε η επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και συγκεκριμένα ότι ενώ οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους ζητούσαν κατά τον πρώτο λόγο να απειληθεί κατά των αντιδίκων χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση για κάθε μελλοντική παράβαση, η προσβαλλόμενη απόφαση "απάγγειλε" κατά των αντιδίκων χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση για κάθε μελλοντική παράβαση, κατά το δεύτερο λόγο "να απειληθεί κατά των αντιδίκων χρηματική ποινή 3.000 ευρώ στον καθένα" χωρίς να προσδιορίζουν υπέρ ποίου να απειληθεί η χρηματική ποινή, η προσβαλλόμενη απόφαση απάγγειλε τη χρηματική ποινή υπέρ των εναγόντων και κατά τον τρίτο λόγο "να απαγορευθεί η χρήση στους καθ΄ ών, των χώρων στάθμευσης πέραν εκείνων που γραφικώς απεικονίζεται στα συνοδεύοντα την πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας σχεδιαγράμματα κάτοψης πυλωτής ήτοι πέραν των υπ΄ αριθ. ...

και ... θέσεων" η προσβαλλόμενη απόφαση το μεν μετέβαλε τη διατύπωση της διάταξης ως εξής "Υποχρεώνει τους εναγομένους να μη χρησιμοποιούν θέσεις στάθμευσης" το δε πρόσθεσε τη χρονολογία σύνταξης του σχεδιαγράμματος κάτοψης πυλωτής και τον αριθμό της πράξης οροφοκτησίας, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι το δικαστήριο δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή περισσότερα από όσα ζητήθηκαν αφού στην πρώτη περίπτωση η αναγραφή στο διατακτικό της απόφασης της λέξης "Απαγγέλλει" έγινε με την αναφερόμενη στο ως άνω σκεπτικό της απόρριψης των με στοιχ. 1α και 1β λόγων αναίρεσης έννοια, στη δεύτερη περίπτωση ήταν αυτονόητη η απαγγελία της χρηματικής ποινής υπέρ των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων οι οποίοι και υπέβαλαν με την αγωγή το σχετικό αίτημα έστω και άνευ προσδιορισμού του προσώπου υπέρ του οποίου η χρηματική ποινή και στην τρίτη περίπτωση αφενός το αγωγικό αίτημα "να απαγορευθεί η χρήση στους καθ΄ ων των χώρων στάθμευσης......" ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με τη διάταξη στο διατακτικό της απόφασης "Υποχρεώνει τους εναγομένους να μη χρησιμοποιούν θέσεις στάθμευσης και αφετέρου διέλαβε στο διατακτικό της απόφασης τα μνημονευόμενα στην αγωγή προσδιοριστικά στοιχεία του σχεδιαγράμματος κάτοψης πυλωτής και της πράξης οροφοκτησίας.

IV. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ)για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Ο ισχυρισμός δε πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Έτσι η αοριστία της αγωγής, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, για να στηρίξει παραδεκτά προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ, πρέπει να έχει προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νόμιμα, διότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και ειδικά δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο αν και η αγωγή ήταν αόριστη είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν στο αναιρετήριο ότι τον περί αοριστίας ισχυρισμό, στον οποίο στηρίζεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, προέτειναν ως όφειλαν στο δικαστήριο της ουσίας.

V. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β΄ Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Για να είναι όμως, ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, θα πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται α) ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας β) ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης.

Επομένως οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στο Μονομελές Πρωτοδικείο η εκ του αριθμού 11 περ. β΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αιτίαση ότι έλαβε υπόψη την από 15-11-2002 εξώδικη δήλωση των αναιρεσιβλήτων και την υπ΄ αριθμ. .... πράξη τροποποίησης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών .....

αντίστοιχα, χωρίς να γίνει επίκληση της πρώτης και νόμιμη επίκληση της δεύτερης από τους αναιρεσιβλήτους με τις προτάσεις τους, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αόριστοι, διότι περιορίζονται στο παράπονο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, χωρίς να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι ισχυρισμοί για τους οποίους το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις ως άνω αποδείξεις και η επίδραση που έχουν αυτοί στην έκβαση της δίκης.

Κατόπιν όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-

Απορρίπτει την από 25.11.2005 αίτηση των ..... κλπ για αναίρεση της 2370/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

-

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Δεκεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ