46/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Αμελαδιώτη, Γεώργιο Καράμπελα και Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated46/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το έτος 1994 η αναιρεσίβλητη του ανέθεσε καθήκοντα φύλακα της Πρεσβείας των Η.Π.Α. και ειδικότερα τη φύλαξη της διπλωματικής αποστολής και του κτιρίου της Πρεσβείας που βρίσκεται στην Αθήνα και στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας. Ο τρόπος φύλαξης καθοριζόταν από το F.B.I., την Ελληνική Αστυνομία και την αναιρεσίβλητη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 46 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 46/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές : Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Αμελαδιώτη, Γεώργιο Καράμπελα και Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τζιώτη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Γ. Δ., του Ι., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο.
Της αναιρεσίβλητης : Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΟΥΑΚΕΝΧΑΤ ΣΕΚΙΟΥΡΙΤΥ ΕΛΛΑΣ Α.Ε." που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χαβρέ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5 Ιουλίου 2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 2555/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 3710/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15 Μαρτίου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, και ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αμελαδιώτης, διάβασε την από 31 Αυγούστου 2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως στο σύνολό της, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψη και κάθε πλευρά την καταδίκη της αντίδικης στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 7 εδαφ. α' του Ν.2112/1920 "Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν οι διατάξεις του παρόντος νόμου". Κατά τον όρο της διάταξης αυτής "μονομερής μεταβολή" θεωρείται κάθε τροποποίηση των όρων εργασίας από τον εργοδότη, που γίνεται κατ' αθέτηση της εργασιακής σύμβασης, ανεξάρτητα αν αυτή είναι επωφελής ή βλαπτική για τον εργαζόμενο.
Για την εφαρμογή όμως της εν λόγω διάταξης απαιτείται η μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας να είναι βλαπτική για τον εργαζόμενο, δηλαδή να προκαλεί σ' αυτόν άμεση ή έμμεση υλική ή ηθική ζημία. Σε περίπτωση που η ανωτέρω μονομερής μεταβολή δεν είναι αντίθετη προς το νόμο και τους όρους της συμβάσεως και γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, ο εργαζόμενος δεν προστατεύεται μόνο από τη διάταξη αυτή του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία απαγορεύει την κατάχρηση δικαιώματος.
Ειδικότερα ο μονομερής προσδιορισμός των όρων εργασίας που επιχειρεί ο εργοδότης βάσει του διευθυντικού του δικαιώματος, πρέπει να υπηρετεί τους σκοπούς του δικαιώματος αυτού, δηλαδή την κατά το δυνατόν καλύτερη αξιοποίηση της εργασίας και την προσφορότερη οργάνωση της επιχείρησης. Αν ο μονομερής προσδιορισμός της παροχής εργασίας δεν αποβλέπει στην πραγματοποίηση των παραπάνω σκοπών αλλά άλλων άσχετων με αυτούς επιδιώξεων του εργοδότη, τότε δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος.
Και τούτο γιατί η καλή πίστη επιβάλλει στο φορέα του δικαιώματος να λαμβάνει υπόψη κατά την άσκησή του και κατά το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις, τα δικαιολογημένα συμφέροντα και τις δικαιολογημένες προσδοκίες του άλλου μέρους. Τούτο ιδίως επιβάλλεται επί συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας καθόσον το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη για προσδιορισμό των όρων εκπλήρωσης της παροχής από το μισθωτό αποτελεί μονομερή εξουσία αυτού, η άσκηση της οποίας υπόκειται στους περιορισμούς που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, έστω και αν η εξουσία αυτού στηρίζεται στο νόμο ή στη συμφωνία των μερών.
Από τις προαναφερθείσες διατάξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 288, 648 και 652 Α.Κ. προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου εάν ο εργοδότης προβεί σε μονομερή βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων εργασίας ή εν τη ασκήσει του διευθυντικού δικαιώματός του, προβεί κατά κατάχρηση αυτού στον προσδιορισμό της παροχής της εργασίας, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες:
α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) Να θεωρήσει την πράξη αυτή του εργοδότη καταγγελία, εκ μέρους του, της εργασιακής σύμβασης και να απαιτήσει την καταβολή της αποζημίωσης, που προβλέπεται από το Ν.2112/1920, γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους, οπότε εάν ο εργοδότης δεν αποδεχθεί αυτή καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει την νέα εργασία του και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης του να τον απασχολεί σύμφωνα με τους προ της μεταβολής όρους.
Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη διατηρεί και εκμεταλλεύεται επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ασφαλείας σε τρίτους και εγκατάστασης συστημάτων ασφαλείας. Αυτή το μήνα Δεκέμβριο του έτους 1992 συνήψε με τον αναιρεσείοντα σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την οποία τον προσέλαβε για να εργασθεί αντί μισθού ως φύλακας εγκατάστασεων τρίτων.
Το έτος 1994 η αναιρεσίβλητη του ανέθεσε καθήκοντα φύλακα της Πρεσβείας των Η.Π.Α. και ειδικότερα τη φύλαξη της διπλωματικής αποστολής και του κτιρίου της Πρεσβείας που βρίσκεται στην Αθήνα και στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας. Ο τρόπος φύλαξης καθοριζόταν από το F.B.I., την Ελληνική Αστυνομία και την αναιρεσίβλητη.
Στους φύλακες της Πρεσβείας η τελευταία χορηγούσε ειδική άδεια πρόσβασης στους χώρους των εγκαταστάσεών της, την οποία κατά την κρίση της μπορούσε να την ανακαλέσει οποτεδήποτε και, εάν την ανακαλούσε, η παρέχουσα τις υπηρεσίες ασφαλείας αναιρεσίβλητη είχε υποχρέωση να αντικαταστήσει τον υπάλληλό της (φύλακα), από τον οποίον αφαιρέθηκε η εν λόγω άδεια.
Ο αναιρεσείων, αφού υποβλήθηκε σε ειδική εκπαίδευση, ενετάγη στην καλουμένη "Ομάδα Αντιπαρακολούθησης". Η ένταξή του αυτή δεν αποτελούσε προαγωγή ή μονιμότητα εργασίας αποκλειστικά στην ανωτέρω ομάδα, αλλά απλή ανάθεση καθηκόντων φύλακα και η αναιρεσίβλητη εν τη ασκήσει του διευθυντικού της δικαιώματος είχε την δυνατότητα να τον αποσπάσει από την Ομάδα Αντιπαρακολούθησης και να του αναθέσει άλλα καθήκοντα φύλαξης.
Στις 18 Μαΐου 2002 η Πρεσβεία των Η.Π.Α. απέστειλε στην αναιρεσίβλητη έγγραφο, με το οποίο ζήτησε όπως αυτή προβεί σε επιλεκτικές μετακινήσεις φυλάκων σε όλες τις θέσεις της Δύναμης Φύλαξης, στην οποία περιλαμβανόταν και το Τμήμα Αντιπαρακολούθησης, Στατικής και Περιπολούσας Φύλαξης. Η αναιρεσίβλητη, σε εκτέλεση της εντολής αυτής, μετακίνησε τους υπαλλήλους της, μεταξύ των οποίων και τον αναιρεσείοντα, και πρότεινε σ'αυτόν να αναλάβει θέση Επόπτη, η οποία θεωρείται οικονομική αναβάθμισή του.
Ο τελευταίος δεν απεδέχθη τη θέση αυτή, θεώρησε την ανάθεση των εν λόγω καθηκόντων ως μονομερή βλαπτική μεταβολή εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και περαιτέρω ως καταγγελία από αυτήν της εργασιακής σύμβασης, αποχώρησε από την εργασία του και αξίωσε την καταβολή της προβλεπομένης από το νόμο 2112/1920 αποζημίωσης.
Η απόσπαση του αναιρεσείοντα από την Ομάδα Αντιπαρακολούθησης και η ανάθεση σ'αυτόν καθηκόντων επόπτη δεν αποτελεί βλαπτική γι' αυτόν μεταβολή των συνθηκών εργασίας του ενόψει και του ότι από τη σύμβαση που είχε συνάψει με την Πρεσβεία των ΗΠΑ, είχε την υποχρέωση να προβαίνει στις υποδεικνυόμενες από την τελευταία αλλαγές χωρίς καμμία αντίρρηση.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 7 του Ν.2112/1920 και 652 του Αστ.Κώδικα. γιατί με τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά η απόσπαση του αναιρεσείοντα από την Ομάδα Αντιπαρακολούθησης και η ανάθεση σ'αυτόν καθηκόντων είχε το δικαίωμα από την εργασιακή σύμβαση να αναθέτει στον αναιρεσείοντα υπηρεσίες φύλαξης οποιουδήποτε είδους, ούτε βλαπτική για τον αναιρεσείοντα, αφού τα καθήκοντα του Επόπτη δεν ήταν υποδεέστερα από τα καθήκοντα απλού μέλους της Ομάδας Αντιπαρακολούθησης.
Και διέλαβε επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τα ζητήματα αυτά, που ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως οι περί του αντιθέτου και από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν.
ΙΙ. Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη μετακίνησε τον αναιρεσείοντα από την Ομάδα Αντιπαρακολούθησης σε εκτέλεση εντολής που της δόθηκε με το από 15.5.2000 έγγραφο της Πρεσβείας των Η.Π.Α και την υποχρέωνε να προβεί σε επιλεκτικές μετακινήσεις σε όλες τις θέσεις της δύναμης φύλαξης, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω εγγράφου, αφού δεν έλαβε υπόψη το τελευταίο τμήμα τούτου που ανέγραφε ότι οι προτεινόμενες μετακινήσεις φυλάκων δεν αποτελούν τερματισμό της συνεργασίας κανενός εργαζομένου ή απόπειρα μειώσεώς του και ότι σε περίπτωση που κάποια μεταβολή κατέτεινε σε κάτι τέτοιο, η μετακίνηση μπορούσε να ετεροχρονισθεί.
Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του - δεν εκτίθεται το συνολικό περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, ώστε να προκύπτει από το αναιρετήριο αν το Εφετείο παρέλειψε πράγματι να αναγνώσει και να λάβει υπόψη ουσιώδες τμήμα του εγγράφου που μετέβαλε την έννοια του περιεχομένου που δέχθηκε ή αν εκτίμησε ανέλεγκτα το σύνολο τούτου και ανέφερε απλώς το ουσιώδες περιεχόμενό του, την έννοια του οποίου δεν μετέβαλε το τμήμα του εγγράφου που δεν αναφέρθηκε ειδικώς - πρέπει σε κάθε περίπτωση να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι δεν προσκομίζεται το παραπάνω έγγραφο, από την επισκόπηση του οποίου θα μπορούσε να διαπιστωθεί αν το Εφετείο δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο.
ΙΙΙ. Ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε με την ένδικη αγωγή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής (άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.),ότι η μετάθεσή του από το Τμήμα Αντιπαρακολούθησης σε θέση στατικού φύλακα της Πρεσβείας των ΗΠΑ ήταν καταχρηστική, διότι έγινε από εχθρότητα και εκδίκηση προς αυτόν του προϊσταμένου του Τμήματος Φ.
Λ.. Ότι αυτός διέκειτο εχθρικώς προς τους εργαζομένους, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, λόγω διαμαρτυριών των τελευταίων προς τη Διεύθυνση της Επιχείρησης για απρεπή συμπεριφορά του προς αυτούς και πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, ένεκα της οποίας οι εργαζόμενοι εκτίθεντο σε πολλαπλούς κινδύνους.
Ότι ο Προϊστάμενος του Τμήματος Φ. Λ. θεωρούσε τον αναιρεσείοντα ως ένα από τους υποκινητές των εν λόγω εις βάρος του διαμαρτυριών και ήρξατο εναντίον του πόλεμο. Και ότι επιστέγασμα του εναντίον του πολέμου αυτού ήταν η αιφνιδιαστική ανακοίνωση εκ μέρους του προς τον αναιρεσείοντα την 19 Μαΐου 2000, και ενώ ο τελευταίος προσήρχετο για να αναλάβει υπηρεσία στο Τμήμα C.S., ότι από τη Δευτέρα (22.5.2000) δεν θα εργαζόνταν πλέον στο Τμήμα αυτό αλλά θα παρείχε υπηρεσίες απλού φύλακα σε στατική φύλαξη της Πρεσβείας.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη του τον αγωγικό αυτόν ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ο οποίος έτεινε στη θεμελίωση του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος και στηριζόταν στο άρθρο 281 ΑΚ, από το οποίο, όπως έχει αναπτυχθεί σε προηγούμενη σκέψη, προστατεύεται ο μισθωτός στην περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης κατά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος αναθέτει σ' αυτόν υπηρεσίες διαφορετικές από εκείνες που παρείχε.
Επομένως ο σχετικός από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο απορρίφθηκε η επικουρική και στο άρθρο 281 Α.Κ. ερειδόμενη βάση της αγωγής, και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το κεφάλαιο αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Η δικαστική δαπάνη πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της αναιρεσίβλητης που ηττάται (άρθρο 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ'αριθμ. 3170/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο και στο αιτιολογικό αναφερόμενο κεφάλαιό της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ