Legislator Case Law & Legislation
469/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against debt restructuring decision, finding insolvency exists and granting court inquisitorial powers.

Case Number 469/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the first ground of the appeal filed by a public fund against a final judgment ordering debt restructuring. The court found that the debtor's income was insufficient to cover living expenses and loan installments, confirming insolvency under Article 560 of the Civil Procedure Code. Consequently, the court exercised its inquisitorial authority to verify these facts and remanded the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 744 and 759 paragraph 3 of the Civil Procedure Code; In cases of voluntary jurisdiction regarding debt restructuring, the court possesses inquisitorial powers to independently verify facts such as insolvency that are essential for the judgment's outcome.

Keywords

AI generated
debt restructuring insolvency assessment inquisitorial procedure civil procedure code voluntary jurisdiction remand for trial public fund appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 74 of Law 4690/2020
Article 83 of Law 4790/2021
Article 560 of the Civil Procedure Code
Article 744 of the Civil Procedure Code
Article 759 paragraph 3 of the Civil Procedure Code
Article 580 paragraph 3 of the Civil Procedure Code
Article 28 paragraph 4 of Law 2579/1998
Article 8 paragraph 6 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AP 552/2020
Supreme Court allows appeal against bankruptcy ruling due to insufficient evidence of permanent insolvency.
AP 507/2020
Supreme Court allows appeal against first-instance judgment in voluntary jurisdiction debt case due to insufficient evidence of permanent insolvency.
AP 1047/2021
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring order, citing lack of creditor intervention and procedural violations.
AP 930/2021
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because it relies on procedural defects not listed in Article 560 of the Code of Civil Procedure.
AP 1150/2019
Supreme Court dismisses appeal against voluntary jurisdiction decision regarding estate property management in Greece.
OL AP 4/2023
AP 1683/2022
Supreme Court dismisses appeal against bank's foreclosure ruling regarding partial occupancy of property.
AP 785/2022
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment due to procedural errors and insufficient reasoning.
AP 658/2022
Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring judgment, ruling it legally sound and final.
AP 1400/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
AP 1379/2019
Supreme Court allows appeal against First Instance rejection of debt restructuring under Law 3869/2010.
AP 882/2019
Supreme Court dismisses appeal on debt collection, ruling lower court's factual assessment was legally sound.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 469 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 469/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" (Τ.Π.κ.Δ.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Κ. του Θ., κατοίκου …, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. Α.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. Α.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ζαρκαδούλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η και 3η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από … αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 354/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από … αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ερασμία Λιούλη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι: "Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία...". Περαιτέρω, με την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α` 48) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Εξάλλου, με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 (A` 54) ορίζεται ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α' 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021" (ΑΠ 987/2022).

Τέλος, με την επίσης ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 49 παρ. 1 και 2 του Ν. 4963/2022 (Α'149) ορίζεται ότι: " 1. Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (Α'48) ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α'182) ΚΠολΔ]. 2.

Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 ως προθεσμίες άσκησης ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 1 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13.3.2020 - 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, δεν υπολογίζεται, μεταξύ των άλλων προθεσμιών και στην προθεσμία της παρ.1 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, κατά την οποία "αν o αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα (30) ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης" μετά δε τη λήξη του ανωτέρω τελευταίου χρονικού διαστήματος αναστολής, η προθεσμία αυτή τρέχει για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί το χρονικό διάστημα της εν λόγω διετούς προθεσμίας, ενώ η καταχρηστική αυτή προθεσμία, που ανεστάλη, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, δεν συμπληρώνεται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη της (ΑΠ 1338 /2023).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση (ΑΠ 534/2023, ΑΠ 474/2022).

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ1315/2023, ΑΠ 250/2023). Σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).

Εξάλλου, στη δίκη περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.

β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ 757/2019, ΑΠ 1049/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. … και … εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου …Ε. Α., που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, το οποίο επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει, ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από … (αριθμ.

κατ. …) αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 769 εδ. β' και 762 ΚΠολΔ, στη δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Κατά την ανωτέρω ορισθείσα δικάσιμο (22.9.2023), κατά την οποίαν εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η δεύτερη και η τρίτη από τις αναιρεσίβλητες ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.

Συνεπώς, εφόσον οι αναιρεσίβλητες αυτές δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Με την κρινόμενη από … (αριθμ. κατ. …) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 354/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ.

του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του Ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), επί εφέσεως του καθού η αίτηση-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (Τ.Π.Κ.Δ.) " κατά της υπ' αριθμ. 62/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, ερήμην της δεύτερης και της τρίτης των εφεσιβλήτων και ήδη δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων ανωνύμων τραπεζικών εταιριών, με τις επωνυμία " Τ.

Π. Α." και "Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε..", αντιστοίχως, και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακολούθως, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 548/2023, 67/2020, ΑΠ 508/2020).

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά, κατ' άρθρο 553 ΚΠολΔ, ως προς τις ανωτέρω δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, περαιτέρω δε, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών (άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ), από της επιδόσεώς της. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον στις … και, επομένως, η καταχρηστική προθεσμία άσκησης της αίτησης αναίρεσης άρχισε στις …, δηλαδή την επομένη της επιδόσεως αυτής και θα συμπληρωνόταν στις …, ενώ η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε την …. Ωστόσο, ενόψει του ότι, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, τα χρονικά διαστήματα της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, δεν υπολογίζονται στην εν λόγω προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου 564 ΚΠολΔ, η οποία άρχισε να τρέχει από τις …, ενώ η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, την …, αυτή έχει ασκηθεί εμπροθέσμως, συνυπολογιζομένων των 10 επί πλέον ημερών, ήτοι εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επομένη της ως επιδόσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, αφαιρουμένων, σύμφωνα με τις προεκτιθέμενες διατάξεις, των ανωτέρω χρονικών διαστημάτων της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας.

Συνεπώς, αφού έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1, 741 και 769 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την από … (αριθμ. κατ. …) αίτησή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας ο πρώτος αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος ότι είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα και ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των, προς τους καθ' ων η αίτηση πιστωτές του, ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του, ζήτησε να επικυρωθεί το προτεινόμενο από αυτόν σχέδιο διευθετήσεως οφειλών, άλλως να γίνει ρύθμιση από το δικαστήριο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με το σχέδιο διευθετήσεως που υπέβαλε και να εξαιρεθεί από τη ρευστοποίηση η κύρια κατοικία του, ώστε με την τήρηση της ρυθμίσεως να επέλθει απαλλαγή του από το υπόλοιπο των χρεών του προς τους καθ' ων πιστωτές του.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 62/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λάρισας, η οποία δέχτηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την αίτηση του αιτούντος-πρώτου αναιρεσιβλήτου και ρύθμισε τα χρέη του, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στο διατακτικό της. Κατά της απόφασης αυτής, το ήδη αναιρεσείον άσκησε την από … (με αριθμ.

εκθ. καταθ. …) έφεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Επ' αυτής εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 354/2020 απόφαση, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη.

Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων ..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε εφαρμόζεται στην προκείμενη υπόθεση [εφόσον η ένδικη αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου περί υπαγωγής του στις διατάξεις του νόμου 3869/2010 υποβλήθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας στις …], ήτοι πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α' 143/14-6-2013) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ορίζεται ότι "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη".

Επίσης, με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι: "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών, κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή ( ΑΠ 1162/2021, ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 735/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 52/2019).

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη κατ' αρχάς το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβίωσης και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό, που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 735/2019, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017).

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας, για τη ρύθμιση των οφειλών από το δικαστήριο και την απαλλαγή του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.

Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 951/2015). Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειας του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση-εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειας του.

Συνεπώς, η εξόφληση των πιστωτών, δεν αναιρεί την αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, όταν η εξόφληση αυτών γίνεται σε βάρος των στοιχειωδών αναγκών του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του. Και τούτο γιατί η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας επιβάλλει να χαρακτηρισθεί ως αδυναμία πληρωμών η περίπτωση του οφειλέτη, που ικανοποιεί το σύνολο των οφειλών του, αν διαθέτει για το σκοπό αυτό ένα μεγάλο μέρος των εισοδημάτων του, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης για τον ίδιο και την οικογένειά του, ώστε και αυτό το πρόσωπο αυτό βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών.

Διαφορετική αντιμετώπιση θα προέτασσε την ικανοποίηση των πιστωτών σε βάρος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του οφειλέτη, ακόμη και της επιβίωσής του, κατάσταση που δεν γίνεται αποδεκτή από το γράμμα και το σκοπό του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 1162/2021, ΑΠ 844/2020, ΑΠ 1379/2019). Επίσης, επισημαίνεται ότι τα εισοδήματα από εργασία πρέπει να αναγράφονται στη σχετική δικαστική απόφαση καθαρά, καθώς μόνο το καθαρό εισόδημα διατίθεται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του οφειλέτη (και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του). (Α.Π. 144/2023, Α.Π. 1678/2022, Α.Π. 552/2020).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη, του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει χωρίς δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου, από την γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., που ορίζει ότι: "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτέλεσμα τος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξεώς του και παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξεώς του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία, που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 655/2022).

Δόλο κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή, θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως, ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου, είναι και η πρόβλεψη του δράστη, ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτέλεσμα τος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής, δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010, ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α' του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσον κατά τον χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσον και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του, με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχομένου δόλου συντρέχει, όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο, ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ' ουσίαν αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας την διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ίδιου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής συμβάσεως, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι' αυτόν ωφέλεια από την χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη, στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του, περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 1513/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 208/2020).

Όπως προκύπτει από την πρόβλεψη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 1 του Ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης Δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων, που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1512/2022, ΑΠ 655/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 400/2020, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 153/2017).

Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022, ΑΠ 59/2021, ΑΠ 335/2020), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 1508/2022).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανέλεγκτα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και υπήχθησαν στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως εάν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίασή του.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (…), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠλΔ κατά των προαναφερομένων αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα ουσιώδους επιρροής στην έκβαση της δίκης, έτσι ώστε να μην μπορεί να ελεγχθεί στην συγκεκριμένη περίπτωση αν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή αν δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και άρα αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).

Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (με τον οποίο ταυτίζεται ουσιαστικά ο λόγος από το άρθρο 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ) μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα (με τον οποίο ταυτίζεται ο λόγος από το άρθρο 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ), γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 550/2020, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 823/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 354/2020 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος εφεσίβλητος (ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος) έχει γεννηθεί στις …, είναι έγγαμος από το … με τη γεννηθείσα στις … μη διάδικο Ξ.

Σ. και έχουν αποκτήσει δύο αγόρια, τον Θ. και τον Λ., τα οποία γεννήθηκαν το … και το … και είναι ακόμη ανήλικα. Ο εφεσίβλητος είναι αστυνομικός και υπηρετεί στο Αστυνομικό Τμήμα … με τον βαθμό του Υπαρχιφύλακα. Η κατοικία της οικογένειας βρίσκεται στη …, όπου, βάσει της οικοδομικής αδείας με αριθμό … οι σύζυγοι ανήγειραν από κοινού οικία επί οικοπέδου εμβαδού … τ.μ., με ποσοστό συγκυριότητας εκάστου 50% εξ αδιαιρέτου.

Η σύζυγος του εφεσιβλήτου απασχολούνταν παλαιότερα ως ιδιωτική υπάλληλος (πωλήτρια σε κατάστημα) και από τον Απρίλιο …τελεί σε παρατεταμένη ανεργία, σύμφωνα με την προσκομιζόμενη βεβαίωση του Ο.Α.Ε.Δ. Για την ανέγερση της οικίας ο εφεσίβλητος έλαβε στεγαστικό δάνειο από το εκκαλούν (και ήδη αναιρεσείον) Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, δυνάμει των από … και … συμβάσεων τοκοχρεωλυτικού δανείου, ποσών 120.000 (στεγαστικού) και 20.000 (επισκευαστικού), με έναρξη εξυπηρέτησης των δανείων από … και … αντιστοίχως.

Σύμφωνα με την από … κατάσταση οφειλών, την οποία χορήγησε το εκκαλούν, κατά την ανωτέρω ημερομηνία υπήρχε ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφαλαίου 92.686,73 ευρώ για το πρώτο δάνειο και 15.951,70 ευρώ για το δεύτερο δάνειο. Στην από … αίτησή του, ο εφεσίβλητος ανέφερε μόνο την υπ' αριθμ. λογαριασμού … σύμβαση στεγαστικού δανείου μεταξύ αυτού και του εκκαλούντος (πίνακας στη σελίδα … του δικογράφου και κείμενο στην επόμενη σελίδα), αλλά στο ποσό που ανέγραψε ως συνολική απαίτηση, συμπεριέλαβε και την οφειλή από το δεύτερο δάνειο.

Σε αυτήν την περιγραφή της οφειλής προέβη σε αντιστοιχία με την υπ' αριθμ. πρωτ. … βεβαίωση που του είχε χορηγήσει το εκκαλούν. Στη βεβαίωση εκείνη αναγράφεται ως ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφαλαίου στις … το ποσό των 121.690,07 ευρώ καθώς και ληξιπρόθεσμη οφειλή 320,39 ευρώ και επισυνάπτονται δύο πίνακες τοκοχρεωλυτικής εξόφλησης δανείου, ο ένας από το στεγαστικό δάνειο των 120.000 ευρώ με υπόλοιπο 103.949,89 ευρώ στις … και ο άλλος από το δάνειο των 20.000 ευρώ με ανεξόφλητο υπόλοιπο κατά την ίδια ημερομηνία 17.740,18 ευρώ, δηλαδή συνολικό ποσό 121.690,07 ευρώ.

Το ποσό αυτό καταχώρισε ως συνολική οφειλή και ο εφεσίβλητος στην αίτησή του, χωρίς να έχει σημασία ότι δεν περιέλαβε ρητή αναφορά και στο δεύτερο δάνειο, η κατάρτιση του οποίου έλαβε χώρα μεταγενέστερα του πρώτου και κύριου δανείου, ως συμπληρωματικού δανείου. Τα δύο δάνεια εκλαμβάνονται και από το εκκαλούν ως συνδεδεμένα και συμπληρωματικό το δεύτερο του πρώτου, όπως προκύπτει και από το ότι χορηγήθηκαν και για τα δύο κοινές και συνολικές βεβαιώσεις, καθώς και ότι οι αριθμοί λογαριασμών των δανείων είναι παρεμφερείς, … για το πρώτο και … για το δεύτερο.

Επίσης, στην αίτηση (σελ. …) αναφέρθηκε σαφώς και ορθώς ότι η μηνιαία δόση για τις οφειλές προς το εκκαλούν, και για τα δύο δάνεια, ανήλθε στο συνολικό ποσό των 746,34 ευρώ. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αίτηση υποβλήθηκε με αναγραφή κατ' ουσίαν όλων των δανειακών υποχρεώσεων του εφεσιβλήτου και δεν παραβιάσθηκε από τον εφεσίβλητο η υποχρέωση ειλικρίνειας, ούτε το εκκαλούν υπέστη βλάβη από τον τρόπο αναγραφής και περιγραφής των απαιτήσεών του.

Επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, σχετικά με τον τρίτο λόγο της έφεσης, πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: Από τις φορολογικές δηλώσεις της περιόδου μεταξύ του χρόνου λήψεως των δανείων και υποβολής της αίτησης ρύθμισης οφειλών, οι οποίες (φορολογικές δηλώσεις) αποτυπώνουν την πραγματική εικόνα των εισοδημάτων του εφεσιβλήτου και της οικογένειας του καθόσον είναι δημόσιος υπάλληλος και δη αστυνομικός, αποδεικνύεται ότι εντός του έτους … (έτους λήψεως του πρώτου στεγαστικού δανείου) τα εισοδήματα του εφεσιβλήτου και της εργαζομένης ακόμη τότε συζύγου του ανήλθαν συνολικά στο ποσό των 27.644,66 ευρώ και ότι εντός του επόμενου έτους …, εντός του οποίου ελήφθη και το δεύτερο συμπληρωματικό δάνειο, τα εισοδήματά τους ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 32.223,92 ευρώ.

Το επόμενο έτος …, τα εν λόγω εισοδήματα ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 24.988,97 ευρώ και από το αμέσως επόμενο έτος … παρέμεινε μόνο το εισόδημα του εφεσιβλήτου από την εργασία του (25.785,03 ευρώ), διότι η σύζυγός του περιήλθε σε ανεργία χωρίς υπαιτιότητά της. Τα μετέπειτα έτη μέχρι και τις αρχές του … (χρονολογία κατάθεσης της αίτησης) το εισόδημα του (σ.σ.

αιτούντος και όχι του εσφαλμένου ενάγοντος) από την εργασία του διακυμάνθηκε σε 22.546,15 ευρώ το …, 21.915,43 ευρώ το …, 21.574,12 ευρώ το … και 19.674,33 ευρώ το …. Η μείωση οφείλεται στις περικοπές μισθού του εφεσιβλήτου, οι οποίες, από τη φύση τους, ήταν απρόβλεπτες, πολύ δε περισσότερο κατά τον χρόνο κατάρτισης των συμβάσεων μεταξύ εκκαλούντος και εφεσιβλήτου (…-…), κατά τον οποίο υπήρχε εισόδημα από την εργασία αμφοτέρων των συζύγων και ευλόγως ο εφεσίβλητος ανέμενε ότι με την παρέλευση των ετών προϋπηρεσίας και με τις αντίστοιχες μισθολογικές αναπροσαρμογές θα αυξανόταν το εισόδημα από την εργασία του...

Επισημαίνεται και ότι από το …, όπου κατέστη άνεργη η σύζυγος του εφεσιβλήτου, μέχρι την υποβολή της αίτησης στις αρχές του …, οι οφειλές προς το εκκαλούν εξυπηρετούνταν. Επομένως, ούτε κατά τον χρόνο ανάληψης των οφειλών ούτε κατά τον χρόνο μετά την ανάληψή τους ο εφεσίβλητος επιδίωξε την αδυναμία πληρωμών ή τυχόν προέβλεψε ότι θα οδηγηθεί σε αδυναμία πληρωμών και δεν μετέβαλε τη συμπεριφορά του, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

κρίση αυτή ενισχύεται από το ύψος των λοιπών οφειλών του εφεσιβλήτου προς την Ε. Η. Τ. και την Τ. Π., οι οποίες ανήλθαν σε πολύ μικρότερα ποσά σε σχέση με την κύρια ρυθμιζόμενη οφειλή προς το εκκαλούν, καθώς και από το ότι η οφειλή γεννήθηκε από στεγαστικό δάνειο που ελήφθη για την ανοικοδόμηση κατοικίας αντίστοιχης με την οικογενειακή κατάσταση του εφεσιβλήτου (έγγαμος με ένα τέκνο κατά τη λήψη των δανείων και με άλλο ένα τέκνο λίγο αργότερα).

Ειδικότερα, πρόκειται για μονώροφη οικοδομή εμβαδού … τ.μ. σε πιλοτή και με υπόγειο … τ.μ. και όχι για πολυδάπανη και εξεζητημένη κατασκευή. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε την ένσταση δόλου ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, και πρέπει να απορριφθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς και η έφεση στο σύνολό της, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας αφού έκρινε ότι ο αιτών και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος περιήλθε σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του προς τους πιστωτές του και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση δόλου του ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από … έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 62/2019 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, το οποίο είχε κρίνει ομοίως.

Έτσι που έκρινε και με αυτά τα οποία δέχθηκε το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών των χρεών του πρώτου αναιρεσίβλητου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 που προπαρατέθηκε, την οποία, εκ πλαγίου, παραβίασε, στερώντας, με τον τρόπο αυτόν, την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Και τούτο, διότι, δεν προσδιορίζεται: α) το ύψος των καθαρών εισοδημάτων του αιτούντος- πρώτου αναιρεσίβλητου, αλλά το συνολικό ετήσιο εισόδημα αυτού και της συζύγου του, τα οποία κατά τις παραδοχές του Δικαστηρίου ανήλθαν το έτος …στο συνολικό ποσό των 27.644,66 ευρώ, το έτος … στο (συνολικό) ποσό των 32.223,92 ευρώ, το έτος … στο (συνολικό) ποσό των 24.988,97 ευρώ, από δε το έτος …, οπότε και η σύζυγος του αιτούντος έπαψε να εργάζεται το ετήσιο εισόδημα του τελευταίου ανήλθε, το έτος … στο ποσό των 22.546,15 ευρώ, το έτος … στο ποσό των 21.915,43 ευρώ, το έτος … στο ποσό των 21.574,12 ευρώ και το έτος … στο ποσό των 19.674,33 ευρώ, β) το ύψος των βιοτικών αναγκών του αιτούντος και της οικογενείας του και γ) το ύψος των μηνιαίων δόσεων τις οποίες όφειλε να καταβάλει ο αιτών προς εξυπηρέτηση του συνόλου των δανειακών του υποχρεώσεων, αλλά αναγράφεται μόνον ότι η μηνιαία δόση προς το ήδη αναιρεσείον για τις δύο δανειακές συμβάσεις ανήλθε στο ποσό των 746,34 ευρώ συνολικώς, ενώ δεν αναφέρεται ούτε το ύψος των δανείων που έλαβε από τις αναιρεσίβλητες τράπεζες " Τ.

Π. Α." και "Ε. Τ. Τ. Ε. Α..Ε.. " , ούτε το συνολικό ύψος των μηνιαίων δόσεων προς αυτές, με επακόλουθο να μη είναι δυνατός ο έλεγχος, προκειμένου να διακριβωθεί από την αντιπαραβολή των καθαρών εισοδημάτων του (ρευστότητα) που διατίθενται μηνιαίως για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειάς του, ήτοι για την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, υπό το πρίσμα της οποίας πρέπει, όπως έχει προεκτεθεί, να εξετάζεται η επίμαχη αδυναμία πληρωμών (βλ.

και ΑΠ 552/2020, ΑΠ 507/2020), με τα χρηματικά ποσά που απαιτούνται, παράλληλα, για τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των δανειστών, εάν ο αναιρεσίβλητος - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά (βιοτικές ανάγκες και σύνολο μηνιαίων δόσεων προς το σύνολο των πιστωτών), οπότε δεν υφίσταται αδυναμία πληρωμών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του Ν. 3869/2010, ή εάν, αντίθετα, τα εισοδήματά του δεν επαρκούν για την κάλυψη των ανωτέρω, οπότε και υπάρχει πράγματι αδυναμία πληρωμής, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας.

Συνεπώς, ο από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος, με την περαιτέρω επισήμανση ότι στις υποθέσεις (είτε γνήσιες, είτε μη γνήσιες) της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως είναι και η παρούσα (μη γνήσια, κατ' άρθρο 3 εδάφ. β' Ν. 3869/2010), καθιερώνεται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ, το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 507/2020).

Κατόπιν τούτου, παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθόσον η πλήρης αναιρετική εμβέλεια των άνω γενόμενων δεκτών αναφορικά με τον κριθέντα ως βάσιμο πρώτο λόγο, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του λόγου αυτού. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βασίμου, του προαναφερόμενου πρώτου λόγου της και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση.

Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί επιστροφής παραβόλου δεν ορίζεται, διότι το αναιρεσείον ως Ν.Π.Δ.Δ., δεν βαρύνεται με τέτοια υποχρέωση, κατ' άρθρο 28 παρ. 4 του Ν. 2579/1998 (ΑΠ 1047/2021, ΑΠ 930/2021, ΑΠ 1150/2019.

Τέλος, στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση, που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει το άρθρο 8, παρ. 6, εδάφ.

β' του πιο πάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ. ΑΠ 4/2023, ΑΠ 1683/2022, ΑΠ 785/2022, ΑΠ 658/2022, ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 354/2020 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ