Legislator Case Law & Legislation
469/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against local council's decision to terminate lawyer's fixed salary contract citing lack of legal basis.

Case Number 469/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Larissa Municipality's decision to terminate a fixed salary contract with a lawyer. The lower court had rejected the claim based on the statutory abolition of the percentage-based salary increase for lawyers, a change the appellant argued violated constitutional property rights. The Court ruled that the appellant's arguments regarding the constitutionality of the new regulation were superfluous and inadmissible because the primary legal ground for dismissal was the explicit statutory repeal of the previous salary scheme.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that arguments concerning the constitutionality of a statutory regulation are inadmissible if the decision rests on a different, explicit legal ground that renders the constitutional challenge superfluous.

Keywords

AI generated
admissibility of appeal superfluous arguments statutory abolition fixed salary contract constitutional property rights local council employment legal profession regulation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 281 paragraph 2 of Law 3463/2006

Cited Case Law

AI generated
Case 77/2022
Case 1207/2019
Case 1061/2018

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 469 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 469/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Oκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Λαρισαίων", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Δημηνίκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 398/2020 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-1-2022 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παρασταθείς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 12.1.2022 και με αριθμό κατάθεσης 5/13.1.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 398/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών επί της από 25.2.2019 και με αριθμό κατάθεσης στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Λάρισας 63/2019 έφεσης του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 21/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, η οποία επίσης εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών και με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε δεχθεί εν μέρει ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την από 28.12.2017 και με αριθμό κατάθεσης ΜΕΙ 818/17 αγωγή.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την ως άνω έφεση του ενάγοντος -αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε την από 28.12.2017 αγωγή, κατά το μέρος που μεταβιβάσθηκε σε αυτό, ως μη νόμιμη. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον ηττηθέντα αναιρεσείοντα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Λάρισας στις 13.1.2022 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε στις 10.9.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 21 παρ.2 του ν. 3274/2004 "Οργάνωση και Λειτουργία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού" (ΦΕΚ Α 195) αντικαταστάθηκε το άρθρο 245 του ν. 1188/1981 "Κώδικας Προσωπικού ΟΤΑ" (ΦΕΚ Α 204) ως εξής: "Δικηγόροι Δήμων και Ιδρυμάτων. (α) Με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας των δήμων και των ιδρυμάτων τους μπορεί να συνιστώνται θέσεις δικηγόρων με μηνιαία αντιμισθία [...]. (β) Με τη διαδικασία της παρ.1 μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου σε δήμους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και δύο (2) θέσεις σε δήμους με πληθυσμό μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους.

Στους λοιπούς δήμους ο αριθμός των συνιστώμενων θέσεων δικηγόρων καθορίζεται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, ανάλογα με τις ανάγκες τους. (γ) Οι δικηγόροι, που προσλαμβάνονται σε δήμους ή ιδρύματά τους, παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους δήμους, στα νομικά πρόσωπα και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων δήμων χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή [...]. (ε) Οι απασχολούμενοι, σύμφωνα με τα παραπάνω, δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου ΟΤΑ για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών [...]".

Επίσης, με την παρ.3 του ίδιου άρθρου αντικαταστάθηκε το άρθρο 246 του ν. 1188/1981 ως εξής: "Αντιμισθία. (α) Οι διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, όπως ισχύει κάθε φορά, εφαρμόζονται και για τους δικηγόρους των ΟΤΑ με πάγια αντιμισθία. (β) Η κατά την προηγούμενη παράγραφο πάγια αντιμισθία των δικηγόρων των δήμων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των ιδρυμάτων τους, όπως αυτή διαμορφώνεται συνολικά κάθε φορά από τις εκάστοτε ισχύουσες γι' αυτούς διατάξεις, προσαυξάνεται κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό μέχρι εκατό χιλιάδες κατοίκους και κατά τριάντα τοις εκατό (30%) για τους ΟΤΑ με πληθυσμό άνω των εκατό χιλιάδων κατοίκων, επί του ύψους της παραπάνω αντιμισθίας [...].Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες δεν μεταβλήθηκαν με τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 165 και 166 του μεταγενέστερου ν. 3584/2007 "Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων" (ΦΕΚ Α 143), συνάγεται ότι στους δικηγόρους που απασχολούντο στους Δήμους, δηλαδή στους ΟΤΑ πρώτου βαθμού και αμείβονταν με πάγια αντιμισθία σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του Κώδικα περί των Δικηγόρων ή άλλων νόμων, χορηγήθηκε ποσοστιαία προσαύξηση επί της αμοιβής τους, η οποία κλιμακωνόταν ανάλογα προς τον πληθυσμό του Δήμου, στον οποίο οι δικηγόροι ασκούσαν τα καθήκοντά τους (ΑΠ 723/2018).

Περαιτέρω, με το νόμο 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α 226), επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, η οποία είχε ως συνέπεια την περικοπή των αποδοχών των εργαζομένων στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημοσίου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της χώρας.

Στο Κεφάλαιο Δεύτερο του ως άνω νόμου, υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", και ειδικότερα στο άρθρο 4, το οποίο φέρει τον τίτλο "Πεδίο Εφαρμογής", ορίζονται τα εξής: "1.

Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), συμπεριλαμβανομένου του Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεων (Ο.Γ.Α).

Επίσης υπάγονται: α) οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, β) οι υπάλληλοι της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, των Έμμισθων Υποθηκοφυλακείων και Κτηματολογικών Γραφείων της χώρας, γ) οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου και οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί, δ) [...],, ε)[ ...], στ. [...], [...]. . 2.Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς και οι κατηγορίες υπαλλήλων ή λειτουργών που υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Μέρους Β' του ν. 3205/2003 (Α' 297) εξαιρούνται από το Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17.".

Στο άρθρο 22 του ιδίου νόμου και με τον τίτλο "Επέκταση Διατάξεων" [όπως το άρθρο 22 ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 34 περ. α' του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ α 176), η έναρξη ισχύος του οποίου είναι από 1.1.2016, σύμφωνα με το άρθρο 35 του ίδιου νόμου], ορίζεται ότι: "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου. 2.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται ανάλογα οι αποδοχές του προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. 3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται οι αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, οι αποδοχές του επιστημονικού προσωπικού του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και κάθε αναγκαίο θέμα. 4.

Οι αποφάσεις του παρόντος άρθρου εκδίδονται εντός διαστήματος ενός μηνός από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου και ισχύουν από την ημερομηνία αυτή. 5. Οι κάθε είδους αποδοχές και επιδόματα των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων Υπουργείων και Αποκεντρωμένων Διοικήσεων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Μέχρι την έκδοση της ανωτέρω απόφασης εξακολουθούν να καταβάλλονται οι αποδοχές στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί". Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Ν. 4024/2011, προκύπτει ότι η ισχύς των διατάξεων του Κεφαλαίου Δεύτερου (άρθρα 4 παρ. 1 έως 32) του νόμου αυτού (δηλαδή του ν. 4024/2011) επεκτάθηκε και στους δικηγόρους που απασχολούνται με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς του άρθρου 4 παρ.1 του Ν. 4024/2011, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ΟΤΑ Α' βαθμού και ότι οι αποδοχές τους καθορίζονται με κοινή υπουργική απόφαση.

Σε εφαρμογή του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 4024/2011 εκδόθηκε η ΚΥΑ οικ.2/17132/ 0022/28.2.2012 (ΦΕΚ Β' 498/28.2.2012) [η οποία σημειωτέον επίσης καταργήθηκε με το άρθρο 34 περ. α του ν. 4354/2015]. Σύμφωνα με την παρ.1 αυτής στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες σε σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 καταβάλλεται βασικός μισθός ως εξής:

α) στους δικηγόρους στο Πρωτοδικείο ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Ε' βαθμού, β) στους δικηγόρους στο Εφετείο, ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Γ' βαθμού και γ)στους δικηγόρους στον Άρειο Πάγο ο μισθός του Β' βαθμού. Η εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ επεκτάθηκε στη συνέχεια και στους δικηγόρους των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ.

Σε όλους αυτούς στην παράγραφο 1 της ίδιας ΚΥΑ είχε προβλεφθεί και η καταβολή χρονοεπιδόματος 2% επί του βασικού μισθού για κάθε δύο έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής τους στο μητρώο του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Η παροχή, όμως, αυτή καταργήθηκε από 1.1.2013, δυνάμει της περ.9 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.

Επίσης, στην παράγραφο 2 της ως άνω ΚΥΑ είχε προβλεφθεί η καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας, κατ' αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 16 του ν. 4024/2011, σύμφωνα με το οποίο τα επιδόματα εορτών και αδείας καταβάλλονται, εφόσον οι πάσης φύσεως μηνιαίες αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων αυτών, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα 3.000 ευρώ, ενώ αν με την καταβολή των επιδομάτων αυτών, οι μηνιαίες αποδοχές υπερβαίνουν κατά την ημερομηνία καταβολής τους το ύψος αυτό, τα εν λόγω επιδόματα καταβάλλονται μέχρι του ορίου των 3.000 ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους (παρ. 5).

Όμως, και τα επιδόματα αυτά καταργήθηκαν από 1.1.2013, δυνάμει του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ.1 περ. 1 του ν. 4093/2012. Περαιτέρω, με τα άρθρα 30 παρ. 1 εδαφ. α' και 32 παρ. 1 και 4 του ν. 4024/2011, [όπως το άρθρο 30 ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το άρθρο 34 περ. α' του ν. 4354/2015, που έχει έναρξη ισχύος από 1.1.2016 σύμφωνα με το άρθρο 35 του ίδιου νόμου] ορίζονται τα εξής: "Πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος Κεφαλαίου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, μέχρι την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπεται με τις ισχύουσες μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, καταργούνται εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του κεφαλαίου αυτού." (άρθρο 30 παρ. 1 εδαφ.

α')" και "Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου. Όπου σε διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή άλλων κανονιστικών πράξεων, γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο νοείται ως παραπομπή στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου που ρυθμίζουν το αντίστοιχο θέμα.

Επιδόματα ή παροχές που προβλέπονται από τις καταργούμενες διατάξεις και τα οποία, κατά παραπομπή άλλων διατάξεων, χορηγούνται σε λειτουργούς ή υπαλλήλους, που δεν υπάγονται στο Πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, εξακολουθούν να καταβάλλονται με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι παραπεμπόμενες διατάξεις με εξαίρεση την οικογενειακή παροχή, η οποία υπολογίζεται και καταβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17. 2... 3... 4.

Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου αρχίζει την 1.11.2011" (άρθρο 32 παρ. 1 και 4). Από το συνδυασμό των διατάξεων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 30 και των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 32 του Ν. 4024/2011, συνάγεται ότι από την 1.11.2011 (μέχρι και 31.12.2015 που ίσχυε το άρθρο 30 του ν. 4024/2011), οι διατάξεις οι οποίες, πέραν των επιδομάτων και παροχών του Κεφαλαίου Δεύτερου (άρθρα 4 έως 32) του ν. 4024/2011, προβλέπουν επιδόματα, αμοιβές, αποζημιώσεις, με οποιαδήποτε ονομασία, καθώς και έξοδα κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπονται με τις ισχύουσες μέχρι την 1.11.2011 διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, δεν καταργούνται ούτε γενικά ούτε αδιακρίτως, αλλά καταργούνται μόνον όταν καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του εν λόγω Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011.

Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 4024/2011, από την έναρξη ισχύος του (και καθ' όλη τη διάρκεια της ισχύος του, ήτοι μέχρι 31.12.2015) καταργείται και η κατά το άρθρο 246 του ν. 1188/1981, όπως αυτό είχε αντικατασταθεί με την παρ. 3 του άρθρου 21 του ν. 3274/2002, ποσοστιαία προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας των δικηγόρων που απασχολούνται στους Δήμους (ΟΤΑ Α' βαθμού), καθότι, όπως ήδη εκτέθηκε, από το συνδυασμό των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του ν. 4024/2011 η ισχύς των διατάξεων του Κεφαλαίου Δεύτερου του εν λόγω νόμου επεκτάθηκε και στους δικηγόρους που απασχολούνται στους Δήμου (ΟΤΑ Α' βαθμού) με πάγια αντιμισθία (ΑΠ 1254/2018, ΑΠ 574/2021, ΑΠ 1108/2022).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 2/2013, Ολ ΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 319/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας της ένδικης αίτησης αναίρεσης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 28.12.2017 και με αριθμό κατάθεσης ΜΕΙ 818/28.12.2017 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει ότι είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας από το έτος 1993 και δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω από 12.1.2004.

Ότι κατόπιν προκήρυξης και επιλογής, δυνάμει της 294/13.2.2009 απόφασης του Δήμαρχου Λαρισαίων, προσλήφθηκε στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Δήμο και ανέλαβε καθήκοντα από 9.3.2009 με πάγια αντιμισθία, εργαζόμενος σε αυτόν μέχρι και την άσκηση της αγωγής. Ότι, στα πλαίσια της άνω έμμισθης εντολής, είναι επιφορτισμένος με την εκπροσώπηση του εναγόμενου σε όλα τα δικαστήρια, με τη σύνταξη γνωμοδοτήσεων επί των νομικών θεμάτων που τίθενται από τις υπηρεσίες του, με την επίλυση κάθε ζητήματος με νομικό περιεχόμενο, δοθέντος ότι μετά το ν.3852/2010 συνενώθηκαν στο εναγόμενο Δήμο Λαρισαίων και οι πρώην Δήμοι Κοιλάδας και Γιάννουλης, που πλέον αποτελούν δημοτικές ή τοπικές ενότητες.

Ότι εκ του νόμου έχει υποχρέωση να καλύπτει χωρίς πρόσθετη αμοιβή τις ανάγκες όλων των νομικών προσώπων και ιδρυμάτων του εναγομένου δήμου και εφ' όσον δεν υπάρχει ανάγκη συγκεκριμένης εξωτερικής απασχόλησης, απασχολείται εντός του οικείου δημοτικού καταστήματος για την εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών, γεγονός το οποίο έχει ως εύλογη συνέπεια τον περιορισμό της ελεύθερης επαγγελματικής του δραστηριότητας και των εξ αυτής προσόδων.

Ότι σε αντιστάθμισμα των ανωτέρω, κατ' εφαρμογή του άρθρου 246 του ν. 1188/1981, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 3 του ν. 3274/2004, μέχρι την 31-10-2011 λάμβανε την ποσοστιαία επί της πάγιας αμοιβής του προσαύξηση, που ανερχόταν σε ποσοστό 30%, της πάγιας αντιμισθίας του, καθότι ο μόνιμος πληθυσμός του εναγόμενου Δήμου Λαρισαίων, σύμφωνα με την απογραφή του έτους 2011, ανέρχεται σε 162.591 κατοίκους, Ότι ο βασικός μισθός του ανερχόταν μηνιαίως από 01-11- 2011 μέχρι και 31-12-2015 στο ποσό των 1.906,00 ευρώ και από 01-01- 2016 έως 31-12-2017 στο ποσό των 1.918 ευρώ, κατ' εφαρμογή του ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος (άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 4024/2011 και της κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσας ΚΥΑ 2/17132/0022/12 και άρθρο 9 παρ. 10 του ν. 4354/2015).

Ότι από 01-1-2012, καίτοι ουδέποτε καταργήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 246 του ν. 1188/1981, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 3 του ν. 3274/2004, το εναγόμενο έπαυσε αδικαιολόγητα να του καταβάλει την άνω ποσοστιαία προσαύξηση επί του βασικού μισθού, ανερχόμενη μηνιαίως στο ποσό των 571,80 ευρώ από 01-11-2011 μέχρι και 31-12-2015 και στο ποσό των 575,40 ευρώ από 01-01-2016 έως 31-12-2017.

Με βάση το ιστορικό αυτό και με μετά τον περιορισμό των αγωγικών αιτημάτων στον οποίο προέβη πρωτοδίκως, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, άλλως τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, άλλως τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ζήτησε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 41.256,4 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις στην αγωγή διακρίσεις, στο οποίο ανέρχεται η περικοπή της προσαύξησης σε ποσοστό 30% της μηνιαίας πάγιας αντιμισθίας του, που αφορά στη χρονική περίοδο από 1.1.2012 μέχρι 31.12.2017.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, με τη με αριθμό 21/2019 απόφασή του, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (2η) επικουρική βάση της αγωγής, στη συνέχεια δέχθηκε ότι η διάταξη του άρθρου 21 παρ. 3 του ν.3274/2004 παρέμεινε σε ισχύ μετά την εφαρμογή των ν.4024/2011 και ν. 4354/2015 και, αφού έκρινε ότι οι αξιώσεις του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 01-1-2012 έως 31-12-2015 έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή κατ' άρθρο 90 του ν. 2362/1995 και ήδη κατ' άρθρο 140 του ν. 4270/2014, δέχθηκε εν μέρει την κύρια βάση της αγωγής και αναγνώρισε "ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα μηνιαίως το ποσό των 575,4 ευρώ και συνολικά το ποσό των 13.809,6 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2016 μέχρι 31.12.2017 νομιμότοκα για το κάθε επιμέρους [ενν.

κονδύλιο] από την ενδέκατη ημέρα κάθε μισθωτικού μήνα". Κατά της πρωτόδικης απόφασης ο ενάγων -εκκαλών και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 25.2.2019 και με αριθμό κατάθεσης 63/2019 έφεση, επικαλούμενος εσφαλμένη μη εφαρμογή των περί πενταετούς παραγραφής διατάξεων του ΑΚ, άλλως εσφαλμένη εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, άλλως ότι η αναδρομική παραγραφή των αξιώσεών του, που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 1.1.2012 μέχρι 25.9.2013 παραβιάζει το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού στη μείζονα σκέψη αυτού αναφέρθηκε στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 του ν. 4024/2011, της κατ' εξουσιοδότηση του τελευταίου άρθρου εκδοθείσας ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28.2.2012 "Αποδοχές εμμίσθων δικηγόρων Δημοσίου, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ", με την παρ. 5 της οποίας καταργήθηκε η ΚΥΑ 2/8250/0022/10.2.2004 "Καθορισμός τακτικών αποδοχών δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ" (ΦΕΚ Β 355) και στις διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1 εδαφ.

α' του ν. 4024/2011, κατέληξε στην ακόλουθη κατά λέξη κρίση: "Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απέρριψε το αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, δεχόμενο ότι η αξίωση του ενάγοντος στην προσαύξηση 30% επί του βασικού μισθού (άρθρο 246 του ν. 1188/1981, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 3 του ν. 3274/2004) για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 31.12.2015 είχε παραγραφεί.

Πλην, όμως, η αγωγή αυτή, [....], κατά το μέρος που μεταβιβάζεται στο παρόν δικαστήριο ήταν μη νόμιμη και ως τέτοια θα έπρεπε ν' απορριφθεί, τόσο κατά την κύρια βάση, όσο και κατά τη νομίμως προταθείσα στο πρωτοβάθμιο επικουρική βάση της αδικοπραξίας [...], αφού [...] η εν λόγω προσαύξηση καταργήθηκε με το άρθρο 30 του ν.4024/2011, ενώ ως προς την επικουρική βάση της αδικοπραξίας η μη εκπλήρωση από τον εντολέα-εργοδότη της υποχρέωσής του για την καταβολή στο δικηγόρο, που απασχολεί με έμμισθη εντολή, των οφειλομένων σ' αυτόν πάγιων μηνιαίων αποδοχών, όπως αυτές είναι καθορισμένες από το νόμο ή τη σύμβαση, δεν συνιστά αδικοπραξία με την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ [...].

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε παραδεκτή, ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ως προς το άνω μέρος και ακολούθως απέρριψε αυτήν κατά τα λοιπά (δεχόμενο κατ' ουσίαν το μη μεταβιβασθέν στο παρόν δικαστήριο μέρος), έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, γεγονός που ερευνάται αυτεπάγγελτα από το παρόν Δικαστήριο, στο οποίο μεταβιβάσθηκε η υπόθεση με την άσκηση της κρινόμενης έφεσής του, έστω και χωρίς ειδικό παράπονο από τον εκκαλούντα, που παραπονείται για τη μερική παραδοχή της αγωγής του στην ουσία. Κατ' ακολουθία τούτου πρέπει [...] να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή, να απορριφθεί αυτή ως μη νόμιμη [...]".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 245 και 246 του ν. 1188/1981, όπως αντικαταστάθηκαν με τις παρ. 2 και 3 αντίστοιχα του άρθρου 21 του ν. 3274/2004 και των άρθρων 4 παρ. 1 και 2, 22 παρ. 1, 30 παρ. 1 εδαφ. α' και 32 παρ. 1 του ν. 4024/2011, τα οποία αναφέρονται στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις.

Τούτο διότι, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 4024/2011, η ισχύς των διατάξεων του Κεφαλαίου Δεύτερου του ως άνω νόμου, που προβλέπουν επιδόματα, παροχές κλπ, επεκτάθηκε και στους δικηγόρους που απασχολούνται με πάγια αντιμισθία στους φορείς του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 4024/2011, μεταξύ των οποίων και οι ΟΤΑ Α' βαθμού (όπως είναι ο αναιρεσίβλητος Δήμος Λαρισαίων) και σύμφωνα με τα άρθρα 30 παρ. 1 εδαφ.

α' και 32 παρ. 4 του ίδιου νόμου, πέραν των επιδομάτων και παροχών που προβλέπονται στο ανωτέρω Κεφάλαιο, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις, με οποιαδήποτε ονομασία και αν χορηγούντο, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης των πιο πάνω δικηγόρων, από 1.11.2011 καταργούνται. Ως εκ τούτου ο αναιρεσείων δικηγόρος δεν δικαιούται την αιτουμένη με την ένδικη αγωγή προσαύξηση σε ποσοστό 30% της πάγιας αντιμισθίας του, καθότι το άρθρο 246 του ν. 1188/1981, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 3 του ν. 3274/2004 από 1.11.2011 καταργείται με το ως άνω άρθρο 30 παρ. 1 εδαφ.

α' του ν. 4024/2011. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το πρώτο του σκέλος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ότι, δηλαδή, ο αναιρεσείων δικηγόρος που απασχολείται στον αναιρεσίβλητο Δήμο με πάγια αντιμισθία, δεν υπάγεται στις διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 και ότι δικαιούται την προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας του, δυνάμει του άρθρου 246 του ν. 1188/1981, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 3 του ν. 3274/2004, που εξακολουθεί να ισχύει, είναι αβάσιμοι και, ως εκ τούτου, απορριπτέοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας. (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 323/2017) Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, του δεύτερου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι καταργήθηκαν με το άρθρο 30 του ν. 4024/2011 οι διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 3 του ν. 3274/2004, που αντικατέστησαν το άρθρο 246 του ν. 1188/1981 και που προβλέπουν την ποσοστιαία προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας των δικηγόρων που απασχολούνται στους δήμους (όπως ο αναιρεσίβλητος) παραβίασε και τις διατάξεις: (α) του άρθρου 165 παρ. 1-3 και 5 του ν. 3584/2007 "Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων" (ΦΕΚ Α 143), [όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 165 αντικαταστάθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 24 του ν. 3613/2007 (ΦΕΚ Α 143)], κατά τις οποίες:"1.Στους Δήμους, τα ιδρύματα τους και τα νομικά τους πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μπορεί να συνιστώνται, με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, θέσεις δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής.

Εφόσον υπάρχει νομική υπηρεσία σύμφωνα με τον οικείο Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας είναι δυνατή η σύσταση θέσεων δικηγόρων-νομικών συμβούλων με την ίδια σχέση. Η πρόσληψη ενεργείται με απόφαση του αρμόδιου προς διορισμό οργάνου του Ο.Τ.Α. με σχέση έμμισθης εντολής και με τη διαδικασία που καθορίζεται με το ν. 1649/1986 (ΦΕΚ 149 Α`), όπως ισχύει. 2.

Με τη διαδικασία της παρ. 1 μπορεί να συνιστάται μία (1) θέση δικηγόρου σε Δήμους με πληθυσμό μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) κατοίκους και δύο (2) θέσεις σε Δήμους με πληθυσμό μέχρι είκοσι χιλιάδες (20.000) κατοίκους. Στους λοιπούς Δήμους ο αριθμός των συνιστώμενων θέσεων δικηγόρων καθορίζεται με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, ανάλογα με τις ανάγκες τους. 3.

Οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται σε Δήμους ή Ιδρύματα τους παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους Δήμους, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και σε άλλα ιδρύματα των ίδιων Δήμων χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή. 4. [...]. 5. Οι απασχολούμενοι σύμφωνα με τα παραπάνω δικηγόροι υποχρεούνται σε παροχή υπηρεσίας στο κατάστημα του οικείου Ο.Τ.Α.

για χρόνο που ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπάρχουσες υπηρεσιακές συνθήκες, εφόσον δεν παρίσταται ανάγκη παράστασης ενώπιον δικαστικών ή διοικητικών αρχών.", και (β) του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, που καθιερώνει την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, καθότι, κατά τον αναιρεσείοντα, το άρθρο 21 παρ. 3 του ν. 3274/2004, εισάγει εύλογη διάκριση των δικηγόρων, που υπηρετούν σε ΝΠΔΔ υπό το καθεστώς του άρθρου 165 παρ. 1 - 3 και 5 του ν. 3584/2007, από τους υπαλλήλους και δεν αντιστρατεύεται τη συνταγματική αρχή για την ισότητα του νόμου και την ειδικότερη εκδήλωση αυτής προς καταβολή εκ μέρους του αυτού εργοδότη της ίδιας αμοιβής για εργασία ίσης αξίας, τυχόν δε κατάργηση του άρθρου 21 παρ. 3 του ν. 3274/2004 είναι αντισυνταγματική.

Σχετικά με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης λεκτέα είναι τα εξής: Από το ήδη εκτεθέν περιεχόμενο του δικογράφου της ένδικης αγωγής, που επισκοπήθηκε για την έρευνα της βασιμότητας των λόγων της ένδικης αναίρεσης, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων θεμελίωσε τις αξιώσεις του για την καταβολή της σε ποσοστό 30% προσαύξησης της πάγιας αντιμισθίας του στον ισχυρισμό του ότι το άρθρο 246 του ν. 1188/1981, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 3 του ν. 3274/2004, εξακολουθεί να ισχύει, καθότι αυτός ως δικηγόρος απασχολούμενος με πάγια αντιμισθία στον αναιρεσίβλητο Δήμο, είναι λειτουργός και σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 4024/2011 δεν καταλαμβάνεται από τις διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011, μεταξύ των οποίων είναι και οι διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1 εδαφ.

α', του ως άνω νόμου, σύμφωνα με τις οποίες από 1.11.2011 καταργούνται τα επιδόματα, οι αμοιβές και οι αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού, εφόσον η χορήγησή τους δεν προβλέπεται ρητά από τις διατάξεις του συγκεκριμένου Κεφαλαίου. Στην ένδικη αγωγή, όμως, δεν περιλαμβάνεται και ο ισχυρισμός ότι το άρθρο 21 παρ. 3 του ν. 3274/2004 εισάγει εύλογη διάκριση των δικηγόρων που υπηρετούν σε Δήμους (ΟΤΑ Α βαθμού) με άλλου είδους νομοθετικό καθεστώς (έμμισθη εντολή και όχι εξαρτημένη εργασία) και κάτω από τις διαφορετικές εν γένει συνθήκες σε σχέση με τους υπαλλήλους, τις οποίες (συνθήκες) περιγράφει στο δεύτερο λόγο αναίρεσης και ότι η τυχόν κατάργησή του συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο εν προκειμένω δεν τυγχάνει εφαρμογής.

Περαιτέρω, από την επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσε ο αναιρεσείων στα δικαστήρια της ουσίας, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος για την έρευνα της βασιμότητας του ως άνω λόγου αναίρεσης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός για πρώτη φορά διαλαμβάνεται στη σελίδα 7 της από 30.4.2018 προσθήκης αντίκρουσης που ο αναιρεσείων κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και επαναλαμβάνεται στη σελίδα 18 των από 19.9.2019 προτάσεων που αυτός κατέθεσε στο Μονομελές Εφετείο Λάρισας προς υποστήριξη της έφεσής του.

Η πρόταση, όμως, του ισχυρισμού αυτού, που συνιστά νέα βάση αγωγής μη περιεχόμενη στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής, για πρώτη φορά με την προσθήκη αντίκρουση των προτάσεων που κατέθεσε ο ενάγων -αναιρεσείων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και για δεύτερη φορά με τις προτάσεις που κατέθεσε στο Εφετείο ο ίδιος ως εκκαλών, είναι απαράδεκτη.

Τούτο διότι, αφενός μεν μετά την εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή της βάσης της ένδικης αγωγής (άρθρο 224 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφετέρου δε αντικείμενο της έφεσης είναι κάθε αίτηση που έχει υποβληθεί στον πρώτο βαθμό και είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (άρθρο 525 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ).

Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εκτίθεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο ως άνω δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος του, λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, στηρίζεται σε πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην ένδικη αγωγή και, συνακόλουθα, συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό που δεν προτάθηκε παραδεκτά στα δικαστήρια της ουσίας. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση επιτρέπεται αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται, ως προϋπόθεση, το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων, δηλαδή να εισήλθε στην ουσία της διαφοράς και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Συνεπώς δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, την ανακοπή ή την ένσταση ως μη νόμιμη, διότι τότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, (Ολ.Α.Π.3/1997, ΑΠ 1704/2017). Τέλος, λόγος αναίρεσης που πλήττει την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν επιστηρίζει κατά το νόμο το διατακτικό της και έχει τεθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση πλεοναστικά και ως εκ τούτου εκ περισσού, είναι αλυσιτελής και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 868/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο, κατά το πρώτο του σκέλος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έχει αιτιολογίες ως προς τον προβληθέντα ισχυρισμό του ότι η διαφοροποίηση των αποδοχών των εμμίσθων δικηγόρων των Δήμων σε σχέση με τις αποδοχές των υπαλλήλων των Δήμων δικαιολογείται, καθόσον οι πρώτοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία και απασχολούνται κάτω από διαφορετικές συνθήκες σε σχέση με τους δεύτερους. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση, που η προσβαλλόμενη απόφαση δεν κατήρτισε ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων, αλλά, αφού έκανε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά την έφεση του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 21/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την ένδικη αγωγή κατά το κεφάλαιό της που μεταβιβάσθηκε με την έφεση ως νομικά αβάσιμη.

Τέλος, με το δεύτερο σκέλος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, του τρίτου (και τελευταίου) λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εφάρμοσε εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5 παρ. 1 17 και 25 παρ. 1 εδαφ. δ' του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οι οποίες, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν ήσαν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση.

Αναφορικά με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, είναι αληθές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στη μείζονα σκέψη αυτής (5ο φύλλο) και τις παραδοχές ότι: "Η επίμαχη ρύθμιση (εννοεί του άρθρου 30 παρ. 1 εδαφ. α' του ν. 4024/2021) ελήφθη με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, παρίσταται ως πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και δεν είναι προδήλως δυσανάλογη προς αυτόν.

Με τα δεδομένα αυτά η εν λόγω ρύθμιση δεν αντίκειται στο άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στην καθιερωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδαφ. δ' αυτού αρχή της αναλογικότητας, εφόσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών και δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, η διαφοροποίηση αυτών ανάλογα με τις συντρέχουσες συνθήκες. [...].

Η ως άνω ρύθμιση δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), αλλά ούτε και στο εγγυώμενο την ιδιοκτησία άρθρο 17 του Συντάγματος, ανεξαρτήτως αν η ιδιοκτησία κατά το εν λόγω άρθρο έχει ή όχι αυτήν την έννοια με την κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου περιουσία, εφόσον δεν κατοχυρώνεται από καμία συνταγματική ή άλλη διάταξη δικαίωμα ορισμένου ύψους αποδοχών και δεν αποκλείεται κατ' αρχήν η διαφοροποίηση αυτών ανάλογα με τις συντρέχουσες εκάστοτε συνθήκες".

Όμως, οι παραδοχές αυτές του Εφετείου είναι πλεοναστικές και τέθηκαν χωρίς να επιστηρίζουν το πόρισμά του, κατά το οποίο το άρθρο 246 του ν. 1188/1981, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 21 παρ. 3 του ν. 3274/2004, που ορίζει την ποσοστιαία προσαύξηση της πάγιας αντιμισθίας των απασχολούμενων στους Δήμους δικηγόρων, από 1.11.2011 καταργήθηκε με το άρθρο 30 παρ. 1 εδαφ.

α' του ν. 4024/2011 και εξ αυτού του λόγου, η ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της και κατά το μέρος το οποίο μεταβιβάσθηκε με την έφεση και με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως νόμιμη. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο πλήττονται οι ως άνω, εκ περισσού τεθείσες στη μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης, παραδοχές, είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη από 12.1.2022 και με αριθμό κατάθεσης 5/13.1.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 398/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας πρέπει να απορριφθεί. Ο αναιρεσείων, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Δήμου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/3006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" (ΑΠ 77/2022, ΑΠ 1207/2019, ΑΠ 1061/2018).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12.1.2022 και με αριθμό κατάθεσης 5/13.1.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 398/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Δήμου, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ