Legislator Case Law & Legislation
469/2020 AI generated

469/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 469/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

469/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

Keywords

AI generated
administrative status of officials unemployment insurance administrative body institution called upon to act part-time gainful activity onset of incapacity organizational deficiency
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 469 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 469/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων", που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ιωάννας Μαραγκού, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Κ., 2) Λ. Γ., 3) Β. Γ., 4) Ε. Κ., 5) Μ. Β., 6) Δ. Μ., 7) Ι. Μ., 8) Ε. Σ., 9) Κ. Σ., 9) Π. Χ., 10) Γ. Μ., 12) Γ. Γ., 13) Σ. Λ., 14) Π. Κ., 15) Γ. Κ., 16) Γ. Κ., 17) Β. Λ., 18) Α. Λ., 19) Λ. Π., 20) Κ. Τ., 21) Ν. Π., 22) Α. Β., 23) Α. Α., 24) Δ. Λ., 25) Α. Ι., 26) Κ. Χ., 27) Λ. Γ., 28) Β. Τ., 29) Α. Π., 30) Ι. Ο., 31) Α. Χ., 32) Η. Σ., 33) Π. Ν., 34) Μ. Β., 35) Μ. Π., 36) Δ. Δ. και 37) Π. Π., κατοίκων ..., εκ των οποίων παραστάθηκε μόνο ο 24ος (Δ. Λ.) δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικολάου Σωτηρακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 1730/9-4-2013.

Εκδόθηκε η 396/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-7-2014 και με αριθμό κατάθεσης 65/14-7-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο το αναιρεσείον και ο 24ος εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η εισηγήτρια αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη ανέγνωσε την από 24-9-2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δευτέρου και τρίτου λόγων αναίρεσης σε σχέση με τους 12η, 13ο, 23ο, 24ο, 25η, 29η, 32ο, 33ο και 36ο των αναιρεσιβλήτων και ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους να θεωρηθεί ως μη ασκηθείσα η αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 297 και 299 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, άρα και από το δικόγραφο της αναίρεσης (ΚΠολΔ 495 παρ.1), μπορεί να γίνει ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υπόθεσης ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου.

Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε, επιφέρει δε την κατάργηση της δίκης επί του ενδίκου μέσου, χωρίς να απαιτείται η έκδοση σχετικής απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με το από 10-5-2017 και με αριθμό κατάθεσης 50192/10-5-2017 δικόγραφο δήλωσης παραίτησης, που επιδόθηκε προς τους αναιρεσιβλήτους Ε. Κ. (1), Λ. Γ. (2), Β. Γ. (3η), Ε. Κ. (4), Μ. Β. (5η), Δ. Μ. (6), Ι. Μ. (7), Ε. Σ. (8η), Κ. Σ. (9), Π. Χ. (10), Γ. Μ. (11η), Π. Κ. (14), Γ. Κ. (15), Γ. Κ. (16), Β. Λ. (17), Α. Λ. (18ο), Λ. Π. (19), Κ. Τ. (20), Ν.

Π. (21), Α. Β. (22ο), Κ. Χ. (26), Λ. Γ. (27), Β. Τ. (28η), Ι. Ο. (30), Α. Χ. (31η), Μ. Β. (34) και Π. Π. (37η), όπως προκύπτει από τις με επίκληση προσκομιζόμενες εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Χ. Κ., με αριθμούς .../15-5-2017, ...15-5-2017, .../15-5-2017, .../15-5-2017, .../15-5-2017, .../15-5-2017, .../15-5-2017, .../15-5-2017, .../15-5-2017, .../15-5-2017, .../15-5-2017, .../15-5-2017, .../15-5-2017, .../15-5-2017, .../15-5-2017, ...15-5-2017, .../15-5-2017, .../15-5-2017, …/15-5-2017, .../15-5-2017, ...15-5-2017, .../15-5-2017, .../15-5-2017, .../15-5-2015, .../15-5-2017, .../15-5-2017 και ...15-5-2017, αντίστοιχα, καθώς και με το από 19-12-2017 και με αριθμό κατάθεσης .../19-12-2017 δικόγραφο δήλωσης παραίτησης, το οποίο, όπως προκύπτει από την .../21-12-2017 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, επιδόθηκε προς την αναιρεσίβλητη Μ.

Π. (35η), της οποίας το όνομα διορθώθηκε με την 2019/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από το εσφαλμένο "Μ." στο ορθό "Μ.", παραιτήθηκε από το δικόγραφο της ένδικης από 11-7-2014 και με αριθμό κατάθεσης 65/14-7-2014 αίτησης αναίρεσης ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους. Επομένως, η παραίτηση αυτή είναι έγκυρη και επέφερε τα αποτελέσματά της, δηλαδή ως προς αυτούς το ένδικο μέσο της αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.

2.Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις .../15-3-2018, .../15-3-2018, .../15-3-2018, .../15-3-2018, .../26-3-2018 και .../15-3-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Χ. Κ., που με επίκληση προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 11-7-2014 και με αριθμό κατάθεσης 65/14-7-2014 αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την 2-10-2018, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση αυτής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (17-9-2019), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους ... (12η), ... (23ο), Α.

Ι. (25), Α. Π. (29), Η. Σ. (32) και Δ. Δ. (36ο), αντίστοιχα. Οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι, όμως, δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της ανωτέρω δικασίμου (17-9-2019) ούτε κατέθεσαν, κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, ενόψει του ότι αυτοί κλητεύθηκαν νόμιμα κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο και δεν απαιτείται νέα κλήση για την μετ' αναβολή δικάσιμο, η δε εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσης για όλους τους διαδίκους (ΚΠολΔ 226 παρ.4 και 575 εδ.

β'), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά τη δικονομική απουσία των εν λόγω αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 568 παρ.4 και 576 παρ.2).

3.Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα, και στην αναιρετική δίκη, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η γνωστοποίηση γίνεται από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη. Τη γνωστοποίηση αυτή μπορεί να κάνει και ο μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε η διακοπή.

Η δίκη, που διακόπηκε, μπορεί να επαναληφθεί είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΑΠ 83/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τις προτάσεις του, ισχυρίζεται ότι οι αναιρεσίβλητοι Σ.

Λ. (13ος) και Π. Ν. (33ος) έχουν αποβιώσει, προσκομίζοντας απόσπασμα της .../2014 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Δ.Ε. Αγίων Αναργύρων Αττικής, που αφορά τον 13ο. Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν το γνωστοποίησε στο δικαστήριο πρόσωπο από τα δικαιούμενα στην ενέργεια αυτή, δηλαδή οι κληρονόμοι των αποβιωσάντων ή ο μέχρι την επέλευση του θανάτου τους πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών και, κατά συνέπεια, δεν επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν.

Περαιτέρω, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται μεταξύ τους με απλή ομοδικία και οι κληρονόμοι των αποβιωσάντων δεν προέβησαν σε σχετική δήλωση προς επανάληψη της δίκης, ούτε το αναιρεσείον προέβη σε αναγκαστική επανάληψη αυτής, θεωρώντας ότι έχει επέλθει η βίαιη διακοπή της δίκης, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους 13ο και 33ο των αναιρεσιβλήτων και να προχωρήσει η συζήτηση αυτής ως προς τον 24ο (Δ.

Λ.), ο οποίος εκπροσωπήθηκε νομότυπα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, καθώς και ως προς τους 12η, 23ο, 25η, 29η, 32ο και 36ο των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι έχουν κλητευθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα ανωτέρω (ΚΠολΔ 576 παρ.3 εδ. β', όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013).

4.Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ερευνάται, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 396/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 8-4-2013 (με αριθμό κατάθεσης 1730/9-4-2013) αγωγή των εναγόντων (ήδη αναιρεσιβλήτων), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε την 15-5-2014, η δε αίτηση κατατέθηκε στον αρμόδιο γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε την 14-7-2014, ήτοι εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας της έφεσης (ΚΠολΔ 552, 553 παρ.1, 556 παρ.1, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ως προς τους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους (ΚΠολΔ 577 παρ.3), ο δε ισχυρισμός του 24ου εξ αυτών (Δ. Λ.), που προβάλλεται με τις προτάσεις του, περί απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, λόγω μη προσκόμισης απόφασης της Εκτελεστικής Επιτροπής του ΟΠΑΝΔΑ για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Τούτο διότι, η ως άνω απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής για το παραδεκτό της ασκούμενης αίτησης αναίρεσης, νομίμως λαμβάνεται και μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, εγκρινόμενης με αυτή της ήδη ασκηθείσας αίτησης, η οποία πρέπει να προσκομίζεται κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/2018), το δε αναιρεσείον με επίκληση προσκομίζει ήδη την 179/2018 απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής του ΟΠΑΝΔΑ, με την οποία εγκρίθηκε η ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης, καθώς και την 515/2017 απόφαση της ίδιας Επιτροπής για τον προσδιορισμό της δικασίμου και την παράσταση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ιωάννας Μαραγκού.

5.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης από 8-4-2013 (με αριθμό κατάθεσης 1730/9-4-2013) αγωγής, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, ως προς τους οποίους ερευνάται η υπόθεση, εξέθεσαν ότι είχαν προσληφθεί από το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων", το οποίο υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του συγχωνευθέντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων", οι μεν 12η, 23ος, 24ος, 25η και 36ος ως φύλακες σε κέντρα άθλησης και παιδικής χαράς, με χρόνο πρόσληψης η 12η την 6-9-2002, οι 23ος και 24ος την 31-10-2003, η 25η την 16-10-2003 και ο 36ος την 11-9-2006, η δε 29η ως διοικητική υπάλληλος, με χρόνο πρόσληψης την 9-9-2008 και ο 32ος ως γυμναστής, με χρόνο πρόσληψης την 24-10-2007 και ότι έκτοτε όλοι προσέφεραν τις υπηρεσίες τους αρχικώς με αλλεπάλληλες συμβάσεις έργου και στη συνέχεια, από 18-8-2011, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου δίμηνης διάρκειας, οι οποίες έληξαν την 18-10-2011.

Ότι στην πραγματικότητα οι ενάγοντες παρείχαν από την αρχή εξαρτημένη εργασία, τηρώντας ωράριο και υποκείμενοι στις εντολές και την εποπτεία των εκάστοτε προϊσταμένων τους, κάλυπταν δε πάγιες και διαρκείς ανάγκες, τις οποίες το εναγόμενο δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει με το υπόλοιπο προσωπικό του. Με την ένδικη αγωγή, οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι ο καθένας από αυτούς συνδέεται εξ αρχής με το εναγόμενο με μια ενιαία σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 18-10-2011 απόλυσής τους και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί δυνάμει συμβάσεων παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως πριν την απόλυσή τους, καταβάλλοντάς τους τις νόμιμες αποδοχές, σύμφωνα με τα τυπικά και ουσιαστικά τους προσόντα, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του.

6.Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.16 εδ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει, ότι το δικαστήριο ερεύνησε περί της συνδρομής των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, ακολούθως, δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δεδικασμένο παράγεται από την τελεσιδικία της απόφασης, ανεξάρτητα από το είδος της παρεχόμενης έννομης προστασίας. Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό, αφού δεδικασμένο παράγεται και από εσφαλμένη απόφαση (ΟλΑΠ 1/2005).

Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 324 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, συνάγεται ότι το δεδικασμένο προϋποθέτει ταυτότητα αντικειμένου, στο οποίο αναφέρεται το κριθέν και υπό κρίση δικαίωμα, καθώς και ταυτότητα της ιστορικής και νομικής αιτίας.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 225 παρ.1 και 2 και 325 αρ.2 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η μεταβίβαση του αντικειμένου της δίκης, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, δεν επιφέρει μεταβολή στην έννομη σχέση της δίκης αυτής, ο ειδικός δε διάδοχος του διαδίκου, που έγινε όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το τέλος της, είτε με βάση σύμβαση, είτε από το νόμο, είτε με πολιτειακή βούληση, δεν αποκτά μεν την ιδιότητα του διαδίκου, δικαιούμενος να ασκήσει παρέμβαση, δεσμεύεται όμως από το δεδικασμένο που παράγεται από την τελεσίδικη απόφαση, που εκδόθηκε στη δίκη εκείνη (ΑΠ 714/2013, ΑΠ 712/2013).

7.Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (ΚΠολΔ 561 παρ.2), προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 8-5-2006 (με αριθμό κατάθεσης 2127/2006) αγωγή, που ασκήθηκε, μεταξύ άλλων, και από την ήδη αναιρεσίβλητη ... (12η), η τελευταία εξέθεσε ότι είχε προσληφθεί από το εκεί εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων", ως φύλακας σε κέντρα άθλησης και παιδικής χαράς, την 6-9-2002 και ότι έκτοτε προσέφερε τις υπηρεσίες της με αλλεπάλληλες συμβάσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις μίσθωσης έργου και ορισμένου χρόνου, οι οποίες δεν δικαιολογούνταν, αφού κάλυπταν πάγιες και διαρκείας ανάγκες του εναγομένου.

Ότι στην πραγματικότητα παρείχε από την αρχή εξαρτημένη εργασία, υποκείμενη στις εντολές και την εποπτεία του εκάστοτε προϊσταμένου της και ότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται εξαρχής με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να την απασχολεί με βάση τη σύμβαση αυτή, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2249/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως προς το πρώτο αίτημα. Κατόπιν, το Εφετείο Αθηνών, με την 4011/2007 απόφασή του, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Περαιτέρω, με την από 11-5-2006 (με αριθμό κατάθεσης 2327/2006) αγωγή, που ασκήθηκε, μεταξύ άλλων, και από τους ήδη αναιρεσιβλήτους ... (23ο), Δ.

Λ. (24ο) και Α. Ι. (25η), αυτοί εξέθεσαν ότι είχαν προσληφθεί από το εναγόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων", ως φύλακες σε κέντρα άθλησης και παιδικής χαράς, την 31-10-2003 οι δύο πρώτοι και 16-10-2003 η τρίτη και ότι έκτοτε προσέφεραν τις υπηρεσίες τους με αλλεπάλληλες συμβάσεις, οι οποίες χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, στην ουσία όμως ήταν διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες δεν δικαιολογούνταν, αφού κάλυπταν πάγιες και διαρκείας ανάγκες του εναγομένου.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται εξαρχής με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί δυνάμει της σύμβασης αυτής και με τις αποδοχές που, σύμφωνα με το νόμο, αντιστοιχούν στην ειδικότητά τους, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1072/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη. Από την προαναφερόμενη 4011/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της προγενέστερης αγωγής της ενάγουσας Γ. Γ. κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων", το οποίο διαδέχθηκε το ήδη αναιρεσείον, παράγεται δεδικασμένο ως προς το ότι οι συμβάσεις της πιο πάνω ενάγουσας δεν ήταν δυνατόν να μετατραπούν και να συνεχίσουν να εκτελούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, το οποίο δεσμεύει το ήδη αναιρεσείον.

Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο απορρέον από την 4011/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και, ως εκ τούτου, ο δεύτερος λόγος της αίτησης από το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από την ανωτέρω απόφαση, είναι βάσιμος.

Όσον αφορά, όμως, την 1072/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία, ορθώς το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την μη ύπαρξη δεδικασμένου, διότι αυτή δεν είχε καταστεί τελεσίδικη, ώστε να παράγεται δεδικασμένο. Ειδικότερα, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι κατ' αυτής οι εκεί ενάγοντες άσκησαν την από 2-2-2010 και με αριθμό κατάθεσης 2653/2011 έφεσή τους, επί της οποίας δεν είχε εκδοθεί απόφαση μέχρι το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης με την ένδικη αίτηση αναίρεσης απόφασης (4-2-2014).

Επομένως, ο εξεταζόμενος δεύτερος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι δεν παράγεται δεδικασμένο από την 1072/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι αβάσιμος.

8.Με τον πρώτο λόγο της αίτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας την ένσταση έλλειψης εννόμου συμφέροντος και ενεργητικής νομιμοποίησης ως προς τους 12η, 23ο, 29η, 32ο και 36ο των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, για τη θεμελίωση της οποίας επικαλέσθηκε ότι οι τελευταίοι παραιτήθηκαν οικειοθελώς από τις συναφθείσες συμβάσεις μίσθωσης έργου, χωρίς να διαλαμβάνει καμία αιτιολογία για την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού, παρά το νόμο δεν κήρυξε δικονομικό απαράδεκτο και στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.14 και αρ.19 ΚΠολΔ.

Ο εξεταζόμενος λόγος, αληθώς μόνο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου και όχι και από τον αριθμό 14, διότι ο τελευταίος ανακύπτει μόνο, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 3/2018), είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, που συνιστά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 656/2019), ως μη νόμιμο, ενώ για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, απαραίτητη προϋπόθεση είναι το δικαστήριο της ουσίας να έχει διατυπώσει αποδεικτικό πόρισμα και όχι όταν απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη.

9.Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920 (όπως αυτό έχει ερμηνευθεί με το άρθρο 11 α.ν. 547/1937), συνάγεται ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από συγκεκριμένο λόγο, που μπορεί να ανάγεται ιδίως στις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, όπου παρέχεται η εργασία, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.

Επακολούθησε, όμως, ο ν. 2190/1994, στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "1. Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων. 2.

Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ.1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών. Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο.

Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες". Στη συνέχεια, στις παραγράφους 4 και 5 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν την καταβολή των αποδοχών στο προσωπικό που συμπλήρωσε την ως άνω διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και, τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα, που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων, διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ΠΚ.

Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.1 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημοσίου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του (ΟλΑΠ 20/2007).

10.Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των παγίων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ, ορίζουν τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 84/17-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ.7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, (...) γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".

Επίσης, στο ίδιο άρθρο 103 προστέθηκε παρ.8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ.3, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ.2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγουμένου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ.7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημοσίου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου είτε για την κάλυψη οργανικών θέσεων πέραν των προβλεπομένων είτε για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν συμβαίνει αυτό, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 19/2007).

11.Περαιτέρω, την 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως την 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως την 10-7-2002, της οποίας η Ελλάδα έκαμε χρήση.

Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω Οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.

Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, και η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (2-4-2003 και 19-7-2004 αντίστοιχα).

Στο άρθρο 5 του π.δ. 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης. (...) 4.

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου π.δ. 164/2004 η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Ενόψει, όμως, του ότι οι ανωτέρω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από την 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε την προβλεπόμενη προστασία από 10-7-2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, μέχρι την έναρξη ισχύος του διατάγματος.

Προστέθηκαν, έτσι, ως μεταβατικές, οι διατάξεις του άρθρου 11 π.δ. 164/2004, που ορίζουν τα εξής: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης, κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.

δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.... 2. Για τη διαπίστωση της συνδρομής των πιο πάνω προϋποθέσεων ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος π.δ., αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία.... 3.

Οι κατά την παρ.2 κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων.... 5. Στις διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργείς διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδ. α' της παρ.1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης...". Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία, με το π.δ. 164/2004, των ως άνω μέτρων για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της ανωτέρω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 έγινε, αφού λήφθηκαν υπόψη οι ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι, μεταξύ άλλων, ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, εξ ου και η θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προαναφέρθηκαν.

Επομένως, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Ενόψει, συνεπώς, αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς τη ρηθείσα Οδηγία, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος αυτού (ΟλΑΠ 20/2007, ΟλΑΠ 19/2007).

12.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών (ΑΠ 319/2017).

13.Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 396/2014 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι οι ενάγοντες, κατά τα έτη 2002 μέχρι 2009, συνήψαν με το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων" (ΟΠΑΝΔΑ), συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες χαρακτηρίσθηκαν ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο με τις ειδικότητες του εργάτη φύλακα, του διοικητικού υπαλλήλου, του τεχνικού Η/Υ, του γυμναστή κλπ.

Ότι οι συμβάσεις αυτές, μετά τη λήξη τους, ανανεώνονταν με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες χαρακτηρίζονταν ως συμβάσεις μίσθωσης έργου. Ότι τα καθήκοντα των εναγόντων συνίσταντο, ανάλογα με την ειδικότητα του καθενός, στη φύλαξη, συντήρηση, καθαρισμό κλπ των ανοικτών αθλητικών κέντρων και των παιδικών χαρών του εναγομένου, στη συντήρηση, έλεγχο- service και επισκευή Η/Υ, στην εκμάθηση αθλημάτων και στην εκγύμναση παιδιών στα αθλητικά κέντρα του εναγομένου, στη διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων (μουσικών- θεατρικών) στα πολιτιστικά κέντρα του εναγομένου.

Ότι οι τελευταίες συμβάσεις των εναγόντων έληξαν την 18-10-2011, καθόσον από την ημερομηνία αυτή και εφεξής το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους. Ότι οι ενάγοντες, ως προς την παροχή της εργασίας τους, τελούσαν σε προσωπική και νομική εξάρτηση από το εναγόμενο, η οποία εκδηλωνόταν με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία ως προς τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της από τους ενάγοντες και με την υποχρέωση αυτών να συμμορφώνονται στις αναγκαίες εντολές και οδηγίες του.

Ότι, επομένως, οι προαναφερόμενες συμβάσεις, με τις οποίες απασχολήθηκαν οι ενάγοντες, ονομάσθηκαν κατ' επίφαση ως συμβάσεις μίσθωσης έργου, καθόσον στην πραγματικότητα αποτελούσαν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν στο εναγόμενο για την κάλυψη συνήθων, τρεχουσών, απολύτως τακτικών, προβλέψιμων και υπαρχουσών αναγκών αυτού, μόνιμης, πάγιας και διαρκούς προοπτικής, συναρτημένες και σχετικές προς τις ανάγκες που εξυπηρετεί παράλληλα και το μόνιμο προσωπικό των υπηρεσιών του.

Ότι, δηλαδή, οι ενάγοντες, απασχολούμενοι με τα προαναφερόμενα καθήκοντά τους, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, σε θέσεις μονίμων υπαλλήλων, υπό τις εντολές και οδηγίες του τελευταίου και των αρμοδίων οργάνων του και ήταν υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται σε αυτά, δεχόμενοι τον έλεγχό τους για την επιμελή εκτέλεση της εργασίας τους και να προσέρχονται στην εργασία τους καθημερινά σε συγκεκριμένο ωράριο, όπως οι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου, το οποίο αποσκοπούσε σε αυτή καθεαυτή την απασχόληση των εναγόντων για την κάλυψη των παγίων και διαρκών αναγκών του, δεδομένου ότι το μόνιμο προσωπικό του δεν επαρκούσε για την κάλυψη αυτών.

Ότι, με βάση τα παραπάνω, οι ενάγοντες συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, με όλες τις περαιτέρω συνέπειες (μισθολογικές, ασφαλιστικές, συνταξιοδοτικές κλπ) του στοιχείου της εξάρτησης και όχι δυνάμει συμβάσεων μίσθωσης έργου ορισμένου χρόνου, οι οποίες καταρτίσθηκαν με πρόθεση καταστρατήγησης της διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, που επιτελεί τους σκοπούς της Κοινοτικής Οδηγίας 1999/70/ΕΚ.

Ότι, συνεπώς, με βάση όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, οι αρχικές συμβάσεις των εναγόντων και οι ανανεώσεις τους δεν δύνανται να εξαιρεθούν από την ως άνω Οδηγία. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε την αγωγή ως και κατ' ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι καθένας από τους ενάγοντες συνδέεται εξ αρχής με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς και την ακυρότητα της από 18-10-2011 απόλυσής τους και υποχρέωσε το εναγόμενο να απασχολεί τους ενάγοντες δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως πριν την απόλυσή τους, καταβάλλοντάς τους τις νόμιμες αποδοχές, σύμφωνα με τα τυπικά και ουσιαστικά τους προσόντα, με απειλή χρηματικής ποινής για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του.

14.Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, διότι οι συμβάσεις των ήδη αναιρεσιβλήτων (ως προς τους οποίους ερευνάται η υπόθεση) είχαν καταρτισθεί με νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων", του οποίου διάδοχος είναι το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων" [που προήλθε από τη συγχώνευση των νομικών προσώπων του Δήμου Αθηναίων "Δήμος Αθηναίων- Μουσικά Σύνολα", "Πολιτισμικός Οργανισμός του Δήμου Αθηναίων" και "Οργανισμός Νεολαίας και Άθλησης Δήμου Αθηναίων", δυνάμει της ...14-11-2011 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου Αθηναίων (ΦΕΚ Β' 2784/2-12-2011), η οποία αντικαταστάθηκε με την 14660/13681/2-4-2012 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής (ΦΕΚ Β' 1005/3-4-2012)], μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε, ακόμη και με την εκδοχή ότι ήταν εξ αρχής συμβάσεις όχι έργου, αλλά παροχής εξαρτημένης εργασίας, που απέβλεπε στην εξυπηρέτηση όχι εκτάκτων ή απροβλέπτων, αλλά παγίων και διαρκών αναγκών του αναιρεσείοντος, δεν ήταν δυνατόν να μετατραπούν και να συνεχίσουν να εκτελούνται ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου ούτε γενικώς, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' εξαίρεση, κατ' εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, τις προϋποθέσεις των οποίων δεν πληρούσαν.

Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

15.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά τους 12η, 23ο, 24ο, 25η, 29η, 32ο και 36ο των αναιρεσιβλήτων. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 580 παρ.3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση". Στην προκείμενη περίπτωση, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της αγωγής. Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα των λόγων αναίρεσης, προκύπτει ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, ως προς την 12η ενάγουσα και μη νόμιμη ως προς τους 23ο, 24ο, 25η, 29η, 32ο και 36ο των εναγόντων. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη ως προς την 12η ενάγουσα και ως μη νόμιμη ως προς τους 23ο, 24ο, 25η, 29η, 32ο και 36ο των εναγόντων. Τέλος, πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων αυτών η δικαστική δαπάνη του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων η δικαστική δαπάνη της παρούσας δίκης, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής ΚΠολΔ 179 και 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί πως δεν ασκήθηκε η από 11-7-2014 και με αριθμό κατάθεσης 65/14-7-2014 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων", για αναίρεση της 396/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους αναιρεσιβλήτους Ε. Κ. (1), Λ. Γ. (2), Β. Γ. (3η), Ε. Κ. (4), Μ. Β. (5η), Δ. Μ. (6), Ι. Μ. (7), Ε. Σ. (8η), Κ. Σ. (9), Π. Χ. (10), Γ. Μ. (11η), Π. Κ. (14), Γ. Κ. (15), Γ. Κ. (16), Β. Λ. (17), Α. Λ. (18ο), Λ. Π. (19), Κ. Τ. (20), Ν. Π. (21), Α. Β. (22ο), Κ. Χ. (26), Λ. Γ. (27), Β. Τ. (28η), Ι. Ο. (30), Α. Χ. (31η), Μ. Β. (34η), Μ. Π. (35η) και Π. Π. (37η).

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 11-7-2014 και με αριθμό κατάθεσης 65/14-7-2014 αίτησης αναίρεσης ως προς τους αναιρεσιβλήτους Σ. Λ. (13ο) και Π. Ν. (33ο).

Αναιρεί την 396/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μόνο ως προς τους 12η, 23ο, 24ο, 25η, 29η, 32ο και 36ο των εναγόντων.

Κρατεί και δικάζει επί της αγωγής ως προς τους ανωτέρω ενάγοντες.

Απορρίπτει την από 8-4-2013 και με αριθμό κατάθεσης 1730/9-4-2013 αγωγή ως προς τους ενάγοντες ... (12η), ... (23ο), Δ. Λ. (24ο), Α. Ι. (25), Α. Π. (29), Η. Σ. (32) και Δ. Δ. (36ο).

Συμψηφίζει μεταξύ των άνω εναγόντων και του εναγομένου τη δικαστική δαπάνη του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας και μεταξύ των παρισταμένων διαδίκων τη δικαστική δαπάνη της παρούσας δίκης.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Ιανουαρίου 2020.

Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 4η Μαΐου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ