Supreme Court suspends appeal to avoid contradictory rulings pending a pending full bench decision on the same legal issue.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court suspended the appeal proceedings regarding a civil liability judgment instead of issuing a final ruling. The appellant argued that the lower court violated his presumption of innocence by holding him civilly liable for fraudulent behavior, citing a pending criminal acquittal on the same facts. The court decided to postpone the case to ensure consistency and prevent contradictory judgments while the full bench resolves the pending criminal matter.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 579, 6, 14 of the Code of Civil Procedure; Article 249 of the Code of Civil Procedure: When a serious legal issue is already pending before the Supreme Court's full bench, the appellate court may suspend proceedings to avoid contradictory rulings and ensure uniformity of jurisprudence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 469 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 469/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Μαρία Κουβίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Ρ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Σμυρνιώτη και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..., που εδρεύει στο Κορωπί Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Σουρλά και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/10/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4358/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4336/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/4/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 4336/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή, απορρίφθηκε η από 16-2-2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 4358/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , με την οποία υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι Μονοπρόσωπη ΕΠΕ με την επωνυμία << ... >> ,Α.
Π. και Ν. Ρ. ,ήδη αναιρεσείων,να καταβάλουν στην ενάγουσα ,ήδη αναιρεσίβλητη,αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 113.720,87 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση ,ως αποζημίωση λόγω της αδικοπρακτικής (απατηλής ) συμπεριφοράς τους κατά την έκδοση και παράδοση στην ενάγουσα των αναφερόμενων πέντε (5) τραπεζικών επιταγών ισόποσης αξίας Η αίτηση αναίρεσης, που τελικό αίτημα έχει την πλήρη απόρριψη της από 19-10-2011 αγωγής της αναιρεσίβλητης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν. 53/1974, "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Ταυτόσημη διατύπωση με την παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2642/1997 και ορίζει ότι "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο".
Ο Άρειος Πάγος με σειρά αποφάσεών του έχει δεχθεί, ότι με τις ανωτέρω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην πολιτική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά κατοχυρώνεται και προστατεύεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου.
Το τελευταίο δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στα πλαίσια μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου το οποίο επιλαμβάνεται μεταγενεστέρως είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό, για τις ανάγκες της δίκης, ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα τα οποία εισάγονται ενώπιόν του, κατά τρόπο ο οποίος δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγουμένη απαλλαγή του διαδίκου (ΑΠ 322/2018, ΑΠ 715/2017, ΑΠ 1652/2013 ).
Αντίθετα, με άλλες αποφάσεις του έχει δεχτεί ότι ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο δεν έχει το δικαίωμα να καταλήξει, μετά από αποδείξεις και με πλήρως αιτιολογημένη δικανική κρίση, συνεκτιμώντας φυσικά και την αθωωτική ποινική απόφαση, σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί οπωσδήποτε την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του.
Κατά την άποψη αυτή επιβάλλεται το πολιτικό δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη του ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτή με απόλυτα αιτιολογημένη απόφασή του (ΑΠ 1422/2017, ΑΠ 344/2016, ΑΠ 1398/2015, 215/2013). Ήδη με την υπ' αριθ. 889/2018 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος παραπέμφθηκε το άνω ζήτημα στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 563 παρ. 2 περ.
β εδαφ. 3 ΚΠολΔ, διότι η απόφαση λήφθηκε με διαφορά μιας ψήφου υπέρ της πρώτης άποψης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδαφ. α ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από διοικητική αρχή απόφαση, που δεν μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, μπορεί δε να εφαρμοσθεί και στην αναιρετική δίκη, παρά τη μη ρητή αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, μεταξύ των εφαρμοζομένων στην αναιρετική διαδικασία διατάξεων του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, αφού η απαρίθμηση αυτή δεν είναι αποκλειστική, προκύπτει, ότι εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να διατάξει την αναβολή της δίκης, όταν η διάγνωση της εκκρεμούς ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται από την επίλυση του νομικού ζητήματος, που αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, καθόσον παράλληλα η διάγνωση στην άλλη δίκη του νομικού αυτού ζητήματος θα συντελέσει στην επιτάχυνση της πορείας της δίκης και στην ασφαλέστερη διάγνωση του ζητήματος αυτού.
Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 1519/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το εφετείο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά Πολιτικά Δικαιώματα, διότι δέχτηκε την κατάφαση της αστικής ευθύνης αυτού έναντι της αναιρεσίβλητης για παράνομη και υπαίτια από μέρους του απατηλή σε βάρος της συμπεριφορά, ενώ έπρεπε να οδηγηθεί σε αποτέλεσμα συμβατό με την επικαλούμενη αμετάκλητη ποινική απόφαση με την οποία αθωώθηκε για τις αναφερόμενες σ' αυτές αξιόποινες πράξεις, που στηρίζονται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, παραβιάζοντας έτσι το τεκμήριο αθωότητάς του, που απορρέει από την ποινική αυτή απόφαση.
Ερευνητέο στο πλαίσιο του άνω λόγου αναίρεσης είναι εάν με την αναγνώριση της αστικής ευθύνης του αναιρεσείοντος έναντι της αναιρεσίβλητης παραβιάστηκε ή όχι το τεκμήριο αθωότητάς του, που απορρέει από την επικαλούμενη αθωωτική ποινική απόφαση. Το ίδιο ζήτημα, κατά τα προαναφερόμενα, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, όπου και εκκρεμεί.
Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής, κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, έκδοσης απόφασης επί του παραπάνω λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αλλά και των λοιπών λόγων της, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση για το άνω ζήτημα από την Τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση της κρινόμενης από 17-4-2018 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ.4336/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό, εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα που έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την υπ' αριθ. 889/2018 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος αυτού.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2019. -Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Απριλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ