Legislator Case Law & Legislation
469/2018 AI generated

469/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 469/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

469/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τα ανωτέρω όμως δεν ισχύουν, εάν συντρέχουν γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος δικαιολογούντες διαφορετική ρύθμιση, όπως, επί απασχολουμένων υπό σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, όταν ορίζονται οι αποδοχές άλλης κατηγορίας εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και άλλης από υπουργικές αποφάσεις δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, αφού εκάστη των εν λόγω κατηγοριών υπάγεται υπό διάφορο μισθολογικό καθεστώς.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 469 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 469/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Παναγιώτα Δούκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ά. Γ. - Π. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4135/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 538/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 7/2/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λουκάς Μόρφης ανέγνωσε την από 31/10/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του δεύτερου λόγου και την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την υπ' αριθμόν 4135/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, έχει γίνει εν μέρει δεκτή η από 10ης Μαΐου 2004 αγωγή της αναιρεσιβλήτου αφορώσα εργατική διαφορά και έχει υποχρεωθεί το αναιρεσείον να καταβάλει στην αναιρεσίβλητο το ποσόν των 3655,88 ευρώ πλέον νομίμων τόκων, επί της ασκηθείσης δε από το τελευταίο κατά της εν λόγω αποφάσεως, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή η αγωγή, από 1ης Σεπτεμβρίου 2008 εφέσεως εξεδόθη αντιμωλία των διαδίκων η υπ' αριθμόν 538/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απερρίφθη η έφεση κατ' ουσίαν. Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η προαναφερομένη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, καθ' ο μέρος απερρίφθη ο περί νομικής αβασιμότητος της αγωγής δεύτερος λόγος της εφέσεως και δεν εφηρμόσθησαν αυτεπαγγέλτως οι διατάξεις περί παραγραφής των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ, πρέπει συνεπώς κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος προκύπτει ότι επιβάλλεται η θέσπιση από τον νομοθέτη ίσων αποδοχών ως προς όλους τους εργαζομένους, οι οποίοι έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν την αυτή ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία υπό τις αυτές συνθήκες, οπότε, εάν γίνει ειδική νομοθετική ρύθμιση ως προς ορισμένη κατηγορία εργαζομένων κατά δυσμενή αποκλεισμό από την εν λόγω ρύθμιση άλλης κατηγορίας εργαζομένων, ως προς την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος της ειδικής αυτής μεταχειρίσεως, η διάκριση είναι αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της προαναφερομένης αρχής αποβαίνει εφαρμοστέα η νομοθετική ρύθμιση και υπέρ εκείνων εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση.

Τα ανωτέρω όμως δεν ισχύουν, εάν συντρέχουν γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος δικαιολογούντες διαφορετική ρύθμιση, όπως, επί απασχολουμένων υπό σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, όταν ορίζονται οι αποδοχές άλλης κατηγορίας εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις εργασίας και άλλης από υπουργικές αποφάσεις δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, αφού εκάστη των εν λόγω κατηγοριών υπάγεται υπό διάφορο μισθολογικό καθεστώς.

Εξ άλλου, οι αποδοχές του ωρομισθίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου διδακτικού προσωπικού των Κέντρων Επιμορφώσεως Στελεχών Εμπορικού Ναυτικού (ΚΕΣΕΝ), τα οποία αποτελούν περιφερειακές υπηρεσίες του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας (άρθρο 1 παρ. 1 ΝΔ 1383/1973), κατά τα έτη 2000, 2001 και 2002 διείποντο, των μεν ιδιωτών, μελών της συνδικαλιστικής οργανώσεως "Πανελλήνια Ένωση Εκπαιδευτικών Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης (Π.Ε.Ε.Δ.Ν.Ε.)", από τις από 22-6-1999, 6-4-2000 και 10-10-2002 Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Εκπαιδευτικών της Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης" (πράξεις καταθέσεως Υπουργείου Εργασίας …/22-6-1999, …/7-4-2000, …/10-10-2002 αντιστοίχως), συναφθείσες μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της προαναφερομένης συνδικαλιστικής οργανώσεως, συμφώνως προς την διάταξη του πανομοιοτύπου άρθρου 1 αυτών, κατά το οποίο "Στην παρούσα Σ.Σ.Ε.

υπάγεται το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου καθώς και οι ιδιώτες ωρομίσθιοι καθηγητές της Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης που είναι μέλη της Π.Ε.Ε.Δ.Ν.Ε.", των δε δημοσίων υπαλλήλων και των ιδιωτών μη μελών της εν λόγω συνδικαλιστικής οργανώσεως, από την υπ' αριθμόν 2009558/1177/0022 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας "Καθορισμός ωριαίας αποζημίωσης διδασκόντων στις Δημόσιες Σχολές Εκπαίδευσης, Επιμόρφωσης και Μετεκπαίδευσης Εμπορικού Ναυτικού" (ΦΕΚ Β' 299/14-4-1997), εκδοθείσα δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 17 παρ. 5 Ν. 1505/1984.

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η εφαρμογή από το δικαστήριο κανόνος ουσιαστικού δικαίου, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, επάγεται την αναίρεση της αποφάσεως. Κανόνες ουσιαστικού δικαίου αποτελούν και οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος.

Η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας με αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. Εάν η αίτηση αναιρέσεως περιλαμβάνει πλείονες λόγους και με την παραδοχή ενός λόγου εξαφανίζεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος, κατά το οποίο προσβάλλεται, δεν εξετάζονται οι λοιποί λόγοι, εκτός εάν υπάρχουν και άλλα προσβληθέντα κεφάλαια, τα οποία παραμένουν άθικτα, ή δικαιολογείται σχετικώς ειδικό έννομο συμφέρον.

Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση εξ οιουδήποτε άλλου λόγου εκτός της υπερβάσεως δικαιοδοσίας και της παραβιάσεως των περί αρμοδιότητος διατάξεων, δύναται να κρατήσει την υπόθεση και να επιληφθεί της εκδικάσεως αυτής, εάν κατά την κρίση του η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως.

Τούτο συμβαίνει, όταν οι δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις, όσες δεν θίγονται από την αναιρετική απόφαση, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς ως προς τα καταστάντα εκκρεμή με την αναίρεση κεφάλαια της αποφάσεως. Περαιτέρω, εάν γίνει δεκτή εν όλω ή εν μέρει η έφεση και εξαφανισθεί ολικώς ή μερικώς η εκκαλουμένη απόφαση, συνεξαφανίζεται, και εάν δεν προσβάλλεται με την έφεση, και το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, επί ολικής εξαφανίσεως, ως αναγκαίο επακόλουθο της εξαφανίσεως της αποφάσεως, επί μερικής δε εξαφανίσεως, εν όψει της αναγκαιότητος ενιαίου καθορισμού των δικαστικών εξόδων ως προς όλα τα κεφάλαια της αποφάσεως.

Στην προκειμένη υπόθεση, το Εφετείο εδέχθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ότι η αναιρεσίβλητος, η οποία ετύγχανε δημοσία υπάλληλος, απασχοληθείσα από 1-1-2000 μέχρι 31-10-2002 ως ωρομίσθιος εκπαιδευτικός υπό σύμβαση ιδιωτικού δικαίου στο Ειδικό Σχολείο Ιατρικής Μέριμνας του ΚΕΣΕΝ Πλοιάρχων, παρείχε την αυτή εργασία με τα αυτά προσόντα και υπό τις αυτές συνθήκες με τους ωρομισθίους εκπαιδευτικούς της εν λόγω Σχολής, οι οποίοι υπήγοντο στις ως άνω Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (από 22-6-1999, 6-4-2000 και 10-10-2002 Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Εκπαιδευτικών της Δημόσιας Ναυτικής Εκπαίδευσης"), ότι εν τούτοις, κατά παραβίαση της προαναφερομένης συνταγματικής αρχής, ελάμβανε τις παρεχόμενες αμοιβές βάσει της ως άνω Κοινής Υπουργικής Αποφάσεως (υπ' αριθμόν 2009558/1177/0022 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας "Καθορισμός ωριαίας αποζημίωσης διδασκόντων στις Δημόσιες Σχολές Εκπαίδευσης, Επιμόρφωσης και Μετεκπαίδευσης Εμπορικού Ναυτικού"), υπό το μισθολογικό καθεστώς της οποίας υπήγετο, οι οποίες ήσαν ήσσονες των παρεχομένων αμοιβών βάσει των ως άνω Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, ότι εντεύθεν προς αποκατάσταση της προαναφερομένης συνταγματικής αρχής εφαρμοστέες επί των αποδοχών της αναιρεσιβλήτου ήσαν οι εν λόγω Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και ότι η συνολική διαφορά μεταξύ του ποσού, το οποίο βάσει των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας κατά το προαναφερόμενο διάστημα της απασχολήσεώς της στην ως άνω Σχολή έπρεπε να λάβει, και εκείνου, το οποίο έλαβε κατά το εν λόγω διάστημα βάσει της Υπουργικής Αποφάσεως, ανήρχετο στο ποσόν, το οποίο είχε επιδικάσει το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο ορθώς είχε δεχθεί παραβίαση της ως άνω συνταγματικής αρχής.

Με την εν λόγω κρίση, συνακολούθως της οποίας κατά τα ανωτέρω έγινε δεκτή ως νόμω βάσιμη η αγωγή και απερρίφθη κατ' ουσίαν η έφεση του αναιρεσείοντος, το Εφετείο εσφαλμένως εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος, αφού συμφώνως προς τα προαναφερθέντα λόγω του διαφόρου μισθολογικού καθεστώτος εδικαιολογείτο η διαφορετική ρύθμιση και δεν συνέτρεχε παραβίαση της ως άνω συνταγματικής αρχής.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ της παραβιάσεως των προαναφερθεισών διατάξεων, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά τα κεφάλαια αυτής περί απορρίψεως του δευτέρου λόγου της εφέσεως περί νομικής αβασιμότητος της αγωγής κατ' ουσίαν και περί επιδικάσεως δικαστικών εξόδων, παρελκούσης κατά τα ανωτέρω της εξετάσεως του ετέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως αφορώντος αιτίαση περί μερικής παραγραφής της αξιώσεως της αναιρεσιβλήτου, και, αφού η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω ερεύνης, καθ' όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά είχε ακριβώς επικαλεσθεί και η αναιρεσίβλητος προς θεμελίωση της ως άνω αγωγής της, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις της εφέσεως, της οποίας μετά την αναίρεση ανεβίωσε ως προς τον δεύτερον λόγο αυτής η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, να κρατηθεί και να εκδικασθεί η υπόθεση από το Τμήμα τούτο, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο εν λόγω λόγος της εφέσεως περί νομικής αβασιμότητος της αγωγής, να γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά τα κεφάλαια αυτής περί επιδικάσεως υπέρ της αναιρεσιβλήτου του ποσού των 3655,88 ευρώ και συμψηφίσεως των δικαστικών εξόδων και να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη η εν λόγω αγωγή, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987, 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993) πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμόν 538/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κατά τα κεφάλαια αυτής περί απορρίψεως του δευτέρου λόγου της εφέσεως περί νομικής αβασιμότητος της αγωγής κατ' ουσίαν και περί επιδικάσεως δικαστικών εξόδων. Κρατεί και εκδικάζει την υπόθεση.

Δέχεται εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ' αριθμόν 4135/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς κατά τα κεφάλαια αυτής περί επιδικάσεως υπέρ της αναιρεσιβλήτου του ποσού των 3655,88 ευρώ και συμψηφίσεως των δικαστικών εξόδων.

Απορρίπτει την από 10 Μαΐου 2004 αγωγή της αναιρεσιβλήτου, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Και Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ