Legislator Case Law & Legislation
469/2017 AI generated

469/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 469/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

469/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 2-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Keywords

AI generated
term life insurance cessation of accident benefits justified insurer position claim for insurance benefits donation mortis causa old age and death
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 469 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 469/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Θάνο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Μ. του Μ., χας Κ. Ν., κατοίκου ..., 2) Α. Ν. του Κ., συζ. Α. Π. και 3) Α. Π. του Γ. - Σ., κατοίκων ..., ενεργούντων (2ης και 3ου) ατομικώς και ως ασκούντων τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατρός τους Ι. Π., εκ των οποίων ο 3ος εκπροσωπήθηκε ατομικώς (μόνο) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ρήγα, που δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι 1η και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1031/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 907/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-12-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα και ο 3ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 2-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ’ αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την αναιρεσείουσα ...12-10-..., από 6-10-2016, εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Τ. -η πρώτη- και του Πρωτοδικείου Λάρισας Ν. Σ. -οι λοιπές, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους πρώτη, δεύτερη (ατομικά), δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων, υπό την ιδιότητά τους (των δεύτερης και τρίτου) ως γονέων της ανήλικης κόρης τους Ι. Π. (τέταρτης αναιρεσίβλητης), της οποίας ασκούν τη γονική μέριμνα. Κατά συνέπεια, εφόσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση (άρθρ. 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται, κατ’ αρχήν, η ύπαρξη της αιτιώδους συνάφειας από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του παθόντος, εφόσον δεν διακόπτεται η αιτιώδης συνάφεια. Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/ 2014, ΑΠ 652/2014, ΑΠ 76/2014).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β’ του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/ 2015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 1591/2014).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 951/ 2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ’ αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη 907/2013 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, δέχθηκε, ανέλεγκτα, ως προς τις συνθήκες του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και την υπαιτιότητα των δύο οδηγών που είχαν εμπλοκή σ’ αυτό, δηλαδή του θανόντος συγγενούς των αναιρεσιβλήτων και του, μη διαδίκου, Δ.

Ν., τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 30-12-2009 και περί ώρα 14.00 ο γεννημένος στις 17-3-1932, Κ. Ν., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας, πατέρας της δεύτερης, πεθερός του τρίτου ενάγοντος και παππούς της ανήλικης ενάγουσας, γεννηθείσας στις 19-6-2010, έχοντας ήδη βαπτιστεί κατά το χρόνο συζήτησης της παρούσας, με το όνομα Ι., εκπροσωπούμενης στην παρούσα δίκη από τους ως άνω γονείς της, δεύτερη και τρίτο των εναγόντων, είχε σταθμεύσει το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ μοτοποδήλατό του, στο δεξιό πεζοδρόμιο της ..., στην περιοχή του ... Αττικής, έμπροσθεν του σούπερ-μάρκετ "...", από το οποίο ο ως άνω οικείος των εναγόντων είχε αγοράσει διάφορα προϊόντα. Η ως άνω οδός είναι, στο ύψος του παραπάνω σούπερ-μάρκετ, διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, μεταξύ των οποίων (κατευθύνσεων) υφίσταται διαχωριστική νησίδα, 3,50 μέτρων, το δε πλάτος οδοστρώματος είναι 7,5 μέτρα ανά κατεύθυνση, ασφαλτοστρωμένο.

Επί του οδοστρώματος υφίστανται οι κάτωθι σημάνσεις: Π-21, ήτοι διάβαση πεζών και Ρ-32, ήτοι η μέγιστη ταχύτητα περιορίζεται στον αναγραφόμενο αριθμό, που είναι 50 χιλιόμετρα ανά ώρα. Κατά μήκος του δεξιού πεζοδρομίου της ..., όπου κατά τα ανωτέρω ο αποβιώσας Κ. Ν. είχε σταθμεύσει το όχημά του, υφίστανται σιδερένια κάγκελα, τα οποία διακόπτονται πλησίον και πριν της πινακίδας της διάβασης πεζών για δύο μέτρα, όπου στο σημείο εκείνο υφίσταται ράμπα διευκόλυνσης και εξυπηρέτησης ατόμων με ειδικές ανάγκες, και μετά συνεχίζουν.

Τον ως άνω χρόνο επικρατούσε καλοκαιρία, υπήρχε φως ημέρας, η ορατότητα δεν περιοριζόταν, η κατάσταση δε της οδού ήταν ξηρά και η κυκλοφορία πεζών και οχημάτων κανονική. Αφού, κατά τα ανωτέρω, ο ως άνω οικείος των εναγόντων πραγματοποίησε τις αγορές του, επιβιβάστηκε στο ως άνω δίκυκλο μοτοποδήλατο, το οποίο σημειωτέον οδηγούσε χωρίς την κατά νόμο άδεια οδήγησης, αφού αυτή είχε λήξει στις 29-9-2009 και αυτός δεν την είχε ανανεώσει, ως όφειλε κατ’ άρθρο 95 ΚΟΚ, και χρησιμοποιώντας ανεπίτρεπτα την ως άνω ράμπα και τη διάβαση πεζών, προτιθέμενος να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της Λεωφόρου Μαραθώνος και δη την κατεύθυνση αυτής που προορίζεται για τα οχήματα που κατευθύνονται προς Αθήνα, προκειμένου να κινηθεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω οδού για να κατευθυνθεί, μέσω αυτού, στην οικία του, στο ..., που ήταν και ο προορισμός του, εισήλθε ανεξέλεγκτα στο οδόστρωμα, χωρίς δηλ.

προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει αυτό χωρίς παρεμπόδιση της κυκλοφορίας των οχημάτων που κινούνται στην Λεωφόρο Μαραθώνος με κατεύθυνση προς Αθήνα, την κίνηση των οποίων, λόγω της ορατότητας, που υπήρχε, μπορούσε να αντιληφθεί. Αποτέλεσμα της παράνομης ως άνω οδηγικής συμπεριφοράς του, και ενώ αυτός είχε ήδη εισέλθει, κινούμενος, κατά τα ανωτέρω, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της παραπάνω οδού, ήταν να παρεμβληθεί στην πορεία του με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου του Δ. Ν., ασφαλισμένου κατά το χρόνο του ατυχήματος στην εναγόμενη - εφεσίβλητη -εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε.", που κινούνταν σ’ αυτήν με κατεύθυνση προς Αθήνα, με ταχύτητα, όμως (ως αποδεικνύεται από τα ίχνη τροχοπέδησης που σημειώνονται στην έκθεση αυτοψίας, συνολικού μήκους 26,50 μέτρων) τουλάχιστον 70 χιλ/ώρα, ήτοι ανώτερη της επιτρεπόμενης, και μεγάλης, για τις περιστάσεις, την οποία και δεν μείωσε, ενόψει της υπάρχουσας στην πορεία του διαβάσεως πεζών, την ύπαρξη της οποίας αυτός, ως γνώστης της περιοχής, ως ομολογεί στην προανακριτική απολογία του, γνώριζε, με συνέπεια, αν και αυτός αντιλήφθηκε τον οικείο των εναγόντων στην πορεία του, από απόσταση τουλάχιστον 30 μέτρων, λόγω της αυξημένης ως άνω ταχύτητάς του, δεν κατόρθωσε με έγκαιρη τροχοπέδηση να αποτρέψει την σύγκρουση και επέπεσε με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του στο οπίσθιο αριστερό μέρος του μοτοποδηλάτου.

Αποτέλεσμα του ατυχήματος ήταν να τραυματιστεί βαρύτατα ο ως άνω οικείος των εναγόντων - εκκαλούντων - εφεσιβλήτων. Ο τελευταίος μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Νοσοκομείο "Γεώργιος Γεννηματάς", όπου και εισήχθη στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ). Εκεί διαπιστώθηκε ότι υπέστη αποσπαστικό κάταγμα εγκάρσιας απόφυσης αριστερά Α6, συντριπτικό κάταγμα κορακοειδιούς απόφυσης αριστερής ωμοπλάτης - κάταγμα κλείδας, κάταγμα αριστερού αγκώνα, θλάση δεξιού νεφρού, κάταγμα κνήμης - περόνης δεξιά, ακρωτηριασμό αριστερού κάτω άκρου στο επίπεδο του γόνατος.

Στην Μ.Ε.Θ., όπου νοσηλευόταν ο οικείος των εναγόντων, κατά τα παραπάνω, λόγω φλεγμονής - ισχαιμίας του κολοβώματος, ακολούθησε νέος ακρωτηριασμός στη μεσότητα του αριστερού μηρού. Κατέληξε δε με εικόνα πολυοργανικής ανεπάρκειας και σήψης. Τελικά, αυτός απεβίωσε στις 17-1-2010 και περί ώρα 11.20, λόγω λοίμωξης του αναπνευστικού συστήματος, απότοκος νοσηλείας συνεπεία των βαρύτατων ως άνω κακώσεων που υπέστη από το τροχαίο ατύχημα.

Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, ως αυτά προέκυψαν από την συνεκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων, το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια τόσο του ασφαλισμένου στην εναγόμενη - εκκαλούσα - εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία οδηγού του ως άνω Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Δ. Ν. αλλά και του ίδιου του οικείου των εναγόντων - εκκαλούντων - εφεσιβλήτων, οδηγού του ως άνω μοτοποδηλάτου, και όχι πεζού που μετέφερε - έσυρε αυτό κατά το χρόνο του ατυχήματος, όπως αβάσιμα οι εκκαλούντες - ενάγοντες υποστήριξαν πρωτοδίκως και επανέρχονται με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους.

Η συνυπαιτιότητά τους προσδιορίζεται, σε ποσοστό 70% για τον αποβιώσαντα και 30% για τον ανωτέρω ασφαλισμένο στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία οδηγό, συνιστάμενη στα εξής: Ο μεν αποβιώσας, κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 2 του ΚΟΚ, αν και οδηγός, έχων υποχρέωση να κινείται στις καθοριζόμενες για την κατηγορία του οχήματός του ειδικές οδούς, οδοστρώματα και λωρίδες κυκλοφορίας, κινούμενος συνάμα, χωρίς να κατέχει την δέουσα για την οδήγηση του οχήματός του άδεια οδήγησης, αφού αυτή είχε λήξει, επιδεικνύοντας αμέλεια, θέλοντας, προφανώς, να "κόψει δρόμο", προκειμένου να κινηθεί στο αντίθετο, σε σχέση με την πορεία των οχημάτων που κινούνται προς Αθήνα, ρεύμα κυκλοφορίας της ..., προκειμένου να κατευθυνθεί στην οικία του, επιβιβάστηκε στο μοτοποδήλατό του και χρησιμοποιώντας ανεπίτρεπτα, κατά τα ανωτέρω, την ως άνω ράμπα και τη διάβαση πεζών, προτιθέμενος να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα της ...

και δη την κατεύθυνση αυτής που προορίζεται για τα οχήματα που κατευθύνονται προς Αθήνα για να κινηθεί στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω οδού, εισήλθε παράνομα στο οδόστρωμα, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι μπορούσε να πράξει αυτό χωρίς παρεμπόδιση της κυκλοφορίας των οχημάτων που κινούνται στην ...

με κατεύθυνση προς Αθήνα, καίτοι, λόγω της ορατότητας που υπήρχε, μπορούσε να αντιληφθεί την κίνηση αυτών, με συνέπεια να παρεμβληθεί στην πορεία του ασφαλισμένου στην εναγόμενη οδηγού, κατά τα ανωτέρω, κατά παράβαση για τον ως άνω οδηγό και των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 95 παρ. 5 ΚΟΚ. Επίσης όμως, αμελής ήταν και η συμπεριφορά του ασφαλισμένου στην εναγόμενη οδηγού, διότι, αν και κινούνταν σε δρόμο, όπου το όριο ταχύτητας ήταν 50 χιλ/ώρα, σε κατοικημένη περιοχή και πλησίαζε σε διάβαση πεζών, και μάλιστα πολυσύχναστη λόγω της υπάρξεως του σούπερ-μάρκετ "...", γεγονός που κατά τα ανωτέρω αυτός γνώριζε, αφενός μεν κινούνταν με ταχύτητα ανώτερη της ως άνω επιτρεπόμενης, ανερχόμενης τουλάχιστον στα 70 χιλ/ώρα σύμφωνα με τα ίχνη τροχοπέδησης του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, συνολικού μήκους 26,50μ., που βρέθηκαν και έχουν αποτυπωθεί στην έκθεση αυτοψίας του ενδίκου ατυχήματος, αφετέρου δε δεν μείωσε αυτή, ενόψει των ως άνω περιστάσεων, όπως ήταν υποχρεωμένος, ούτε ασκούσε, ως ήταν υποχρεωμένος, τον έλεγχο του οχήματός του, ώστε να είναι σε θέση να εκτελέσει ανά πάσα στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς και να διακόψει ακόμη και την πορεία του μπροστά σε οποιαδήποτε εμπόδιο που μπορούσε να προβλεφθεί και το οποίο βρισκόταν στο ορατό απ’ αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, με αποτέλεσμα, αν και αντιλήφθηκε από απόσταση τουλάχιστον 30 μέτρων τον άτυχο ηλικιωμένο, επιδεικνύοντας και αυτός, κατά τα ανωτέρω, παράνομη οδηγική συμπεριφορά, εισήλθε στο ρεύμα πορείας του, λόγω της ως άνω μεγάλης ταχύτητάς του και της αντικείμενης στις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 20 και 19 παρ. 1 και 2 και 3 ΚΟΚ οδηγικής συμπεριφοράς του, δεν κατόρθωσε να τροχοπεδήσει έγκαιρα το αυτοκίνητό του και ν’ αποφύγει τη σύγκρουση, που ασφαλώς και θα μπορούσε να πράξει αν η ταχύτητα του οχήματός του ήταν η ως άνω επιτρεπόμενη....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη 1031/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει ομοίως ως προς τα ζητήματα αυτά, επί της από 17-3-2011 αγωγής των αναιρεσιβλήτων, απορρίπτοντας, κατά τούτο, τους σχετικούς λόγους των αντίθετων εφέσεων (α) από 23-3-2012 και με αριθμ.

κατάθεσης .../23-3-2012 και β) από 7-6-2012 και με αριθμ. κατάθεσης .../12-6-2012) των διαδίκων. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας, καθώς και εκείνες των άρθρων 16 παρ. 2, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 και 3 και 20 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των προπαρατιθέμενων πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, καθόσον, παρά όσα για το αντίθετο υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της αναίρεσης, στην πληττόμενη απόφαση αναφέρεται η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου Δ. Ν. και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της επέλευσης του ένδικου τροχαίου ατυχήματος που είχε ως συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του (συνυπαίτιου) οδηγού του δίκυκλου ... μοτοποδηλάτου Κ. Ν., κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων του ΑΚ και του ΚΟΚ. Κατά τα λοιπά, με τον ίδιο λόγο, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και οι αιτιάσεις ότι, με βάση τα περιστατικά που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, εσφαλμένα κρίθηκε ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου Δ.

Ν. είναι (συν)υπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος, ενώ αποκλειστικά υπαίτιος γι’ αυτό είναι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου Κ. Ν., πλήττεται, απαράδεκτα, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στο άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επομένως, ο παρών λόγος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρ. 559 αριθμ. 1 εδάφ. β’ του ίδιου Κώδικα, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αιτίαση ότι στην πορεία του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου "...βρέθηκε εκτιναχθέν, κυριολεκτικά, από μία λίαν κατωφερή ράμπα ατόμων με ειδικές ανάγκες και στην υπάρχουσα στο οδόστρωμα διάβαση πεζών, ένα κινούμενο όχημα, του οποίου, μάλιστα, οχήματος η κάθοδος ήταν απότομη και ταχύτατη...", γεγονός που δεν ήταν λογικά προβλεπτό και, ως εκ τούτου, εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι η συμπεριφορά του Δ.

Ν. κατά την οδήγηση του πιο πάνω αυτοκινήτου του συνδέεται αιτιωδώς, κατά τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 2 και 20 παρ. 1 του ΚΟΚ, με το τροχαίο ατύχημα, δεν ανάγεται στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς αλλά στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι αυτή έχει ανεπαρκείς, αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και, ειδικότερα, ως προς την υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού Δ.

Ν. και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της οδηγικής συμπεριφοράς του και του αποτελέσματος που επήλθε, διότι 1) αν και αρχικά δέχεται ότι ο εν λόγω οδηγός αντέδρασε, αφού τροχοπέδησε προς αποφυγή της σύγκρουσης, ακολούθως διαλαμβάνει ότι δεν ασκούσε τον δέοντα έλεγχο του οχήματός του, ώστε να είναι σε θέση να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, 2) δεν αποσαφηνίζει πώς το οδηγούμενο από τον παθόντα Κ.

Ν. δίκυκλο μοτοποδήλατο, κατερχόμενο με φόρα κάθετα στο οδόστρωμα από το πεζοδρόμιο διαμέσου της ράμπας και ενώ επιχειρούσε να διασχίσει το οδόστρωμα από τη διάβαση πεζών, ήταν δυνατό να προβλεφθεί, ως εμπόδιο, από τον μέσο συνετό οδηγό, 3) δεν διευκρινίζει τη θέση των δύο οχημάτων και του σώματος του δικυκλιστή μετά τη σύγκρουση αυτών (οχημάτων) σε σχέση με το σημείο της σύγκρουσης και γενικά δεν περιγράφει πού κατέληξαν τα οχήματα και ο δικυκλιστής μετά τη σύγκρουση, 4) δεν αιτιολογεί πώς προκύπτει η ταχύτητα των 70 χιλιομέτρων ανά ώρα του ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, καθόσον η λήψη υπόψη μόνο των ιχνών τροχοπέδησής του δεν επαρκεί επιστημονικά και τεχνικά για τον υπολογισμό της ταχύτητας, 5) ενώ δέχεται ότι ο οδηγός του πιο πάνω αυτοκινήτου αντιλήφθηκε τον δικυκλιστή από απόσταση τουλάχιστον 30 μέτρων, δεν αποσαφηνίζει σε πόση απόσταση από το δίκυκλο διενεργήθηκε η τροχοπέδηση και ποία ήταν η ταχύτητα του αυτοκινήτου κατά τη στιγμή της σύγκρουσης και 6) δεν αιτιολογεί γιατί, αν ο οδηγός αυτός οδηγούσε με την επιτρεπόμενη ταχύτητα των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, θα είχε τροχοπεδήσει έγκαιρα και θα είχε αποφευχθεί η σύγκρουση των δύο οχημάτων.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και, ειδικά, την υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού (Δ. Ν.) του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία ... ΙΧΕ αυτοκινήτου και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Συγκεκριμένα, στην πληττόμενη απόφαση περιλαμβάνονται παραδοχές για την υπαιτιότητα του οδηγού αυτού στην πρόκληση του ατυχήματος, όπως αυτές προπαρατέθηκαν, ενώ οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα παραπάνω ελλείψεις της αιτιολογίας ανάγονται στην πληρέστερη ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού υλικού που σαφώς και επαρκώς εκτίθεται στην απόφαση.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του περιστατικά της αγωγής που στηρίζουν τη νομιμοποίηση των διαδίκων (ΑΠ 354/2008). Στην ερευνώμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, με την επίκληση της προαναφερόμενης διάταξης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, αλλιώς, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συγκεκριμένα, κατ’ εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στον παρόντα λόγο, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός που αναγραφόταν στην ένδικη αγωγή ότι η περιλαμβανόμενη στην "3η ομάδα" των εναγόντων και ήδη των αναιρεσιβλήτων ανήλικη Ι. Π., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τους γονείς της Α. Κ. Ν. (σύζυγο Α. Π.) και Α.

Π. (που ενεργούν και ατομικά, όπως θα εκτεθεί παρακάτω), κατά το χρόνο του τραυματισμού του παππού της Κ. Ν. στις 30-12-2009, που οδήγησε, τελικά, στο θάνατό του στις 17-1-2010, ήταν κυοφορούμενη, αφού γεννήθηκε στις 19-6-2010, με συνέπεια, αν και η αγωγή ασκήθηκε κατά της αναιρεσείουσας από την εν λόγω ενάγουσα-εγγονή του θανόντος, με την ιδιότητά της "ως κυοφορούμενης" κατά το χρόνο του θανάτου (17-1-2010), να ληφθεί υπόψη ότι η τελευταία ήταν, γεννημένη ήδη, ανήλικη εγγονή του θανόντος κατά το χρόνο εκείνον και, συνακόλουθα, να επιδικαστεί μεγαλύτερο ποσό για την αποκατάσταση της ψυχικής της οδύνης.

Ο λόγος αυτός είναι, πρωτίστως, αλυσιτελής και ως εκ τούτου, απορριπτέος, γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι στην πληττόμενη απόφαση αναφέρεται ότι η ανήλικη ενάγουσα γεννήθηκε "στις 19-6-2010" (3ο φύλλο - β’ όψη αυτού) και, συνακόλουθα, ότι ήταν κυοφορούμενη κατά το χρόνο του ατυχήματος (30-12-2009) και του θανάτου του παππού της (17-1-2010), με συνέπεια να δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου (ΑΠ 1261/2007, ΑΠ 835/ 2005).

Επισημαίνεται ότι η ένδικη, από 17-3-2011 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../.../21-3-2011, αγωγή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της (άρθρ. 118 αριθμ. 3 και 216 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα), ασκήθηκε από την εκπροσωπούμενη νόμιμα από τους γονείς της ανήλικη εγγονή του θανόντος, που είχε ήδη την ικανότητα, ως φυσικό πρόσωπο (άρθρ. 34 και 35 ΑΚ), να είναι, κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της αγωγής, διάδικος (άρθρ. 62 εδάφ.

α’ και 68 ΚΠολΔ), όπως, άλλωστε, τούτο εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης (άρθρ. 73 του ίδιου Κώδικα), ενώ μνημονευόταν, όπως προαναφέρθηκε, στο δικόγραφο ότι η ανήλικη ενάγουσα ήταν "κυοφορούμενη" κατά το χρόνο του θανάτου του παππού της, με την περαιτέρω σημείωση ότι κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, είναι ο χρόνος της (πρώτης) συζήτησης της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό και όχι ο χρόνος του ατυχήματος.

Κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, εξαιτίας αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή, σε περίπτωση θανάτου, ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος ή του θύματος, αντίστοιχα και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διάδικων μερών.

Συνεπώς, εφόσον ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης επαφίεται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που σχηματίζεται ύστερα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων χωρίς υπαγωγή σε νομική έννοια, το "εύλογο" του επιδικαζόμενου ποσού δεν αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, συνακόλουθα, η σχετική κρίση δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, οπότε και δεν μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη, κατά τούτο, εφαρμογή του νόμου.

Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 (εδάφ. δ’ ) του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του προσώπου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.

Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αφού η έκταση της αρχής αυτής δεν περιορίζεται μόνο σε ορισμένες περιοχές του δικαίου, αλλά, όπως προεκτέθηκε, και πριν από τη ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και, συνεπώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.

Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα εν λόγω δικαιώματα του ανθρώπου, κατά τη θεσπιζόμενη από τη διάταξη αυτή προστασία, "ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμόδιων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα, πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο, σε σχέση με άλλα μέτρα που μπορούν να ληφθούν, να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.

Με βάση αυτά, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η πιο πάνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτήν ως δεσμευτική δικαιική αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κ.λπ.).

Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία, πάντως, αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ο δικαστής οφείλει, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας που, όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.

Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει, προφανώς, τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας, πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και, συνακόλουθα, η άσκησή του είναι απαγορευμένη.

Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.

Από όσα προαναφέρθηκαν συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνες δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνους του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, ήτοι να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής για το δίκαιο συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Κατόπιν τούτων, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση, από το δικαστήριο της ουσίας, των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, αυτά ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 9/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, στους αναιρεσιβλήτους από τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Κ. Ν., συζύγου της πρώτης, πατέρα της δεύτερης, πεθερού του τρίτου και παππού της προαναφερόμενης ανήλικης Ι.

Π., όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "...Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες - εκκαλούντες υπέστησαν έντονο ψυχικό πόνο από τον αναπάντεχο θάνατο του ως άνω συγγενούς τους, συζύγου, πατέρα, πεθερού και παππού τους, λόγω της στενής συγγένειας, της οικογενειακής τους σχέσης και του στενότατου ψυχικού τους δεσμού, με συνέπεια αυτοί να δικαιούνται εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τους, κατ’ άρθρ. 932 ΑΚ.

Για τον καθορισμό της τελευταίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα εξής προσδιοριστικά επιμέρους στοιχεία, ήτοι: α) την συντρέχουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών των ανωτέρω εμπλεκομένων οχημάτων και ειδικότερα το μεγάλο βαθμό συνυπαιτιότητας του αποβιώσαντος συγγενούς των εναγόντων στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και του εξ αυτού θανάσιμου τραυματισμού του, β) την ηλικία του θανόντος (77 ετών) κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, γ) το βαθμό συγγενείας καθενός των εναγόντων - εκκαλούντων με τον αποβιώσαντα, και δ) το βαθμό της ψυχικής ταλαιπωρίας, θλίψης και του πόνου που δοκίμασε καθένας από τους ενάγοντες - εκκαλούντες δικαιούχους.

Με βάση τα ανωτέρω, το ποσό που πρέπει να επιδικαστεί στους ενάγοντες - εκκαλούντες ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης είναι για την πρώτη ενάγουσα (σύζυγο) το ποσό των 40.000 ευρώ, το ποσό των 30.000 ευρώ για την δεύτερη ενάγουσα (κόρη), το ποσό των 10.000 ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα (γαμβρό) και αυτό των 20.000 ευρώ για την τέταρτη των εναγόντων (ανήλικη εγγονή)...".

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού απέρριψε την από 7-6-2012 έφεση της αναιρεσείουσας και δέχθηκε την αντίθετη, από 23-3-2012, έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης 1031/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε επιδικάσει, για την πιο πάνω αιτία, μικρότερου ύψους ποσά (σε ευρώ, 10.000, 8.000, 1.000 και 3.000, αντίστοιχα), την εξαφάνισε, κατά τούτο, και, δικάζοντας επί της κρινόμενης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, τη δέχθηκε, κατά ένα μέρος, και επιδίκασε τα παραπάνω ποσά.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσιβλήτων, λόγω ψυχικής οδύνης, στα πιο πάνω ποσά, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπερτερούν, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός τέταρτος (και τελευταίος), από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, με την επίκληση των διατάξεων αυτών, αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 25 παρ. 1 (εδάφ.

δ’ ) του Συντάγματος και 932 του ΑΚ, επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Κ. Ν., τα προαναφερόμενα ποσά, τα οποία, όμως, είναι δυσαναλόγως μεγάλα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος).

Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της που προεκτέθηκε και κατά το μέρος που αναφέρεται στους διαδίκους της παρούσας αναιρετικής δίκης και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτή (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα). Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 907/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους διαδίκους της προκείμενης δίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω κεφάλαιό της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ