469/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην της πέμπτης των εφεσιβλήτων, αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 6032/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 13.4.2009 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε ως προς όλους τους διαδίκους την υπ' αριθ. 3682/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 19.11.2004 αγωγή του, δέχθηκε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) την αγωγή αυτή και υποχρέωσε εις ολόκληρο τους εφεσιβλήτους να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 34.214,58 ευρώ, ως αποζημίωση για την ύπαρξη νομικού ελαττώματος στο ακίνητο, που αυτός απέκτησε με αναγκαστικό πλειστηριασμό ύστερα από διαδικασία κατά την οποία, εκτός των άλλων, αδικοπρακτική συμπεριφορά επέδειξε και ο ήδη αναιρεσείων.
Legislator headnote
AI generated469/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ευθύνη αυτή συρρέει με την ευθύνη της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", που επέσπευσε τον πλειστηριασμό του ως άνω ακινήτου και ευθύνεται κατά τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρ. 1017§2εδ.β ΚΠολΔ, 514 - 516, 382 και 297 - 298 ΑΚ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 469 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 469/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Α. του Β. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Μπατουδάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ζ. του Κ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Γκέλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19 Νοεμβρίου 2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3682/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6032/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Φεβρουαρίου 2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν ο πρώτος και ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος της κατά της υπ' αριθ. 6032/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην της πέμπτης των εφεσιβλήτων, αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 6032/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε την από 13.4.2009 έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε ως προς όλους τους διαδίκους την υπ' αριθ. 3682/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 19.11.2004 αγωγή του, δέχθηκε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) την αγωγή αυτή και υποχρέωσε εις ολόκληρο τους εφεσιβλήτους να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 34.214,58 ευρώ, ως αποζημίωση για την ύπαρξη νομικού ελαττώματος στο ακίνητο, που αυτός απέκτησε με αναγκαστικό πλειστηριασμό ύστερα από διαδικασία κατά την οποία, εκτός των άλλων, αδικοπρακτική συμπεριφορά επέδειξε και ο ήδη αναιρεσείων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 2. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 1017§2 ΚΠολΔ ναι μεν για τα νομικά ελαττώματα του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), που αναγκαστικά εκπλειστηριάσθηκε, υπάρχει ευθύνη μόνον εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και μόνον αν αυτός γνώριζε κατά το χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος, ενώ δεν αποκλείεται και η ευθύνη από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 453/2006? 580/2006? 1523/2006? 1036/2009? 1313/2009), όμως πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν αποκλείεται και η αδικοπρακτική ευθύνη του επισπεύδοντος ή τρίτου, εφόσον συντρέχουν σχετικά οι όροι των άρθρ. 914 ή 919 ΑΚ (πρβλ.
και ΑΠ 1022/2009). Εξ άλλου κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόσθηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005? 7/2006).
Συνεπώς κατά τις παραπάνω διακρίσεις η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης.
Έτσι με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του ουσιαστικού δικαίου ( ΟλΑΠ 20/2005).
Περαιτέρω κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι αυτή, εκτιμώντας το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθ…/5.7.2001 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Μαρίας Παπατρέχα - Αρσλανίδη επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση επί ακινήτου φερόμενου να ανήκει στην ιδιοκτησία της οφειλέτιδας της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε." Ε.
συζ. Χ. Κ. , πέμπτης εναγομένης, για την ικανοποίηση απαιτήσεως της πρώτης εναντίον της τελευταίας, συνολικού ποσού 8.302.820 δραχμών, δυνάμει αντιγράφου εξ απογράφου της υπ' αριθ…/2001 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών... Στη συνέχεια δυνάμει της …/2002 Γ' επαναληπτικής περιλήψεως της ως άνω κατασχετήριας εκθέσεως της αυτής δικαστικής επιμελήτριας εκπλειστηριάσθηκε την 2.10.2002 το ανωτέρω ακίνητο δυνάμει της …/2.10.2002 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Βαραβάρας Σγούρου και κατακυρώθηκε στον υπερθεματιστή Ι.
Ν. . Επειδή όμως ο τελευταίος δεν κατέβαλε, ως όφειλε, εμπροθέσμως το οφειλόμενο ποσό του πλειστηριάσματος, η προαναφερόμενη συμβολαιογράφος συνέταξε την …/12.3.2003 πράξη, με την οποία ορίστηκε ημέρα αναπλειστηριασμού η 12.3.2003... Δυνάμει της …/12.3.2003 εκθέσεως της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταματίνας Γιαννακοπούλου, ως νόμιμης αναπληρώτριας της Βαρβάρας Σγούρου, διενεργήθηκε τελικά ο (ανα)πλειστηριασμός του ως άνω ακινήτου, που κατακυρώθηκε στον ενάγοντα (αναιρεσίβλητο) για το ποσό των 32.284,73 ευρώ.
Παράλληλα συντάχθηκε η 29904/2003 περίληψη κατακυρωτικής εκθέσεως ακινήτου της ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε από τον ενάγοντα στο βιβλίο μεταγραφών του Δήμου... Όπως αποδεικνύεται από την ως άνω …/5.7.2001 έκθεση της δεύτερης εναγομένης δικαστικής επιμελήτριας ..., αυτή προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση με τη σύμπραξη ως μαρτύρων των Κ.
Α. (αναιρεσείοντος) και Α. Μ. , τρίτου και τέταρτου των εναγομένων αντιστοίχως, ενός αγροτεμαχίου της πέμπτης εναγομένης, στη θέση … του Δήμου …, εκτός σχεδίου πόλεως, άρτιου και οικοδομήσιμου κατά παρέκκλιση, το οποίο έχει έκταση... 1620 τμ., εμφαινόμενο με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από 6.2.1982 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ε.
Μ. ..., προσαρτημένο στο …/10.3.1982 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χριστίνας Μουστάκη... Το αγροτεμάχιο αυτό αναφέρεται ότι περιήλθε στην πέμπτη εναγομένη δυνάμει του ως άνω πωλητηρίου συμβολαίου και της …/1998 πράξεως δωρεάς εν ζωή της ίδιας συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένων στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Μεγάρων την 28.5.2003, σύμφωνα με το υπ' αριθ…/13.2.2006 πιστοποιητικό του μεταγραφοφύλακα Μεγάρων.
Όμως το ανωτέρω ακίνητο είχε κατά τη διάρκεια του πλειστηριασμού και της κατακυρώσεως νομικό ελάττωμα που εμπόδιζε τη διάθεσή του, ήτοι είχε έλλειψη κυριότητας επ' αυτού της οφειλέτιδας πέμπτης εναγομένης, το οποίο, εκτός από την ίδια, γνώριζε και η πρώτη εναγομένη (δανείστρια), που επέσπευσε ωστόσο τη διάθεσή του με πλειστηριασμό.
Ειδικότερα το ακίνητο αυτό είχε απαλλοτριωθεί από το Ελληνικό Δημόσιο με την κοινή υπουργική απόφαση 1023181/1135/001/339/02/03/1993 για την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου και της νέας σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών - Κορίνθου πολύ πριν από την κατάσχεση και τον πλειστηριασμό του, ενώ από τους κτηματολογικούς πίνακες, που είχαν συνταχθεί για την απαλλοτρίωση αυτή, αποδεικνύεται ότι με αύξοντα αριθμό … και με στοιχεία … κύριοι του ακινήτου αυτού, εκτάσεως 1440,5 τμ., ήταν πριν από την απαλλοτρίωσή του η εταιρεία ΛΟΥΤΡΟΠΟΛΗ ΚΙΝΕΤΤΑΣ Ο.Ε.
με έδρα την … και ο Π. Π. , κάτοικος ... , οι οποίοι και αποζημιώθηκαν... Η ταυτοποίηση του ακινήτου που εκπλειστηριάσθηκε έγινε από τον ενάγοντα με τον τοπογράφο-μηχανικό Ε. Ν. ..., χωρίς επιτόπια μετάβαση, διότι η απαλλοτρίωση είχε συντελεσθεί από το έτος 1993 και... οι εργασίες άρχισαν από το έτος 1996... Ο ίδιος τοπογράφος-μηχανικός συνέταξε την από Μαρτίου 2004 τεχνική έκθεση, σύμφωνα με την οποία το ακίνητο κατά το βόρειο τμήμα του, εμβαδού 591,05 τμ., βρίσκεται εκτός της απαλλοτριώσεως του ΟΣΕ και συνορεύει βορείως με ΝΕΟΑΚ, δυτικώς με ρέμα και ανατολικώς με ιδιοκτησία αγνώστου, κατά το νοτιοδυτικό τμήμα του, εμβαδού 760,50 τμ., το ακίνητο είναι περιφραγμένο και εντός αυτού έχει κατασκευασθεί αυθαίρετη λυόμενη ισόγεια οικία, εμβαδού 83 τμ., συνορεύει δε βορείως με το προαναφερόμενο τμήμα, νοτίως με παλαιό συρματόπλεγμα όμορης ιδιοκτησίας, δυτικώς με ρέμα και ανατολικώς με το υπόλοιπο τμήμα του ακινήτου, ενώ κατά το νοτιοανατολικό τμήμα, εμβαδού 268,50 τμ., το ακίνητο παραμένει αδιαμόρφωτο και συνορεύει νοτίως με παλαιά συρματοπλέγματα...
Το ακίνητο που εκπλειστηριάσθηκε βρίσκεται ειδικότερα μεταξύ των χιλιομετρικών θέσεων 53.800 και 53.900 της ΝΕΟΑΚ και όπως προαναφέρθηκε είχε και έχει μέσα αυθαίρετη λυόμενη οικία, η οποία όμως δεν περιγράφεται στην παραπάνω έκθεση κατασχέσεώς του..., διότι δεν έλαβε χώρα επιτόπια μετάβαση σ' αυτό της δικαστικής επιμελήτριας, καθόσον θα την έβλεπε.
Επίσης στην αυτή έκθεση κατασχέσεως η δικαστική επιμελήτρια (δεύτερη εναγομένη) αναφέρει ότι από το 52ο έως το 56ο χιλιόμετρο της ΝΕΟΑΚ γίνονται έργα... και ότι πήγε με τους μάρτυρες, τρίτο και τέταρτο των εναγομένων, στο 54,5 χιλιόμετρο περίπου. Το ακίνητο αυτό ο ενάγων, που δεν γνώριζε τα ανωτέρω, το μετέγραψε στο Υποθηκοφυλακείο Μεγάρων και γι' αυτό κατέβαλε για φόρο 1.629,85 ευρώ...
και για δικαιώματα του Υποθηκοφυλακείου 300 ευρώ. Από όλα τα προαναφερόμενα συμπεραίνεται: α)... β) ότι η δεύτερη εναγομένη ουδέποτε προσήλθε στο ακίνητο που κατέσχεσε, όπως είχε υποχρέωση από το άρθρ. 993§2εδ.β ΚΠολΔ..., και συνεπώς βεβαιώνει ψευδώς ότι "ήρθαμε στο …χιλιόμετρο της ΝΕΟΑΚ, όπου βρίσκεται η ακίνητη περιουσία...", μάλιστα συμπληρώνει χειρογράφως τη λέξη περίπου μετά τη χιλιομετρική απόσταση ..., καθόσον δεν μπορεί να είχε μεταβεί στο … χιλιόμετρο, ενώ, όπως αναφέρει στην έκθεσή της, γίνονταν έργα από το … έως το …χιλιόμετρο.
Επομένως, αφού η πρώτη εναγομένη (επισπεύδουσα την εκτέλεση δανείστρια τράπεζα)... γνώριζε την ύπαρξη των νομικών ως άνω ελαττωμάτων στο ακίνητο που κατασχέθηκε, όλοι δε οι εναγόμενοι παρανόμως και υπαιτίως τον ζημίωσαν (δηλαδή τον αναιρεσίβλητο) κατά τα προαναφερόμενα ποσά, καθόσον η δεύτερη, ο τρίτος και ο τέταρτος συνέταξαν και συνέπραξαν στη σύνταξη της …/2001 εκθέσεως κατασχέσεως που είναι ανακριβής και ψευδής..., πρέπει λόγω της υπάρξεως του νομικού ελαττώματος και της αδικοπραξίας να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρο να καταβάλλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 34.214,58 ευρώ...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, δέχθηκε ακολούθως την αγωγή αυτή και υποχρέωσε τους εναγομένους, επομένως και τον αναιρεσείοντα, να καταβάλλουν το παραπάνω ποσό στον αναιρεσίβλητο, έναντι του οποίου έκρινε ότι ο αναιρεσείων υπέχει αδικοπρακτική ευθύνη.
Η ευθύνη αυτή συρρέει με την ευθύνη της πρώτης εναγομένης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε.", που επέσπευσε τον πλειστηριασμό του ως άνω ακινήτου και ευθύνεται κατά τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρ. 1017§2εδ.β ΚΠολΔ, 514 - 516, 382 και 297 - 298 ΑΚ.
Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι η ύπαρξη ευθύνης της πρώτης εναγομένης κατά τις παραπάνω διατάξεις αποκλείει τη συρροή αδικοπρακτικής ευθύνης του, την οποία εσφαλμένα έτσι, κατά την άποψή του, δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τον υποχρέωσε σε καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης στον αντίδικό του.
Αντίθετα βάσιμος είναι ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι αναιτιολόγητα δέχθηκε ότι η παράλειψη του αναιρεσείοντος να μεταβεί επιτοπίως στο ακίνητο που κατασχέθηκε με την ως άνω έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας …, συνδέεται με τη ζημία του αναιρεσιβλήτου από την έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο αυτό της πέμπτης εναγομένης και καθ' ης η εκτέλεση Ε.
συζ. Χ. Κ. και συνεπώς ανακύπτει αδικοπρακτική ευθύνη του αναιρεσείοντος, αφού δεν αναφέρεται, έστω στοιχειωδώς, στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ως άνω παράλειψη του αναιρεσείοντος συνετέλεσε στη ζημία του αναιρεσιβλήτου και ούτε πολύ περισσότερο εξηγείται ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράλειψης του αναιρεσείοντος και της ζημίας του αντιδίκου του, αν ληφθεί υπόψη ότι η μετάβαση του αναιρεσείοντος στον τόπο της κατάσχεσης δεν θα ήταν από μόνη της ικανή να καταστήσει εμφανή σ' αυτόν την έλλειψη κυριότητας της Ε.
συζ. Χ. Κ. στο ακίνητο, όταν μάλιστα το ακίνητο αυτό ήταν στο όνομά της μεταγεγραμμένο στο Υποθηκοφυλακείο Μεγάρων, ενώ εξ άλλου δεν γίνεται δεκτό με την απόφαση του Εφετείου ότι ο αναιρεσείων γνώριζε σε κάθε περίπτωση την έλλειψη της κυριότητάς της ως νομικό τελικά ελάττωμα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, στο οποίο επίσης ούτε η ύπαρξη έργων απαλλοτρίωσης κατά τον κρίσιμο χρόνο βεβαιώνεται με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Πρέπει έτσι ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα του τρίτου λόγου της ίδιας αίτησης από τον αυτό αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων, που συνέπραξε ως μάρτυρας στην κατάσχεση του ως άνω ακινήτου και συνυπέγραψε τη σχετική υπ' αριθ.
…/5.7.2001 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, δεν μετέβη στον τόπο της κατάσχεσης και επομένως ψευδώς βεβαιώνεται στην έκθεση αυτή ότι η κατάσχεση του ακινήτου έγινε ύστερα από επιτόπια μετάβαση στο ακίνητο τόσο της δικαστικής επιμελήτριας όσο και των λοιπών συμπραττόντων προσώπων.
Πρέπει έτσι κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση ως προς τον αναιρεσείοντα, ως προς τον οποίο πρέπει ακολούθως να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή διορθωτικά ερμηνεύεται μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 12§4 του ν. 4055/2012 [ΟλΑΠ(σε συμβούλιο) 4/2012].
Ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του, όπως στο διατακτικό ειδικότερα (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί ως προς τον αναιρεσείοντα την υπ' αριθ. 6032/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει ως προς τον αναιρεσείοντα την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Iανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Μαρτίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ