Legislator Case Law & Legislation
469/2012 AI generated

469/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 469/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 469 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 469/2012

Legislator headnote

AI generated

469/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 469 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 469/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 469 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Aριθμός 469/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 7η Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Φ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 813/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6927/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 17-12-2004 αίτησή του. Εκδόθηκε η 475/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 19-7-2011 κλήση του καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λυκούδης διάβασε την από 22-3-2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθ. 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει, όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στην δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, εάν κατά τον κρίσιμο για την μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν απ' αυτήν, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτουμένη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσης, από την οποία πηγάζουν περισσότερες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού ως έννομες συνέπειες της διαρκούς αυτής έννομης σχέσης τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον. Περαιτέρω, το νομικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κ.λπ. ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", η οποία κηρύχτηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις ΥA 16170/1981 και 18749/1981 αντίστοιχα, μεταβλήθηκε με την από 22.12.1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική (ΥΑ 17853/89) για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1.7.1988, σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτής. Με την ΕΣΣΕ αυτή επεκτάθηκαν στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ΝΔ 2593/1953, που είναι μέλη των σωματείων των ανηκόντων στην ΠΟΕΔΗΝ, στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1810/1988. Με το άρθρο 9 της παραπάνω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται. Τούτο έχει την έννοια της διατηρήσεως των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρω αποδοχών και όχι της εξακολουθήσεως και μετά ταύτα του προϊσχύσαντος νομικού καθεστώτος (Ολ.ΑΠ 10/2002, 3/2003).

Συνεπώς, η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παραμένει αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλ. αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη. Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι κατά το κανονιστικό τους μέρος και οι όροι των Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθ. 9 και 16 § 3 ν. 1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και την φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων των μισθωτών για την περίοδο εκείνη. Έτσι, από της ισχύος κάθε νέας Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α. μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν τελεσίδικα αξιώσεις του μισθωτού, στηριζόμενες σε προϊσχύσασες Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενεστέρου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ. Περαιτέρω, το νομικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς "περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κ.λπ. ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ", η οποία κηρύχτηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις ΥA 16170/1981 και 18749/1981 αντίστοιχα, μεταβλήθηκε με την από 22.12.1988 ΕΣΣΕ η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική (ΥΑ 17853/89) για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1.7.1988, σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτής. Με την συλλογική αυτή σύμβαση εργασίας επεκτάθηκαν στο σύνολό τους οι διατάξεις του ν. 1505/1984 περί του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, όπως συμπληρώθηκαν και τροποποιήθηκαν με το ν. 1810/1988, στους εργαζομένους, πλην ιατρών, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της Χώρας, οι οποίοι είναι μέλη των σωματείων που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ, και καταργήθηκαν όλα τα επιδόματα αυτών ανεξάρτητα από την ονομασία και τον τρόπο καταβολής τους. Με το άρθ. 9 της ως άνω ΕΣΣΕ ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές απ' αυτές που καθορίζονται με την συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται, τούτο, όμως, έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εργαζόταν από το έτος 1982 στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, ως φύλακας ασθενών και ότι με την 1451/1991 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί προηγουμένης αγωγής του, κρίθηκε ότι η σχέση εργασίας του δε διέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, αλλά από τις ΣΣΕ και ΔΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ., και επιδίκασε σ' αυτόν διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1-1-1987 έως 30-8-1990 λόγω μη χορηγήσεως από το εναγόμενο της πρόσθετης αμοιβής των δύο (2) ωρών ημερησίως του άρθρου 2 παρ. 3 του ν 201/1975, στηριζόμενο, για τη διαμόρφωση του βασικού του μισθού, στην υπ' αριθμ. 42/1981 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιά, όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 74/1982 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών. Ακολούθως δέχτηκε, ότι από την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση δεν παράγεται δεδικασμένο για τις ασκούμενες με την αγωγή όμοιες αξιώσεις του αναιρεσείοντος του επιδίκου χρονικού διαστήματος από 1-1-1992 έως 31-12-1996, διότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα ίσχυσαν οι από 3-4-1991, 9-6-1993, 21-4-1994, και 2-4-1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., τις οποίες επικαλείται και ο αναιρεσείων για τον προσδιορισμό των αποδοχών του και οι οποίες μετέβαλαν το νομικό καθεστώς με βάση το οποίο έκρινε η εν λόγω τελεσίδικη απόφαση. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τους παραπάνω περί δεδικασμένου ορισμούς του νόμου, καθόσον το από την μνημονευόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραγόμενο δεδικασμένο περιορίζεται στα κριθέντα ζητήματα για την περίοδο στην οποία αυτή αναφέρεται και δεν εκτείνεται αυτό σε γεννηθείσες αξιώσεις μετά την περίοδο εκείνη, αφού οι εν λόγω αξιώσεις θεμελιώνονται σε νέες διατάξεις, δηλαδή στις προαναφερθείσες Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. Το αντίθετο δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι ο όρος 28 της υπ' αριθμ. 42/19981 ΔΑ παραπέμπει στο εκάστοτε ισχύον ημερομίσθιο ασφαλείας του εργατοτεχνίτη, το οποίο καθορίζεται από τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., αφού η παραπομπή αυτή δεν αναιρεί την επερχόμενη με κάθε νέα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. μεταβολή στο πλέγμα των διατάξεων που διέπουν τις απορρέουσες από την επίδικη εργασιακή σχέση έννομες συνέπειες.

Ο αναιρεσείων με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αρ. 1, 8, 14 και 16 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 106, 110, 322, 324, 330 και 331 του Κ.Πολ.Δικ. και 6 παρ. 1 της δια του ΝΔ. 53/74 κυρωθείσης ΕΣΔΑ, και κατ' εσφαλμένην ερμηνεία κι' εφαρμογήν των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 2, 7 παρ. 1, 8 παρ. 1 και 10 παρ. 1 του Ν. 1876/90, εν συνδυασμώ προς τας διατάξεις των παραγράφων 28 της 42/81 Αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς και 12 και 13 της 74/82 Αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών και των άρθρων 680 ΑΚ, 9 της από 22.12.1988 Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ, 1, 2, 3 και 14 της από 21.3.1994 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., και 1, 2, 3 και 18 της από 2.4.1996 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αναφερομένων δικογράφων και της 1451/91 αμετακλήτου αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε αυτεπαγγέλτως ότι δεν υφίσταται το προταθέν δεδικασμένο εκ της 1451/91 αποφάσεως σχετικώς με το δικαίωμα του αναιρεσείοντος ν' αμείβεται "βάσει του προϊσχύοντος της από 22.12.1988 Ε.Σ.Σ.Ε., της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικού καθεστώτος της 42/81 Αποφ. του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς κ.λπ." και δε δέχθηκε ότι η απόφαση αυτή παράγει δεδικασμένο και για το ότι η ένδικη σχέση εργασίας διέπεται από το μισθολογικό καθεστώς της 42/1981 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Πειραιώς και για το μεταγενέστερο κρίσιμο χρονικό διάστημα και όχι από εκείνο της από 22.12.1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ. Ειδικότερα κατά τας αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, στην προκειμένη περίπτωση ιδρύονται οι από τις πιο πάνω διατάξεις του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως, για παραβίαση των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, για παρά τον νόμον λήψη υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων και ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι του ισχυρισμού περί της μη υπάρξεως δεδικασμένου από την 1451/91 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για παρά τον νόμο κήρυξη εκπτώσεως από του δικαιώματος ν' αμείβεται ο αναιρεσείων βάσει του προϊσχύοντος της συμβάσεως της ΠΟΕΔΗΝ μισθολογικού καθεστώτος και για παρά τον νόμο μη παραδοχή δεδικασμένου. Επίσης ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η εφαρμογήν επ' αυτού της 22.12.1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ αντίκειται στο άρθρον 1 του πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας των φυσικών και νομικών Προσώπων, αφού καθιστά χείρονα την θέσιν του και ότι το Εφετείο με τις πιο πάνω παραδοχές του δεν εδίκασε δικαίως και αμερολήπτως και παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, ότι αυτός μεν πρότεινε ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο μόνον ως προς το ύψος του βασικού μισθού, το δε αναιρεσίβλητο ότι υφίσταται δεδικασμένο ως προς αυτό από την 1451/91 απόφαση του Μον. Πρωτ. Αθηνών και, επομένως, την διαφοράν αυτήν και μόνον έπρεπε να λύσει το Δικαστήριο και δεν επετρέπετο από τις διατάξεις των άρθρων 106, 110 και 111 του Κ.Πολ.Δικ. και 6 της ΕΣΔΑ η δημιουργία νέας διαφοράς. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως προς όλα τα μέρη του. Ειδικότερα, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, είναι αβάσιμος, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας ορθώς δέχθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, ότι από την παραπάνω απόφαση δεν υφίσταται δεδικασμένο περί του διέποντος τις αποδοχές του αναιρεσείοντος κατά το επίδικο διάστημα μισθολογικού καθεστώτος. Κατά το μέρος που με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι οι αποδοχές του ενάγοντος κατά την επίδικη χρονική περίοδο (από 1-1-1992 έως 30-11-1996), διέπονται από τις διατάξεις του ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988, η εφαρμογή των οποίων επεκτάθηκε, βάσει της από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε., που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθμ. 17853/4-10-1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, στους εργαζόμενους (πλην ιατρών) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953, και όχι από το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, απορρίπτοντας συνακόλουθα την στηριζομένη σ' αυτό αγωγή του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη, αφού οι επίδικες διαφορές αποδοχών θεμελιώνονται στην μη διαμόρφωση των αποδοχών τoυ με βάση τον καθοριζόμενο από τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΓΣΣΕ βασικό μισθό και στην μη καταβολή των διαφόρων προβλεπομένων από το προηγούμενο μισθολογικό καθεστώς, αλλά καταργηθέντων επιδομάτων, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Ο ίδιος λόγος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο µε τη µη εφαρµογή των ανωτέρω διατάξεων παραβίασε τα άρθρα 6 παρ. 1 εδ. α της ΕΣΔΑ και το άρθρο 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου, που έχουν κυρωθεί µε το ν.δ. 53/1974, είναι αβάσιµoς, διότι, ναι µεν µε τη δεύτερη διάταξη καλύπτονται και τα ενοχικά δικαιώµατα και ειδικότερα απαιτήσεις, που είχαν αναγνωρισθεί µε δικαστική απόφαση ή είχαν γεννηθεί κατά το εθνικό δίκαιο και υπάρχει νόµιµη προσδοκία µε βάση το ισχύον δίκαιο, κατά το χρόνο προσφυγής στο δικαστήριο, ότι µπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1998), όμως οι προϋποθέσεις αυτές δεν συντρέχουν στην προκειµένη περίπτωση, αφού οι διατάξεις αυτές δεν απαγορεύουν την νομοθετική μεταβολή γενομένων ρυθμίσεων. Περαιτέρω, κατά το μέρος που με τον ίδιο λόγο αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί υπάρξεως δεδικασμένου από την υπ' 1451/1991 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω της αντιφατικότητάς του με τον προαναφερόμενο λόγο του αναιρεσείοντος, ότι το εν λόγω δικαστήριο παρά το νόμο δε δέχτηκε δεδικασμένο από την ίδια απόφαση. Επίσης απορριπτέος, ως απαράδεκτος, είναι και κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στο Εφετείο η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, διότι η απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος, με την οποία αυτός προέβαλλε δικαίωμα αμοιβής του με το προηγούμενο της Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ, μισθολογικό καθεστώς, δεν αποτελεί έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως και συνακόλουθα δε θεμελιώνει το λόγο αυτόν.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόµο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγµατα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η λήψη ή µη λήψη υπόψη πραγμάτων από το δικαστήριο της ουσίας στοιχειοθετεί τον απ' αυτή αναιρετικό έλεγχο, όταν έγινε παρά το νόµο. Όμως κατά τις διατάξεις των άρθρων 522, 525, 526 και 536 Κ.Πολ.Δ. µε την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δύναται µετά την παραδοχή λόγου εφέσεως και την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως να ερευνήσει οίκοθεν τη νοµική βασιµότητα της αγωγής ή αιτήµατος αυτής και να την απορρίψει ως µη νόµιµη. Αρκεί προς τούτο να ζητεί την απόρριψη της αγωγής γενικά ο εκκαλών - εναγόµενος και να µην εκδοθεί επιβλαβέστερη γι' αυτόν απόφαση χωρίς έφεση ή αντέφεση του εφεσιβλήτου - ενάγοντος. Εξάλλου η μεταβολή του νομικού καθεστώτος της ΔΑ 42/1981 με τις ισχύουσες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 2-4-1996 και 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, δεν αποτελεί "πράγμα" με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνεται υπόψη μόνο κατόπιν προτάσεως αυτής από τους διαδίκους. Επίσης, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, εφαρμόζοντας το νόμο, δέχεται αυτεπαγγέλτως την μη ύπαρξη δεδικασμένου. Η ρύθμιση αυτή δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 106 του ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση των διαδίκων και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, αφού η ίδια διάταξη προβλέπει περαιτέρω εξαίρεση από την καθιερούμενη με αυτήν αρχή της διαθέσεως της συζητήσεως "αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά". Εξάλλου, η αυτεπάγγελτη έρευνα από τα δικαστήρια για την ύπαρξη, ή όχι, δεδικασμένου και για την νομιμότητα της αγωγής ή των λόγων εφέσεως, δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 110 § 1 ΚΠολΔ, και 6 § 1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα να παρίστανται σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως, να αναπτύσσουν τις απόψεις τους και να δικάζονται δίκαια και αμερόληπτα. Η διασφαλιζόμενη από τις διατάξεις αυτές δικαστική προστασία δεν έχει σχέση με την αυτεπάγγελτη εξέταση της νομιμότητας της αγωγής ή των λόγων εφέσεως από τα δικαστήρια, αφού η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου δεν παραβλάπτει το δικαίωμα των αντιδίκων να προβάλλουν όλες τις αντενστάσεις που τους παρέχει το ουσιαστικό και δικονομικό δίκαιο για την απόκρουση της κρίσεως αυτής του δικαστηρίου. Εποµένως το Εφετείο που, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόµενη απόφαση, μετά την παραδοχή λόγου εφέσεως του αναιρεσιβλήτου εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή ως µη νόµιµη, επειδή οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ρυθμίζονται από την ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ, σύµφωνα µε το γενικό αίτημα του αναιρεσιβλήτου - εναγοµένου περί εξαφανίσεως της πρωτόδικης απόφασης και απορρίψεως της αγωγής, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθµ 8 Κ.Πολ.Δ. πληµµέλεια και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το δεύτερο, από τη διάταξη αυτή του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, κατά το μέρος του με τον οποίο προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι, και την εκδοχή ότι δεν υφίσταται το πιο πάνω δεδικασμένο, το Εφετείο, κατά παράβαση των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 106 του ΚΠολΔ έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα κι' ασκούντα ουσιώδη επίδρασιν στην έκβασιν της δίκης και ειδικότερα την προαναφερόμενη μεταβολή του νομικού καθεστώτος, κατά παράβαση των διατάξεων αυτών που καθιερώνουν και την αρχή της κατ' αντιδικία διαδικασίας, (ανεξαρτήτως του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η μεταβολή του νομικού καθεστώτος δεν αποτελεί "πράγμα"), είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 17 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν η αντίφαση εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και όχι στο αιτιολογικό αυτής ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού. Η αντίφαση δε στο διατακτικό πρέπει να προκαλεί τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με δεδικασμένο. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις διότι, ενώ κατά παραδοχή σχετικού λόγου εφέσεως του αναιρεσείοντος, έκρινε ότι τα κονδύλια της αγωγής που αναφέρονταν σε προσαυξήσεις για εργασία του κατά Κυριακές, αργίες και νύκτες ήταν ορισμένα, και παράλληλα, απορρίπτοντας σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, έκρινε ότι οι επίδικες αξιώσεις του χρονικού διαστήματος 1992-1993, δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή, ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι οι επικαλούμενες αντιφάσεις αναφέρονται στο αιτιολογικό και όχι στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο είναι σαφές και ορισμένο. IV. Kατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε απαράδεκτο από το δικονομικό δίκαιο, δηλαδή στις ενώπιον του δικαστηρίου ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις που καθιστούν άκυρα ή απαράδεκτα τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα, όπως η έφεση (εκπρόθεσμη άσκηση, προσβλητό ή όχι με έφεση απόφασης, ποιοι δικαιούνται σε άσκηση έφεσης) και όσες ακυρότητες, απαράδεκτα ή εκπτώσεις δημιουργούντα κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία. Το απαράδεκτο λόγου έφεσης δεν υπάγεται στην άνω διάταξη, αφού όταν αυτό συντρέχει, η έφεση απορρίπτεται κατ' ουσίαν και όχι ως απαράδεκτη. Εξάλλου, η παράβαση των καθηκόντων, που το άρθρο 116 Κ.Πολ.Δ. επιβάλλει στους διαδίκους, τους νομίμους αντιπροσώπους τους και στους πληρεξουσίους τους, όπως αυτό της τηρήσεως των κανόνων της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών και της αποφυγής ενεργειών που φανερά οδηγούν σε παρέλκυση της δίκης, μπορεί να έχει ως κύρωση την επιβολή χρηματικών ποινών κατά το άρθρο 205 Κ.Πολ.Δ. ή, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, και την επιδίκαση αποζημιώσεως, όχι όμως και το απαράδεκτο της συζητήσεως. Διότι, διαφορετικά, ο διάδικος θα εστερείτο το κατοχυρωμένο από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαίωμα για παροχή έννομης προστασίας, το οποίο, κατά την αδιάστικτη διατύπωση της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως, εξασφαλίζεται ακόμη και στον παραβάτη των επιταγών του άρθρου 116 του Κ.Πολ.Δ.

Στην προκειμένη δε περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο, από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, λόγο αναιρέσεως, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 68, 73, 116, 298, 299, 532 και 533 του Κ.Πολ.Δικ. και 48 του Ν.Δ. 496/74, και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου της εφέσεως του αντιδίκου του, δεν κήρυξε αυτήν άκυρη ως απαράδεκτη, καθόσον, κατά τις προβαλλόμενες αιτιάσεις, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η εφαρμογή του άρθρου 48 του Ν.Δ. 496/74 προϋποθέτει την ύπαρξη των αξιώσεων, διότι, δεν νοείται παραγραφή ανύπαρκτων αξιώσεων, και ο σχετικός με την παραγραφή των αξιώσεών του τρίτος λόγος της εφέσεως του αντιδίκου του, αντιφάσκει προς τους λοιπούς λόγους της εφέσεώς του με τους οποίους υποστηρίζει την μη ύπαρξη των αξιώσεων αυτών και, επομένως, όλοι οι λόγοι της εφέσεως του αντιδίκου έπρεπε ν' απορριφθούν, ως απαράδεκτοι, βάσει του άρθρου 116 του Κ.Πολ.Δικ., διότι είναι αντιφατικοί και αντιβαίνουν, στην αρχήν της καλής πίστεως και του καθήκοντος της αληθείας και ότι το Εφετείο, που δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του αντιδίκου του, υπέπεσε στην πλημμέλειαν της περιπτώσεως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Με το περιεχόμενο αυτό δεν στοιχειοθετείται ο επικαλούμενος από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, αφενός διότι η αναφερόμενη πλημμέλεια αυτή δεν αναφέρεται σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις από δικαιώματα που προέρχονται από παραβίαση δικονομικής διάταξης, αφού, όπως προαναφέρθηκε, όταν συντρέχει το απαράδεκτο λόγου έφεσης, η έφεση απορρίπτεται κατ' ουσίαν και όχι ως απαράδεκτη, αφετέρου δε, η παράβαση των καθηκόντων, που το άρθρο 116 Κ.Πολ.Δ. επιβάλλει στους διαδίκους, δεν έχει ως κύρωση το απαράδεκτο της εφέσεως και, συνεπώς, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

V. Κατά την διάταξη του άρθρου 206 Κ.Πολ.Δ, με την οποία σκοπείται η εξασφάλιση της δικονομικής τάξης και η τήρηση του επιβαλλόμενου μέτρου ευπρεπείας και κοσμιότητας κατά τη σύνταξη των δικογράφων, το δικαστήριο μπορεί ύστερα από αίτηση ενός διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, να διατάξει να διαγραφούν από τα δικόγραφα ή τις προτάσεις των διαδίκων εξυβριστικές ή άλλες ανάρμοστες φράσεις.

Εν προκειμένω από την επισκόπηση των ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου από 21-2-2011 προτάσεων του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι περιέχονται σ' αυτό οι φράσεις: "δι' εμέ και τον υπογράφοντα τας παρούσας πληρεξούσιον Δικηγόρον μου η μη παραδοχή της αναιρέσεώς μου κατά του αντιδίκου δεν θα είναι αποτέλεσμα αμερόληπτου και δικαίας και αντικειμενικής κρίσεως αλλά μεροληπτικής και αδίκου τοιαύτης με προφανή σκοπόν ν' αποφευχθή η επιβάρυνσις του αντιδίκου και να ζημιωθώμεν ημείς, διότι είναι αδιανόητον ανώτατοι Δικασταί να μην αντιλαμβάνονται εκείνο, που όλοι αντιλαμβάνονται ...". Οι φράσεις αυτές είναι ανάρμοστες και υβριστικές, αφού δείχνουν καταφρόνηση προς το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, αφού με αυτές ο αναιρεσείων και ο υπογράφων την αναίρεση πληρεξούσιος Δικηγόρος αποδίδουν, στους Δικαστές που εκδικάζουν την υπόθεση, μεροληψία με σκοπό μάλιστα να ζημιώσουν τον αναιρεσείοντα, και για το λόγο αυτό πρέπει να διαταχθεί η διαγραφή των φράσεων αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-12-2004 (αρ. κατ. 1585/2004) αίτηση του Φ. Κ. για αναίρεση της 6927/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. Και

Διατάσσει τη διαγραφή των περιεχομένων στις από 21-2-2011 προτάσεις του αναιρεσείοντος ανάρμοστων και υβριστικών φράσεων, όπως αυτές αναφέρονται στο σκεπτικό.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Φεβρουαρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ