Legislator Case Law & Legislation
469/2011 AI generated

469/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 469/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η παραίτηση από το ένδικο μέσο μπορεί να γίνει με εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ χωρεί μόνον όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα αφορά σε αιτιολογίες επί ουσιώδους ζητήματος που προκύπτει από την εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και όχι όταν πρόκειται εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι αναφερόμενες στο δεδικασμένο. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Legislator headnote

AI generated

469/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Χ., ενώ οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι Θ. Κ. και Δ. Τ. δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο. Ο προαναφερόμενος δικηγόρος δεν αποδεικνύει, με τους προαναφερθέντες συστατικούς τύπους του άρθρου 96 § 1 του ΚΠολΔ, χορήγηση σ' αυτόν πληρεξουσιότητας από τους απολειπόμενους αναιρεσιβλήτους για να επισπεύσει τη συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχική δικάσιμο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 469 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Η παραίτηση από το ένδικο μέσο μπορεί να γίνει με εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ χωρεί μόνον όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα αφορά σε αιτιολογίες επί ουσιώδους ζητήματος που προκύπτει από την εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και όχι όταν πρόκειται εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι αναφερόμενες στο δεδικασμένο. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αριθμός 469/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Πρωτοβάθμιου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΝΕΑΣ ΣΜΥΡΝΗΣ", ΝΠΔΔ, που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Σκλιβάγκου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Χ. του Κ., 2) Θ. Κ. και 3) Δ. Τ., όλων κατοίκων .... Ο 1ος των αναιρεσιβλήτων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Τσάντη. Οι 2ος και 3ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1474/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 8322/2006 και 5357/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-2-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 31-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I.- Κατά το άρθρο 94 § 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 § 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.

Κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παρά πόδας της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από 24-7-2009 πράξη του Προέδρου του Τμήματος τούτου, ορίστηκε αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της υπόθεσης η 20-4-2010, ενώ με την υπ' αριθμ. 10665Γ'/3-3-2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., με την επίσπευση των αναιρεσιβλήτων, ύστερα από παραγγελία του φερόμενου ως πληρεξουσίου αυτών δικηγόρου Αθηνών Επαμεινώνδα Τσάντη, κλητεύθηκε ο αναιρεσείων Δήμος Νέας Σμύρνης για τη δικάσιμο εκείνη.

Κατά τη δικάσιμο όμως εκείνη, όπως προκύπτει από τα με την ίδια ημερομηνία πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 15-2-2011 με αίτημα του πρώτου αναιρεσιβλήτου. Ο ως άνω δικηγόρος παραστάθηκε κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο ως πληρεξούσιος δικηγόρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ε.

Χ., ενώ οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι Θ. Κ. και Δ. Τ. δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο. Ο προαναφερόμενος δικηγόρος δεν αποδεικνύει, με τους προαναφερθέντες συστατικούς τύπους του άρθρου 96 § 1 του ΚΠολΔ, χορήγηση σ' αυτόν πληρεξουσιότητας από τους απολειπόμενους αναιρεσιβλήτους για να επισπεύσει τη συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχική δικάσιμο.

Κατ' ακολουθίαν, είναι άκυρη η επίσπευση αυτή και η από την δικάσιμο εκείνη αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή της στο πινάκιο για τη δικάσιμο της 15-2-2011 δεν ισχύει ως κλήτευση των ως άνω αναιρεσιβλήτων για την τελευταία αυτή δικάσιμο. Ωστόσο, προσκομίζονται από τον πρώτο αναιρεσίβλητο οι υπ' αριθμ. 11650Γ'/19-11-2010 και 11652Γ'/19-11-2010 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., από τις οποίες προκύπτει ότι ύστερα από παραγγελία του παραπάνω δικηγόρου, που δόθηκε στον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή μετά την αναβολή, επιδόθηκε στους δεύτερο και τρίτο αναιρεσιβλήτους ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με κλήση αυτών να παραστούν στην παρούσα μετά από αναβολή δικάσιμο.

Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατ' αυτήν, ούτε δικηγόρος τους κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, πρέπει, κατά το άρθρο 576 § 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία αυτών.

ΙΙ.- Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο ενεργεί μόνο μετά από αίτηση του διαδίκου, ο οποίος προκαλεί με αγωγή, αίτηση, ένδικο μέσο ή βοήθημα ή εν γένει ένσταση την έναρξη κύριας ή παρεμπίπτουσας δίκης και γενικά την ενέργεια πράξεων του δικαστηρίου.

Αν παρά ταύτα προβεί αυτό αυτεπαγγέλτως σε εκδίκαση της υπόθεσης και έκδοση αποφάσεως αυτή είναι αυτοδικαίως άκυρη. Έλλειψη αίτησης υπάρχει και όταν το δικαστήριο δέχεται, ότι έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής ή ενδίκου μέσου, η οποία, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 295 ΚΠολΔ, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή ή το ένδικο μέσο θεωρείται πως δεν ασκήθηκε.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 297 και 299 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η παραίτηση, ολική ή μερική, από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου, που έχει ασκηθεί, μπορεί να γίνει ή με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση της υποθέσεως ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο εκείνου που παραιτήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη κατάργηση της δίκης.

Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, και το οποίο (έγγραφο) κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο είτε επιδίδεται από τον ένα διάδικο στον άλλο. Με βάση τα ανωτέρω η παραίτηση από το ένδικο μέσο μπορεί να γίνει με εξώδικη δήλωση, εφόσον φέρει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά παράβαση σχετικής δικονομικού περιεχομένου διάταξης. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ε. Χ., που παρίσταται στην παρούσα δίκη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Τσάντη, με την απευθυνόμενη προς τον Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών από 5-4-2006 εξώδικη δήλωση παραιτήθηκε από το δικόγραφο της έφεσής του κατά της υπ' αριθμ. 1474/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η εξώδικη αυτή δήλωση, που επιδόθηκε στον εφεσίβλητο ήδη αναιρεσίβλητο στις 17-4-2006, όπως προκύπτει από την επί του επιδοθέντος σ' αυτόν εγγράφου αυτής επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, υπογράφεται από το δικηγόρο Αθηνών Λουκά Χριστολουκά, στον οποίο κατά τα αναγραφόμενα στη δήλωση, είχε χορηγηθεί ειδική πληρεξουσιότητα δυνάμει του υπ' αριθμ. .../27-3-2006 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Ελατείας Καλομοίρας συζ.

Σπύρου Λιγνού - Πόγκα. Όμως, δεν προσκομίζεται από τους διαδίκους το πληρεξούσιο αυτό έγγραφο και έτσι δεν αποδεικνύεται η πληρεξουσιότητα του δηλώσαντος την παραίτηση δικηγόρου, με συνέπεια να μην αποδεικνύεται η νομιμότητα της εν λόγω παραίτησης. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο του ενδίκου μέσου της εφέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω παραιτήσεως από το δικόγραφο αυτής του εκκαλούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Ε.

Χ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη, κατά δε το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Συνεπώς, ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου. Στην υπόθεση που κρίνεται, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά παράβαση των άρθρων 321 και 322 ΚΠολΔ, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 1977/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. 1361/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκαν επί της από 15-7-1998, προηγούμενης της ένδικης, αγωγής των αναιρεσιβλήτων αναφορικά με το αίτημα αυτής να διαταχθεί ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) να τους κατατάξει σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου που κατείχαν από 27-1-1998 και εφεξής.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 15-7-1998 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (προηγούμενη της ένδικης αγωγής) οι ήδη αναιρεσίβλητοι, ιστορώντας ότι προσλήφθηκαν από τον εναγόμενο Δήμο Ν. Σμύρνης με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, που ο εναγόμενος τις ονόμασε κατ' επίφαση "ορισμένου χρόνου", ενώ επρόκειτο για συμβάσεις αόριστου χρόνου, ζήτησαν, εκτός άλλων, να υποχρεωθεί ο τελευταίος να τους κατατάξει σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στις ειδικότητες που κατείχαν από 27-1-1998 και εφεξής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1977/1999 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, στην οποία δεν υπάρχει διάταξη για το άνω αίτημα της αγωγής. Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1361/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Με την ένδικη από 22-9-2000 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση την ίδια ιστορική αιτία, οι αναιρεσίβλητοι ζήτησαν, εκτός άλλων, να υποχρεωθεί ο τελευταίος να τους κατατάξει σε προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στις ειδικότητες που κατείχαν από 27-1-1998 και εφεξής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το άνω αίτημα ως απαράδεκτο λόγω δεδικασμένο. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με το αίτημα αυτό, κρίθηκε ότι από τις υπ' αριθμ. 1977/1999 και 1361/2000 ως άνω αποφάσεις δεν προκύπτει δεδικασμένο για το προαναφερόμενο αίτημα, διότι το αίτημα αυτό παρέμεινε αδίκαστο από το Δικαστήριο που εξέδωσε την παραπάνω 1977/1999 απόφαση.

Και συνεχίζει το Εφετείο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι υπάρχει δεδικασμένο και ως προς το αίτημα αυτό, το οποίο επαναφέρθηκε προς εκ νέου κρίση με την ένδικη από 22-9-2000 αγωγή, και το απέρριψε για το λόγο αυτό ως απαράδεκτο, έσφαλε. Ακολούθως, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, εκτός άλλων, υποχρέωσε τον εναγόμενο να κατατάξει τους ενάγοντες σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου από 27-1-1998.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις περί δεδικασμένου προαναφερόμενες διατάξεις και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με την απόρριψη παντελώς αναιτιολόγητα της νομίμως προταθείσας ένστασής του περί υπάρξεως δεδικασμένου από τις προαναφερόμενες αποφάσεις για το ανωτέρω ζήτημα, που αποτελεί αίτημα και της ένδικης αγωγής.

Όμως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ χωρεί μόνον όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα αφορά σε αιτιολογίες επί ουσιώδους ζητήματος που προκύπτει από την εφαρμογή κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και όχι όταν πρόκειται εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι αναφερόμενες στο δεδικασμένο (ΚΠολΔ 321 επ.).

Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος του αναιρετηρίου από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων Δήμος Νέας Σμύρνης, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων με αντικείμενο, εκτός άλλων, και την κατάταξή τους σε προσωρινές προσωποπαγείς θέσεις ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, ισχυρίστηκε με τις κατατεθείσες ενώπιον του Εφετείου έγγραφες προτάσεις του, όπως από αυτές προκύπτει, ότι υφίσταται δεδικασμένο από τις υπ' αριθμ. 2493/2001 και 2747/2002 αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (που δίκασε αιτήσεις των αναιρεσιβλήτων κατά παραπομπή του Συμβουλίου της Επικρατείας), οι οποίες απέρριψαν την υπ' αριθμ. 726/2000 προσφυγή των αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, ως και την από 19-12-1997 αίτησή τους περί ακυρώσεως της υπ' αριθμ. 3786/1997 πράξης του Γενικού Γραμματέα Περιφερείας Αττικής, με την οποία αυτός δεν επικύρωσε την υπ' αριθμ.125/1997 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος.

Ότι με την τελευταία αυτή απόφαση είχε αποφασιστεί η κατάταξή τους, η οποία έτσι ακυρώθηκε αμετάκλητα ως μη νόμιμη. Και ότι κωλύεται το πολιτικό δικαστήριο να εξετάσει παρεπιμπτόντως τη νομιμότητα της σχετικής πράξης της διοικήσεως. Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των άνω αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, η μεν 2747/2002 απόφαση δεν αφορά αίτηση των αναιρεσιβλήτων, η δε 2493/2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που εκδόθηκε επί αιτήσεως, εκτός άλλων, και των αναιρεσιβλήτων Θ.

Κ. και Ε. Χ. (όχι και του Δ. Τ.), απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη λόγω μη νομιμοποιήσεως του υπογράψαντος αυτήν δικηγόρου Νικολάου Αντωνοπούλου. Επομένως, το Εφετείο που δεν απάντησε στον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8, γι' αυτό και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις παραπάνω αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος, διότι οι αποφάσεις αυτές αποτελούν διαδικαστικά έγγραφα και όχι αποδεικτικά έγγραφα.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ως προς το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων λήφθηκαν υπόψη, εκτός άλλων, και "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν" σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, δεν γεννάται αμφιβολία περί λήψεως υπόψη και εκτιμήσεως από το Εφετείο και των κατωτέρω αποδεικτικών εγγράφων, ήτοι:

της υπ' αριθμ. 125/1997 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Ν. Σμύρνης, της υπ' αριθμ. 3786/1997 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, του από 15-1-1998 πορίσματος - έκθεσης ελέγχου του Επιθεωρητού Συμβούλου του ΑΣΕΠ Ε. Β., της υπ' αριθμ. πρωτ. 23325/1997 προσφυγής του άνω Δήμου κατά της υπ' αριθμ. 3786/1997 ως άνω απόφασης, της από 19-12-1997 αίτησης των αναιρεσιβλήτων Θ.

Κ., Ε. Χ. και άλλων προσώπων, της από 19-12-1997 αίτησης 19 καταταχθέντων συμβασιούχων περί ακυρώσεως της πιο πάνω απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, της υπ' αριθμ. 255/2001 απόφασης του Δημοτικού Συμβουλίου Ν. Σμύρνης, των από 2244 και 2245/2003 αποφάσεων του Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, καθώς και βεβαιώσεων του Διοικητικού Τμήματος του Δήμου Ν.

Σμύρνης. Επομένως, ο αντίθετος αληθώς από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, και όχι από τον αρ. 1, λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων Δήμος στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 281 § 2 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (Κυρωτικός Ν. 3463/2006).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-2-2009 αίτηση του Δήμου Νέας Σμύρνης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5357/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ε. Χ., τα οποία ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ