Legislator Case Law & Legislation
469/2010 AI generated

469/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 469/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

469/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης προσκομίζουν τις .../17-2-2009 και .../17-2-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθήνας ..., από τις οποίες προκύπτει ότι επιδόθηκε αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και κλήση για συζήτηση στις ως άνω προσθέτως παρεμβάσεις.

Keywords

AI generated
agricultural markets agricultural law common flat-rate scheme for farmers agricultural structural funds agricultural direct payments aid in the agricultural sector
AI generated
1372/2014
Διεκδικητική αγωγή για αναγνώριση κυριότητας και καταβολής της αξίας του πράγματος λόγω αδυναμίας αποδόσεως ένεκα της καταλείψεως του από ανεγερθείσα οικοδομή. Άρθρα 1094, 1098 εδ α, 1099 ΑΚ. Η οικεία περί αποζημιώσεως αξίωση υπόκειται σε 20ετή παραγραφή, ενώ η από το 1099 αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για την περίπτωση που συντρέχει περίπτωση αδικοπραξίας στην παραγραφή του 937 ΑΚ.
1698/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-10-1996 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4169/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 3008/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των παραπάνω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 3-3-2008 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικες παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 12-5-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
2162/2014
Αγροτικός κλήρος.
1271/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4583/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4822/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 15-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1616/2023
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 653/2018 μη οριστική, 131/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2021 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-10-2021 αίτησή τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 469 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 469/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, 3. Χ3, 4. Χ4, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του ΑΑ και της πρώτης και δι' εαυτήν ατομικώς 5. Χ5, 6. Χ6, 7. Χ7 και 8. Χ8, κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαδάκο.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ..., 3. Ψ3, κατοίκου ..., 4. Ψ4, κατοίκου ..., 5. Ψ5, κατοίκου ..., 6. Ψ6, κατοίκου ..., και 7. Ψ7, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παντελή Ησαΐογλου.

Των προσθέτως παρεμβαινόντων: α) Ψ8 και Ψ9, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε α) με την από 7-1-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, β) με την 8-12-2004 προσεπίκληση και παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και γ) με την από 19-9-2005 πρόσθετη παρέμβαση της Ψ8 και Ψ9, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4796/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 4741/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-9-2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 4-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 82 παρ. 3 του ΚΠολΔ αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς την παρ. 3 του άρθρου 81 του ίδιου Κώδικα λαμβανόμενη, η οποία ορίζει, ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, προκύπτει σαφώς, ότι η κλήση προς συζήτηση της αναιρέσεως που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο της αναιρέσεως είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 ΚΠολΔ), πρέπει να επιδίδεται και προς τον μη εμφανισθέντα κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, έχοντα κατ' αμφοτέρους τους βαθμούς την ιδιότητα του προσθέτως υπέρ κάποιου από τους κυρίους διαδίκους παρεμβάντος, για να ενημερώνεται αυτός περί της εξελίξεως της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, διότι αυτός είναι διάδικος, χωρίς δε την κλήτευση αυτού, παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, ειδική εφαρμογή της οποίας περιέχουν οι αναφερθείσες διατάξεις, αλλιώς δημιουργείται απαράδεκτα της συζητήσεως της αναιρέσεως, το οποίο ως αναφερόμενο στην προδικασία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά της του οικείου πινακίου δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι προσθέτως παρεμβάντες ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας όγδοη και ένατη των αναιρεσιβλήτων Ψ8 και Ψ9. Βέβαια η αναίρεση δεν έπρεπε να απευθύνεται και κατά των ως άνω υπέρ των αναιρεσειόντων προσθέτως παρεμβάντων, πλην όμως η απεύθυνση αυτή εκτιμάται ως κλήση αυτών στην προκειμένη δίκη της αναίρεσης.

Οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης προσκομίζουν τις .../17-2-2009 και .../17-2-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθήνας ..., από τις οποίες προκύπτει ότι επιδόθηκε αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και κλήση για συζήτηση στις ως άνω προσθέτως παρεμβάσεις.

Επομένως, αφού οι απολειπόμενες παρεμβάσεις κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα και δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους πρέπει παρά την απουσία τους η συζήτηση να προχωρήσει. Προϋπόθεση της κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ είναι η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και την όμοια νομή του δικαιοπαρόχου του (άρθρ. 1051 ΑΚ), εφόσον είχε γίνει, με νόμιμο τρόπο, καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας.

Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος.

Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική των πιο κάτω εδαφικών τμημάτων αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων δέχθηκε τα εξής: Με το .../24-5-1969 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Μάριου Λέων. Πολέμη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αχαρνών στον τόμο ...

με αριθμό 71, που υπεγράφη μεταξύ αφενός του ΒΒ και αφετέρου α) του πρώτου ενάγοντος - ήδη πρώτου εφεσίβλητου (Ψ1) και β) του ΓΓ-άμεσου δικαιοπαρόχου των δευτέρου, τρίτης και τέταρτης των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων και απώτερου των λοιπών, ο πρώτος πώλησε και παρέδωσε στους δυο τελευταίους και κατά - ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ένα αγροτεμάχιο κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., επιφάνειας 6.000 τμ.

όπως αυτό απεικονίζεται με τα στοιχεία αβγδα στο συνοδεύον το εν λόγω συμβόλαιο από μηνός Μαΐου 1969 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., και το οποίο σύμφωνα με το προαναφερόμενο συμβόλαιο συνορεύει Βόρεια επί πλευράς ΑΒ μήκους 98, 50 μέτρων με ιδιοκτησία ..., Νότια επί πλευράς ΓΔ μήκους 77, 30 μέτρων με συνεχόμενη ιδιοκτησία του πωλητή ΒΒ, Ανατολικά επί πλευράς ΑΔ μήκους 61,70 μέτρων με ιδιοκτησία ...και Δυτικά επί πλευράς ΒΓ μήκους 80,20 μέτρων με ιδιοκτησία ΓΓ.

Το ακίνητο αυτό αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου επιφάνειας 22 στρεμμάτων, το οποίο είχε περιέλθει κατά κυριότητα στον πωλητή (ΒΒ) λόγω προικός (διατετιμημένης) από τον πεθερό του ..., δυνάμει του .../19-1-1966 προικοσυμβολαίου του Συμβολαιογράφου Ελευσίνας Ευαγγ. Κ. Τσαγκαρούλη, που έχει μεταγραφεί νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αχαρνών στον τόμο ...

με αριθμό 374. Στις 20-7-1993 ο εκ των προαναφερομένων αγοραστών ΓΓ απεβίωσε και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου: από τους παραπάνω δεύτερο, τρίτη και τέταρτη εναγόντες - ήδη εφεσίβλητους (τέκνα του), και από τη σύζυγο του σε δεύτερο γάμο ΔΔ και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα. Οι εν λόγω τρεις ενάγοντες - εφεσίβλητοι (τέκνα του) αποδέχθηκαν την κληρονομιά του πατέρα τους δυνάμει της .../19-7-01 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Δημ.

Λάτσου δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αχαρνών στον τόμο ... με αριθμό 10, στην οποία περιλαμβάνεται και το 1/2 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω ακινήτου που είχε αποκτήσει με το .../1969 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Στις 21-7-1995 απεβίωσε και η προαναφερόμενη σε δεύτερο γάμο σύζυγος του ΔΔ, η οποία κατέλιπε την .../3-7-1995 ενώπιον της Συμβ/φου Μαραθώνος Άννας Αργυριάδου - Σκουτέρη δημόσια διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το 3655 πρακτικό, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους της στο παραπάνω 1/4 εξ αδιαιρέτου ποσοστό, του ως άνω ακινήτου που είχε κληρονομήσει από τον, κατά τ' ανωτέρω, προαποβιώσαντα σύζυγο της (ΓΓ) τις τρεις τελευταίες ενάγουσες (κόρες της από τον πρώτο της γάμο) και ήδη πέμπτη, έκτη και έβδομη εκ των εφεσίβλητων, και κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου την κάθε μία.

Στη συνέχεια οι τελευταίες, δυνάμει της .../12-12-01 ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξ. Αντ. Αθανασίου δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αχαρνών στον τόμο ... με αριθμό 347, αποδέχθηκαν την εν λόγω κληρονομιά της μητέρας τους, με την ίδια δε πράξη αποδοχής αποδέχθηκαν για λογαριασμό της τελευταίας κατά τ' ανωτέρω την κληρονομιά που εκείνη είχε αποκτήσει από τον προαναφερόμενο σύζυγο της.

Από το έτος 1969 που πραγματοποιήθηκε η αγοραπωλητήρια σύμβαση, ο πρώτος ενάγων και ήδη πρώτος εφεσίβλητος (Ψ1) και ο δικαιοπάροχος των λοιπών εναγόντων και ήδη δεύτερου, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης, έκτης και έβδομης των εφεσίβλητων (ΓΓ) νεμόταν το παραπάνω ακίνητο με καλή πίστη, διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο (το 12379/1969 νομίμως μεταγραφέν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο) συνεχώς και αδιαλείπτως για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, άλλως μόνο με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανέναν.

Συγκεκριμένα καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, από την αγορά του κατά το έτος 1969, μέχρι τουλάχιστον το έτος 1991, το επισκέπτονταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα, το επόπτευε και διαφύλασσε τα όρια του, κυρίως ο δεύτερος εκ των συγκυρίων ΓΓ, ο οποίος διέθετε μεγάλη κτηματική περιουσία στην εν λόγω περιοχή, μεγάλο μέρος της οποίας κατασχέθηκε αναγκαστικά και εκπλειστηριάσθηκε με επίσπευση της πρώτης συζύγου του, στο οποίο όμως δεν περιλαμβανόταν και το εν λόγω ακίνητο (βλ.

τις προσκομιζόμενες .../1-11-72 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακινήτου του δικ. Επιμελητή Αθηνών ...". Το .../31-1-74 επαναληπτικό πρόγραμμα του ίδιου δικαστικού επιμελητή και την .../30-4-74 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης του Συμβ/φου Αθηνών Χαρ. Στασινόπουλου), και ο οποίος στην επιθυμία του να πωλήσει το μερίδιο του, είχε μεταφέρει επανειλημμένως και το είχε υποδείξει στο μάρτυρα των εναγόντων που εξετάσθηκε πρωτοδίκως ..., πολιτικό μηχανικό, τον οποίο και συμβουλευόταν αναφορικά με τις αγοροπωλησίες που πραγματοποιούσε.

Τις πράξεις αυτές τεκμαίρεται ότι τις ασκούσε και λογαριασμό του ετέρου εκ των συγκυρίων Ψ1) αφού δεν αποδείχθηκε ότι τις ασκούσε αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό, πράγμα το οποίο άλλωστε ούτε οι ίδιοι οι έξι τελευταίοι ενάγοντες ισχυρίζονται. Μετά τον επελθόντα κατά το έτος 1993 θάνατο του, η νομή του περιήλθε αυτοδικαίως στους άνω κληρονόμους του (αρθ. 983 ΑΚ), οι οποίοι συνέχισαν να το νέμονται κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και ο προαναφερόμενος δικαιοπάροχος τους.

Μάλιστα το 1/2 εξ αδιαιρέτου ποσοστό που κληρονόμησαν το συμπεριέλαβαν στις δηλώσεις φόρου κληρονομιάς που υπέβαλαν στην αρμόδια ΔΟΥ το έτος 1994, και στις δηλώσεις της ακίνητης περιουσίας τους. Έτσι οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι του εν λόγω ακινήτου και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 12/24 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος, κατά 3/24 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους δεύτερο, τρίτη και τέταρτη, και κατά 1/24 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία από τις πέμπτη, έκτη και έβδομη τόσο με παράγωγο τρόπο (αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ο πρώτος και κληρονομική διαδοχή οι λοιποί) όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία) αφού εκείνοι και οι δικαιοπάροχοι τους άμεσοι και απώτεροι το νεμήθηκαν με καλή πίστη, νόμιμο τίτλο, και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας, άλλως μόνο με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας.

Και ενώ έτσι είχαν τα πράγματα περί το τέλος του έτους 1993 οι έξι πρώτοι εναγόμενοι και περί τα μέσα του 1996 ο έβδομος τούτων, κατέλαβαν τρία συνεχόμενα τμήματα του άνω ακινήτου των εναγόντων που καταλαμβάνουν ολόκληρη τη δυτική του πλευρά, τα οποία και αρνούνται ν' αποδώσουν στους ενάγοντες παρά τις σχετικές οχλήσεις των τελευταίων.

Ειδικότερα Α) οι πρώτος και δεύτερη εξ αυτών κατέλαβαν ένα τμήμα κείμενο στο νοτιοδυτική πλευρά του μείζονος ακινήτου, επιφάνειας 446 τμ. το οποίο απεικονίζεται στο προαναφερόμενο σχεδιάγραμμα με τα στοιχεία δεΓζδ και συνορεύει νοτίως επί πλευράς Γε μήκους 22, 40 μέτρων με ιδιοκτησία ΒΒ, Βορείως επί πλευράς δζ μήκους 26, 20 μέτρων με συνεχόμενο τμήμα που καταλήφθηκε από τους τρίτο, τέταρτη, πέμπτο και έκτη εκ των εναγομένων, ανατολικώς επί πλευράς εδ μήκους 19, 30 μέτρων με υπόλοιπο τμήμα του μείζονος ακινήτου και δυτικώς επί πλευράς Γζ μήκους 20, 40 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου (πρώην ιδιοκτησία ΓΓ) Β) οι τρίτος, τέταρτη, πέμπτος και έκτη κατέλαβαν έτερο τμήμα όμορο του αμέσως παραπάνω και βορείως αυτού κείμενο, επιφάνειας 504 τμ., όπως το τμήμα αυτό απεικονίζεται στο άνω σχεδιάγραμμα με τα στοιχεία γδζηγ και συνορεύει βορείως επί πλευράς ηγ μήκους 29, 80 μέτρων με ιδιωτική οδό, νοτίως επί πλευράς ζδ μήκους 26, 80 μέτρων με το αμέσως παραπάνω καταληφθέν τμήμα, ανατολικώς επί πλευράς γδ μήκους 18, 10 μέτρων με υπόλοιπο τμήμα του μείζονος ακινήτου και δυτικώς επί πλευράς ηζ μήκους 17, 45 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου (πρώην ιδιοκτησία ΓΓ και Γ) ο έβδομος εναγόμενος κατέλαβε έτερο τμήμα κείμενο ακόμα βορειότερα των αμέσως δύο παραπάνω καταληφθέντων τμημάτων και σε επαφή με την άνω ιδιωτική οδό, επιφάνειας 1.085 τμ., όπως το τμήμα αυτό απεικονίζεται στο άνω σχεδιάγραμμα με τα στοιχεία Βαβθα και συνορεύει βορείως επί πλευράς Βα μήκους 39 μέτρων με ιδιοκτησία ...

νοτίως επί πλευράς μήκους 31, 50 μέτρων με την παραπάνω ιδιωτική οδό, ανατολικώς επί πλευράς αβ μήκους 28 μέτρων υπόλοιπο τμήμα του μείζονος ακινήτου και δυτικώς πλευράς Βθ μήκους 36,20 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου (πρώην ιδιοκτησία ΓΓ). Σημειωτέον ότι επί των καταληφθέντων αυτών τμημάτων του μείζονος ακινήτου οι μεν έξι πρώτοι εναγόμενοι ανήγειραν έκτοτε αυθαίρετα και χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής, κτίσματα, τα οποία χρησιμοποιούν ως κατοικίες, ενώ ο έβδομος τούτων ανήγειρε, επίσης αυθαίρετα και χωρίς την απαιτούμενη οικοδομική άδεια, ιδιωτικό ναό.

Όλοι οι προαναφερόμενοι εναγόμενοι είχαν προβάλλει πρωτοδίκως τον ισχυρισμό, τον οποίο επαναφέρουν με τις εφέσεις τους, ότι τα εδαφικά αυτά τμήματα ανήκουν στην κυριότητα τους, διότι τα απέκτησαν κυρίως με παράγωγο τρόπο, αφού τα αγόρασαν με τ' αναφερόμενα στις προτάσεις τους νομίμως μεταγραφέντα αγοραπωλητήρια συμβόλαια του έτους 1993 οι έξι πρώτοι και του έτους 1996 ο έβδομος, από τον αληθινό κύριο ΕΕ, ο οποίος τα είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία, διότι τα νεμόταν περισσότερο από τριάντα χρόνια πριν από τη μεταβίβαση τους σ' αυτούς, διαφορετικά με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία.

Από τα αποδεικτικά στοιχεία που προεκτέθηκαν αποδεικνύεται πράγματι ότι ο προαναφερόμενος ΕΕ με τα παρακάτω αναφερόμενα και νομίμως μεταγραφέντα αγοραπωλητήρια συμβόλαια του Συμβ/φου Περιστερίου Αττικής Βασιλ. Παν. Καμπόλη-Γαλαντόμη φέρεται να πωλεί και να μεταβιβάζει κατά κυριότητα α) το πρώτο από τα παραπάνω εδαφικά τμήματα επιφανείας 446 τμ.

στους πρώτο και δεύτερη εκ των εναγομένων και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, με το .../16-5-93 συμβόλαιο, β) το δεύτερο επιφάνειας 504 τμ. και κατά ποσοστό 2/5 εξ αδιαίρετου και κατ ισομοιρία στους τρίτο και τέταρτη και κατά 3/5 εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία στον πέμπτο και έκτη, με τα ... και .../29-7-93 αντίστοιχα συμβόλαια και γ) το τρίτο επιφάνειας 1.085 τμ.

κατά πλήρη κυριότητα στον έβδομο τούτων με το .../22-5-96 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Σύμφώνα δε και με δήλωση του άνω πωλητή που περιέχεται στα εν λόγω αγοραπωλητήρια συμβόλαια, τα πωληθέντα αυτά εδαφικά τμήματα φέρεται να έχουν περιέλθει κατά κυριότητα στον τελευταίο με έκτακτη χρησικτησία. Όμως δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας ότι κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι εν λόγω αγοραπωλητήριες συμβάσεις ο παραπάνω πωλητής (ΕΕ) ήταν πράγματι κύριος των πωληθέντων εκ μέρους του, ως άνω, εδαφικών τμημάτων, αφού όπως προεκτέθηκε, νομή στο μείζον ακίνητο των 6.000 τμ.

στο οποίο περιλαμβάνονταν και τα προαναφερόμενα εδαφικά τμήματα, ασκούσαν από το έτος 1969 και εφεξής οπότε το αγόρασαν μέχρι τουλάχιστον το 1991, οι προαναφερόμενοι αγοραστές Ψ1 (πρώτος των εναγόντων) και ΓΓ (δικαιοπάροχος των λοιπών). Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου προκύπτει από τα αποδεικτικά στοιχεία που προεκτέθηκαν και ενισχύεται ακόμα περισσότερο και από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων (...) ενώ δεν αναιρείται από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων οι οποίες είναι απολύτως αντιφατικές μεταξύ τους και τις οποίες το δικαστήριο δεν κρίνει πειστικές.

Ειδικότερα ο πρώτος τούτων (...) κατέθεσε ότι τα εν λόγω εδαφικά τμήματα ήταν του ΕΕ (δικαιοπαρόχου των εναγομένων) διότι τα αγόρασε άτυπα ο τελευταίος, μεταξύ των ετών 1972 - 1975, από τον ΓΓ (δικαιοπάροχο των έξι τελευταίων εναγόντων) (γεγονός σημειωτέον το οποίο ούτε οι ίδιοι οι εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν), μάλιστα ο ίδιος (ο μάρτυρας), όπως καταθέτει, ήταν παρών κατά τις διαπραγματεύσεις που έγιναν μεταξύ τους και κατά την οριοθέτηση που επακολούθησε, ενώ ο δεύτερος (...) αναιρώντας τα όσα κατέθεσε ο πρώτος, βεβαιώνει ότι τα ακίνητα αυτά ήταν του ΕΕ διότι αυτός από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 τα είχε περιφράξει και διατηρούσε ζώα εντός αυτών, χωρίς να δίδει οποιαδήποτε λογική εξήγηση στα όσα αντίθετα κατέθετε ο πρώτος.

Πρέπει όμως να τονιστεί ότι αντίκειται στην κοινή λογική και δεν είναι δυνατόν να γίνει πιστευτό από το Δικαστήριο το γεγονός που βεβαιώνει ο τελευταίος αυτός μάρτυρας, ότι δηλαδή από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ο ΕΕ είχε περιφράξει και νεμόταν τα επίδικα στα οποία διατηρούσε και ζώα, τη στιγμή που, όπως προεκτέθηκε, η αγοροπωλητήρια σύμβαση μεταξύ του ΒΒ και του πρώτου ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου των λοιπών εναγόντων ΓΓ για την οποία υπεγράφη μεταξύ τους το παραπάνω .../1969 συμβόλαιο και συντάχθηκε το από μηνός Μαΐου 1969 τοπογραφικό του πολιτικού μηχανικού ..., στην οποία περιλαμβάνονταν και τα προαναφερόμενα εδαφικά τμήματα, πραγματοποιήθηκε πολύ μεταγενέστερα και δη κατά το έτος 1969, ενώ εξάλλου προξενεί απορία στο Δικαστήριο το γεγονός ότι όλες οι παραπάνω αγοραπωλητήριες συμβάσεις που πραγματοποίησε με τους εναγομένους ο ΕΕ έλαβαν χώρα μετά το θάνατο του ΓΓ, και μάλιστα οι πρώτες εξ αυτών (...

και .../29-7-1993 αγοροπωλητήρια συμβόλαια) μόλις εννέα ημέρες μετά το θάνατο του. Επομένως κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι παραπάνω αγοραπωλητήριες συμβάσεις (1993 και 1996) ο δικαιοπάροχος των εναγομένων (ΕΕ) δεν ήταν κύριος των εν λόγω εδαφικών τμημάτων και ως εκ τούτου οι τελευταίοι δεν κατέστησαν κύριοι αυτών με παράγωγο τρόπο, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται, αφού κατ' αρθ. 1033 ΑΚ, απαραίτητη προϋπόθεση για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο αποτελεί η ύπαρξη κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, ενώ εξάλλου δεν μπορεί να γίνει λόγος για κτήση της κυριότητας με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, αφού για μεν την τακτική χρησικτησία δεν επικαλούνται την ύπαρξη νομίμου τίτλου στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου τους, δεδομένου ότι η δική τους αποκλειστική νομή δεν αρκεί για τη συμπλήρωση δεκαετίας μέχρι την κατά το έτος 2002 άσκηση της ένδικης αγωγής, για δε την έκτακτη διότι δεν αποδείχθηκε εικοσαετής νομή στα επίδικα των ιδίων και του άνω δικαιοπαρόχου τους.

Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε σχετικό λόγο έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει σχετικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι είχαν αποκτήσει την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων με τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία και είχε δεχτεί την ένδικη αγωγή. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού οι αναιρεσείοντες δεν είχαν συμπληρώσει στο πρόσωπό τους το χρόνο της τακτικής χρησικτησίας και δεν μπορούσαν να συνυπολογίσουν νομή του δικαιοπαρόχου τους, αφού αυτός δεν νέμονταν με τα αυτά προς αυτούς προσόντα χρησικτησίας.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο πρώτος, μέρος, πρώτο λόγος της αίτησης με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως διαλαμβάνει προδήλως εσφαλμένη και καταδήλως ανακριβή αιτιολογία επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή εις την έκβαση της δίκης, ήτοι επ' αυτής καθ' εαυτής της περιγραφής και οριοθετήσεως των επιδίκων ακινήτων τους και της αντιπαραβολής αυτών προς το επικαλούμενο από τους αντιδίκους πρώην, δήθεν μείζον, ακίνητο τους, εις την αυτή περιοχή "..." ..., είναι αβάσιμος, διότι ναι μεν προκειμένου για αναγνωριστική ή διεκδικητική αγωγή της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται για να είναι ακριβής η περιγραφή του ακινήτου ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του, να προσδιορίζεται η θέση, τα όρια του και ο προσανατολισμός των πλευρών του, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να εντοπίζεται αυτό επακριβώς και να διαχωρίζεται από τα γειτονικά εδάφη, εάν δε το ακίνητο αναφέρεται ότι αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, θα πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς τα όρια που το διαχωρίζουν από τη μεγαλύτερη έκταση, ώστε να προκύπτει ποίο συγκεκριμένο τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης καταλαμβάνει αυτό, τέτοια όμως περιγραφή περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού το μείζον ακίνητο περιγράφεται ως ένα αγροτεμάχιο κείμενο στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., επιφάνειας 6.000 τμ.

όπως αυτό απεικονίζεται με τα στοιχεία αβγδα στο συνοδεύον το εν λόγω συμβόλαιο από μηνός Μαΐου 1969 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., και το οποίο σύμφωνα, με το προαναφερόμενο συμβόλαιο συνορεύει Βόρεια επί πλευράς ΑΒ μήκους 98,50 μέτρων με ιδιοκτησία ..., Νότια επί πλευράς γδ μήκους 77,30 μέτρων με συνεχόμενη ιδιοκτησία του πωλητή ΒΒ, Ανατολικά επί πλευράς ΑΔ μήκους 61, 70 μέτρων με ιδιοκτησία ...

και Δυτικά επί πλευράς ΒΓ μήκους 80, 20 μέτρων με ιδιοκτησία ΓΓ, τα δε επίδικα τμήματα αυτού που κατέχονται από τους εναγομένους περιγράφονται σαφώς και λεπτομερώς, κατά τα προεκτιθέμενα, ώστε να μη γεννάται καμμία αμφιβολία για την ταυτότητά τους.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από την πρώτη από αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει και όχι όταν, από την αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο, το οποίο θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικούς ανέλεγκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, μέρος δεύτερο, λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το από μηνός Μαΐου 1969 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., το οποίο καμία σχέση δεν έχει με όσα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται, και το οποίο μάλιστα η ίδια απόφαση ρητώς προσδιορίζει και εξατομικεύει ως το κρίσιμο δια την οριοθέτηση και ακριβή περιγραφή απάντων των επιδίκων ακινήτων αποδεικτικό έγγραφο.

Με τέτοιο περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα διαγνωστικό κατά την ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου το οποίο και συγκροτεί τον από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ: "το δικαστήριο μπορεί να διορίσει έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει πως πρόκειται, για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου: "το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης".

Η χρησιμοποίηση στο μεταγλωττισμένο στη δημοτική κείμενο της τελευταίας διάταξης της λέξης "ειδικές" αντί της λέξης "ιδιάζουσες", οφείλεται σε εσφαλμένη μεταγλώττιση από το κείμενο της καθαρεύουσας, στο οποίο χρησιμοποιείται η λέξη "ιδιάζουσα". Έτσι ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 3 εδαφ. τελευταίο του ν. 1406/1983, λόγω της νοηματικής διαφοράς που προκύπτει, το αρχικό κείμενο της διάταξης που είναι διατυπωμένο στην καθαρεύουσα.

Από τις αμέσως πιο πάνω παρατιθέμενες διατάξεις του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Επομένως αν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς σχετικού αιτήματος αυτού δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1960/2006).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο απέρριψε με ανεπαρκή αιτιολογία το αίτημα αυτών να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη για την ταυτότητα των διεκδικουμένων ακινήτων. Όμως, αφού δεν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν να γίνουν αντιληπτά ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η απόρριψη του σχετικού αιτήματος των αναιρεσειόντων δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης (κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ) και επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ "η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται, εάν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή και των δικαιοπαρόχων του ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του κατά τις περί δικαίου τις ηθικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 17/1995 Ολ.ΑΠ 7/2002, ΑΠ 558/2004, ΑΠ 1830/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, τα περιστατικά που πρόβαλαν πρωτοδίκως οι αναιρεσείοντες και επανέφεραν στο Εφετείο με λόγο έφεσής τους προς απόκρουση της ένδικης αγωγής είναι τα εξής: "Τόσον ο πρώτος των εναγόντων όσο και ο δικαιοπάροχος των υπολοίπων εναγόντων, οι οποίοι αμφότεροι ουδέποτε ετόλμησαν να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα της ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου μας επί των επιδίκων αγροτεμαχίων, ήδη όταν διαπραγματευόμασταν την αγορά τους με αυτόν, εγνώριζαν άριστα τον αείμνηστο ΕΕ, εγνώριζαν άριστα την ιδιοκτησία του επί των επιδίκων αγροτεμαχίων και συνεπώς η άσκηση της παρούσης αγωγής όχι μόνο λόγω της επί τόσα έτη αδράνειας αυτών, αλλά κυρίως λόγω της αντιφατικής συμπεριφοράς τους (venire contra factum proprium), και των οπωσδήποτε ανεπιεικών αποτελεσμάτων αυτής, συνιστά καταχρηστική άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, ήτοι κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 281 του Αστικού Κωδικός προφανώς υπερβαίνουσα τα όρια τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, δεδομένου ότι άπαντες εμείς τυγχάνοντες πρόσφυγες ομογενείς από την πρώην Σοβιετική Ένωση, όχι μόνο καταβάλαμε το τίμημα της αγοραπωλησίας των επιδίκων αγροτεμαχίων, αλλά και δια προσλήψεως δικηγόρου δια τον απαιτούμενο έλεγχο και με συμβολαιογραφικό έγγραφο αγοράσαμε ταύτα και βεβαίως δεν τα καταλάβαμε αυθαιρέτως, όπως ανεπιτυχώς επιχειρούν να μας εμφανίσουν οι αντίδικοι, εκτίσαμε εις αυτά τις οικογενειακές κατοικίες μας και ουδέποτε ουδείς εκ των εναγόντων μας ενόχλησε εις ο,τιδήποτε ή αμφισβήτησε ο,τιδήποτε εκ των νομίμων τίτλων μας, λαμβανομένου ιδιαιτέρως υπ' όψιν ότι εις την επίδικη περιοχή και ευρύτερη κτηματική περιφέρεια του ...

τον καιρό εκείνο ναι μεν ελάχιστοι είχαν τίτλους ιδιοκτησίας αλλά ουδείς αμφισβητούσε την χρησικτησία του συγκεκριμένου ιδιοκτήτη, ο οποίος ήταν πάντοτε γνωστός εις όλους και συγκεκριμένως εις τη συγκεκριμένη επίδικη περίπτωση δεκάδες ντόπιοι κάτοικοι του ... μας γνωστοποίησαν όταν αναζητούσαμε να αγοράσουμε οικόπεδα ότι: "Πουλάει ο ΕΕ τα δικά του".

Τα πιο πάνω περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος αντίθετη στην καλή πίστη ή στα χρηστά ήθη ή στον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και ως εκ τούτου καταχρηστική αφού δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένης προηγηθείσας συμπεριφοράς των εναγόντων και του δικαιοπαρόχου τους η οποία να καθιστά μη ανεκτή την άσκηση του ενδίκου δικαιώματος τους κατά τις περί δικαίου και ηθικές αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Κρίνοντας έτσι και το Εφετείο απορρίπτοντας σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης που απέρριψε ως μη νόμιμη την ως άνω ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, ορθά εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και δεν παραβίασε αυτή και επομένως ο τέταρτος λόγος της αίτησης από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-9-2008 αίτηση των Χ1, κλπ. για αναίρεση της 4741/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Μαρτίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ