Legislator Case Law & Legislation
469/2007 AI generated

469/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 469/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/9/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24340/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3041/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/6/2005 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

469/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν.Δ. 4/4.9.1935 περί διοικήσεως των Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους κ.λ.π., η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τον Α.Ν. 392/1968, οι ΣΕΚ απολαμβάνουν ως προς τις αστικές τους σχέσεις όλων των προνομίων του Δημοσίου (δικαστικών κ.λ.π.) εφαρμόζονται δε και σ΄ αυτούς οι περί παραγραφής διατάξεις των κατά του Δημοσίου απαιτήσεων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 469 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 469/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (ΟΣΕ ΑΕ), δημόσιας κοινωνικοποιημένης Επιχειρήσεως, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Παπαρρηγόπουλο.

Του αναιρεσίβλητου: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παναγιώτα Παπαδήμου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/9/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24340/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3041/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/6/2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 4/1/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης του ΟΣΕ για αναίρεση της 3041/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν.2362/1995 περί Δημοσίου Λογιστικού κ.λ.π., που ισχύει κατ΄ άρθρο 119 αυτού από 1.1.1996, ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που αφορούν αποδοχές ή άλλες κάθε φύσης απολαβές αυτών η αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφονται μετά διετία από της γενέσεώς τους και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους (Ολ.Α.Π. 29/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν.Δ. 4/4.9.1935 περί διοικήσεως των Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους κ.λ.π., η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τον Α.Ν. 392/1968, οι ΣΕΚ απολαμβάνουν ως προς τις αστικές τους σχέσεις όλων των προνομίων του Δημοσίου (δικαστικών κ.λ.π.) εφαρμόζονται δε και σ΄ αυτούς οι περί παραγραφής διατάξεις των κατά του Δημοσίου απαιτήσεων.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Ν.Δ. 674/1970 "περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος" ο ΟΣΕ από της ισχύος αυτού, απολαμβάνει κατά πλήρες και αποκλειστικό δικαίωμα την ευθύνη και αρμοδιότητα των συγκοινωνιακών και μεταφορικών υπηρεσιών που ήδη διεξάγονται και παρέχονται από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους (Σ.Ε.Κ.), οι υπηρεσίες δε αυτές "μεθ΄ όλων των συμπαραμαρτούντων δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, προνομίων και καθηκόντων των Σ.Ε.Κ.

περιέχονται αυτοδικαίως και άνευ οιασδήποτε μεταβολής εις το Ελληνικόν Δημόσιον, μεταβιβαζόμενα αυτοδικαίως δυνάμει του παρόντος εις τον Ο.Σ.Ε. όστις διαδέχεται ούτω τους Σ.Ε.Κ. ως καθολικός αυτών διάδοχος". Επομένως, σύμφωνα με τις τελευταίες δύο διατάξεις έχει εφαρμογή και επί του Ο.Σ.Ε., ο οποίος κατά τα άρθρα 1 και 2 του Ν.Δ. 674/1970 αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που λειτουργεί με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν.2362/1995 και άρα υπόκεινται σε διετή παραγραφή μισθολογικές αξιώσεις εργαζομένων σ΄ αυτόν (Ο.Σ.Ε.) που γεννήθηκαν από την έναρξη του χρόνου ισχύος της διατάξεως αυτής, ακόμη και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του.

Περαιτέρω στην περίπτωση που μισθωτός του Ο.Σ.Ε., κατά κατάχρηση δικαιώματος, παραλειφθεί να προαχθεί και αντ΄ αυτού προαχθούν άλλοι ομοιόβαθμοί του, οι οποίοι υστερούν καταφανώς έναντι αυτού, έχει το δικαίωμα να ασκήσει εναντίον του αγωγή και να ζητήσει να αναγνωρισθεί α) ότι κατά παράβαση του άρθρου 281 Α.Κ.

τα όργανα του Ο.Σ.Ε. παρέλειψαν να τον προάγουν και β) ότι ο Ο.Σ.Ε. έχει υποχρέωση να τον προάγει στον ανωτέρω βαθμό από το χρονικό σημείο που προήχθηκαν οι αντ΄ αυτού προαχθέντες και να του καταβάλει αναδρομικώς τις διαφορές μεταξύ των αναλογουσών στο βαθμό που ο εργαζόμενος κατείχε και εκείνων που αναλογούν στον ανωτέρω βαθμό στον οποίο προήχθη αναδρομικώς.

Οι απαιτήσεις αυτές του μισθωτού υπόκεινται στην παραπάνω διετή παραγραφή. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, σε σχέση με την παραγραφή των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσίβλητου για το διάστημα από 31.8.1998 μέχρι 31.12.1998, οι οποίες αφορούν αναδρομικές διαφορές μεταξύ των αναλογουσών στο βαθμό του Μηχανοστασιάρχη Β΄ που κατείχε ο αναιρεσίβλητος και εκείνων που αναλογούν στο βαθμό του Μηχανοστασιάρχη Α΄ στον οποίο προήχθη αναδρομικώς με την πρωτόδικη απόφαση και επικυρώθηκε με την προσβαλλόμενη, το Εφετείο δέχθηκε ότι, ενόψει του συνομολογουμένου από τον αναιρεσείοντα γεγονότος ότι η επίμαχες προαγωγές που αφορούσαν το έτος 1998 έλαβαν χώρα την 28.12.2000, οπότε και τελέσθηκε σε βάρος του αναιρεσίβλητου αδικοπραξία, λόγω της κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος, παράλειψης προαγωγής του (αναιρεσίβλητου), της οποίας όμως ο τελευταίος έλαβε γνώση, με σχετική κοινοποίηση από τον αναιρεσείοντα, την 8.1.2001, από την οποία χρονολογία μπορούσε να ασκήσει την ένδικη αγωγή και ότι από την ημερομηνία, όμως, αυτή (8.1.2001) μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (χρόνος κατάθεσής της 15.2.2002, χρόνος επίδοσης στον αναιρεσείοντα 22.1.2002) δεν είχε συμπληρωθεί διετία και συνεπώς η αξίωση του αναιρεσίβλητου δεν έχει υποκύψει σε παραγραφή, επικυρώνοντας και κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την ένσταση αυτής της παραγραφής του αναιρεσείοντος ως κατ΄ ουσίαν αβάσιμη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και τις διατάξεις του άρθρου 251 Α.Κ., αφού η παραγραφή των ανωτέρω ένδικων αξιώσεων δεν εμπίπτει στην επικαλουμένη διετία. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.6.2005 αίτηση του Ο.Σ.Ε. για αναίρεση της 3041/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου που ορίζει στα επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ