Supreme Court allows appeal against final judgment for failure to declare sale of co-owned property void.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the final judgment of the First Instance Court of Thessaloniki. The lower court had ruled in favor of the plaintiff, who claimed to have acquired a specific share of a co-owned property through a valid sale contract. The Court found that the First Instance Court erred in law by failing to declare the sale contracts void due to the lack of prior agreement among all co-owners, which is required for such a transfer to be valid under Greek Civil Code provisions. Consequently, the Court annulled the final judgment and remitted the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1113 and 793 of the Civil Code; A sale of a share in co-owned property is void without the prior agreement of all co-owners, requiring the court to annul the final judgment and remand the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 468 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 468/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Με τις από 25-9-2023 κατατεθειμένες προτάσεις του, ο δικηγόρος Ευάγγελος Ξύδης, δηλώνει ότι ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 14-3-2016, σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου της Δ.Ε. Καλλινδαίων, της Δ.Ε. Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Α. Τ. του Α. και της Π., κάτοικος ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, και την από 8-10-2010 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21187/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 940/2013 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-12-2015 αίτησή του
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, το αναιρεσείον και η υπεισελθούσα στη θέση του αναιρεσιβλήτου παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμαρίδης ανέγνωσε την από 1-11-2023 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση κατά το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 17-12-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 940/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας και η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:
Ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 30-04-2009 αίτηση κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, με την οποία εξέθετε ότι με το ...-1966 συμβόλαιο πώλησης του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή από τον Ν. Π., ποσοστό 280/640.450 ή άλλως 0,04372% εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου (βοσκοτόπου), στη θέση "Τσεπίτς Κισλά" της κτηματικής περιοχής του Δήμου Πυλαίας Θεσσαλονίκης, έκτασης 640.450 τ.μ., εκτός σχεδίου πόλης και ότι στον ανωτέρω πωλητή του το ακίνητο αυτό, κατά ποσοστό 424570/640450 εξ αδιαιρέτου, είχε περιέλθει με τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αίτηση αγοραπωλητήρια συμβόλαια.
Ότι το ανωτέρω ακίνητο εντάχθηκε στο Εθνικό Κτηματολόγιο με τα αναφερόμενα ΚΑΕΚ και με αναγραφόμενο ως δικαιούχο του δικαιώματος της κυριότητας για ποσοστό εξ αδιαιρέτου 21,992% "ΑΓΝΩΣΤΟΣ", ήτοι για ποσοστό μεγαλύτερο του δικού του. Ότι η ανωτέρω εγγραφή είναι ανακριβής και προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητάς του και ότι η αναγραφή του ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" οφείλεται στο γεγονός ότι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης παρέλειψε να υποβάλει δήλωση ιδιοκτησίας για το ακίνητο.
Με αυτά τα δεδομένα ζήτησε να αναγνωριστεί κύριος, νομέας και κάτοχος κατά το ανωτέρω αναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του περιγραφομένου ακινήτου των 640.450 τ.μ. και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, ώστε να αναγράφεται, ως κύριος, κατά ποσοστό 100% σε ποσοστό 280/640.450 εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρου ακινήτου.
Στα πλαίσια της δίκης που ανοίχθηκε με την πιο πάνω αίτηση του αναιρεσιβλήτου, το αναιρεσείον άσκησε την από 8-10-2010 κύρια παρέμβαση, με την οποία ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση και να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του διεκδικουμένου με την αίτηση ποσοστού εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω ακινήτου. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με την 21187/2011 απόφασή του απέρριψε την κύρια παρέμβαση και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αίτηση του αναιρεσιβλήτου.
Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσείον άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με την πιο πάνω αναιρεσιβαλλόμενη 940/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Σημειωτέον ότι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, και συγκεκριμένα στις ...-2016, απεβίωσε ο αναιρεσίβλητος και κληρονομήθηκε από την εκ διαθήκης κληρονόμο και θυγατέρα του Α.
Τ., η οποία συνεχίζει τη δίκη αυτή στην δικονομική θέση του αναιρεσιβλήτου (βλ. την .../2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου της Δ.Ε. Καλλινδοίων του Δήμου Λαγκαδά, την ...-1991 δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Λαγκαδά Σ. Κ. και τα πιστοποιητικά με αριθμούς 1850 και 492/01-08-2023 πιστοποιητικά της γραμματέα του Ειρηνοδικείου Λαγκαδά, περί μη δημοσίευσης άλλης διαθήκης του αναιρεσιβλήτου, πλην της ανωτέρω και περί μη αποποίησης της κληρονομίας από την Α.
Τ.). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων του ν. 2664/1998 "Περί Εθνικού Κτηματολογίου" 1 παρ. 2 εδ.
α' και παρ. 3 περ. α', 6 παρ. 1, 2 και 3, όπως οι παρ.2 και 3 του τελευταίου αυτού άρθρου αντικαταστάθηκαν με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν.4164/2013, συνάγεται ότι στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής στο κτηματολογικό βιβλίο του ακινήτου, όταν με την ανακριβή εγγραφή φέρεται το ακίνητο ως "άγνωστου ιδιοκτήτη", όποιος ισχυρίζεται ότι έχει εγγραπτέο στο Κτηματολόγιο δικαίωμα στο ακίνητο ασκεί αίτηση ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου της τοποθεσίας του ακινήτου και, μέχρις ότου οριστεί αυτός, στο Μονομελές Πρωτοδικείο της τοποθεσίας του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, προκειμένου να ζητήσει διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής.
Αντικείμενο της εν λόγω δίκης είναι η διαπίστωση της ύπαρξης του σχετικού εγγραπτέου δικαιώματος του αιτούντος και η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής, σύμφωνα με τη διαπίστωση αυτή, χωρίς τη διάγνωση κανενός αμφισβητούμενου δικαιώματος, αφού η εγγραφή "άγνωστου ιδιοκτήτη" δεν ενέχει τέτοια αμφισβήτηση, αλλά ακριβώς την έλλειψη διαπίστωσης του δικαιώματος που υπάρχει.
Έτσι, αντικείμενο της δίκης που ανοίγεται δεν είναι η αυθεντική διάγνωση αμφισβητούμενου δικαιώματος, ανεξάρτητα από το ότι ελέγχεται ως προϋπόθεση η ύπαρξη συγκεκριμένου δικαιώματος για τη ζητούμενη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης (αρχικής) εγγραφής, χωρίς όμως να καλύπτεται με ισχύ δεδικασμένου. Γι' αυτό, άλλωστε, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 3 του ν. 2664/1998 αναφέρεται μόνο στη διόρθωση της πρώτης (αρχικής) εγγραφής, όχι, όμως, και στην αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την εγγραφή αυτή, ενώ στην τροποποιημένη αυτή διάταξη ορίζεται ότι "εάν η αίτηση απορριφθεί ως νομικά ή ουσιαστικά αβάσιμη, ο αιτών μπορεί να ασκήσει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου ..." (ΑΠ 1020/2018, ΑΠ 208/2017, ΑΠ 74/2015).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι δυνατή η άσκηση κυρίας ή πρόσθετης παρέμβασης, εφόσον βέβαια συντρέχει η κατά το άρθρο 68 του ίδιου Κώδικα διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης έννομου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Ειδικότερα, ενώ στη δίκη της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος αναφέρεται στη θετική ή αρνητική διάγνωση του επίδικου δικαιώματος, στις περιπτώσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος συνίσταται στην παραδοχή ή απόρριψη της αίτησης αναφορικά με το ζητούμενο ρυθμιστικό μέτρο.
Στην τελευταία αυτή δίκη, εφόσον η παρέμβαση του τρίτου επιδιώκει την απόρριψη της αίτησης με την οποία ανοίχθηκε η δίκη ή τη ρύθμιση του επίδικου αντικειμένου κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ζητείται με την αίτηση, πρόκειται για κύρια παρέμβαση (ΑΠ 208/2017).
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, εφόσον δηλαδή ζητείται με την κύρια παρέμβαση η απόρριψη της αίτησης και η αναγνώριση ουσιαστικού δικαιώματος του παρεμβαίνοντος στο επίδικο αντικείμενο, ανακύπτει διαφορά σχετικά με ουσιαστικά δικαιώματα του αιτούντος και του κυρίως παρεμβαίνοντος, οπότε μεταβάλλεται το αντικείμενο της σχετικής δίκης της εκούσιας δικαιοδοσίας και επικεντρώνεται πλέον στο ουσιαστικό δικαίωμα που αμφισβητήθηκε με την κύρια παρέμβαση.
Περαιτέρω, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1000, 1003, 1113, 369, 785, 787 και 793 του ΑΚ, δεν είναι δυνατή και είναι άκυρη η από το συγκύριο διάθεση της ιδανικής του μερίδας επί συγκεκριμένου μέρους του κοινού πράγματος σε άλλον, αφού με τον τρόπο αυτό δημιουργείται χωριστή κυριότητα στο μέρος αυτό χωρίς προηγούμενη συμφωνία μεταξύ όλων των συγκυρίων, η οποία για να είναι έγκυρη, εφόσον πρόκειται για ακίνητο, απαιτείται να περιβληθεί τον τύπο συμβολαιογραφικού εγγράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή. Με άλλα λόγια, και όπως ειδικότερα προκύπτει από την ως άνω διάταξη του άρθρου 793 ΑΚ, που ορίζει ότι κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να διαθέσει το μερίδιό του, αντικείμενο της διάθεσης μπορεί να είναι μόνο η ιδανική μερίδα του συγκυρίου επί του κοινού πράγματος και όχι συγκεκριμένο μέρος του κοινού που προσδιορίζεται ειδικά κατά θέση, έκταση και όρια ή η ιδανική μερίδα στο συγκεκριμένο αυτό μέρος (ΑΠ 507/2013, ΑΠ 1685/1985, ΑΠ 1265/1976).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 1/2022, Ολ ΑΠ 12/2016).
Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και κατά το ενδιαφέρον για την έρευνα των αναιρετικών λόγων μέρος της, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί τις αποδείξεις κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το με αριθμό ...-1996 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε.
Λ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο 492 με αύξοντα αριθμό 158, ο Ν. Π. του Ι., έχοντας στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του 424.570/640.450 τετρ. μέτρα εξ αδιαιρέτου ενός αγροτικού κτήματος-βοσκοτόπου, συνολικής έκτασης 640.450 τετρ. μέτρων (για το οποίο, σημειωτέον, δέχθηκε προηγουμένως το Εφετείο ότι περιήλθε κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο σε ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου ως ανταλλάξιμη περιουσία από τους αναφερόμενους μουσουλμάνους), κειμένου στη θέση "Τσεπίτς Κισλά" της κτηματικής περιφέρειας της άλλοτε Κοινότητας Πυλαίας και ήδη Δήμου Πυλαίας-Χορτιάτη, του Ειρηνοδικείου και Νομού Θεσσαλονίκης, εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως, συνορευόμενου ανατολικά με ρέμα Αγίου Παντελεήμονος, δυτικά με ιδιοκτησία Οικοδομικού Συνεταιρισμού Κωνσταντινουπολιτών και εν μέρει με ιδιοκτησία Κ., βόρεια εν μέρει με αναδασωτέα απαλλοτριωθείσα έκταση, άλλοτε ιδιοκτησία διαφόρων κατοίκων Πυλαίας και εν μέρει με ιδιοκτησία Κ.
και νότια με λάκκο Αγίου Παντελεήμονος και με ιδιοκτησία αγνώστων κατοίκων Πυλαίας, μεταβίβασε από το εν λόγω ιδανικό του μερίδιο (424.570/640.450), λόγω πώλησης, στον Α. Τ. του Α. (αιτούντα ήδη εφεσίβλητο) 280/640.450 ή 0,04372% εξ αδιαιρέτου". Στη συνέχεια, αφού παρατίθεται στην απόφαση του Εφετείου ο τρόπος με τον οποίο οι αναφερόμενοι απώτεροι δικαιοπάροχοι του Ν.
Π. απέκτησαν δικαίωμα συγκυριότητας κατά τα εκτιθέμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου στην ανωτέρω έκταση των 640.450 τ.μ., δέχθηκε το Εφετείο και τα ακόλουθα: "Ποσοστό 81,01% εξ αδιαιρέτου της προαναφερθείσας έκτασης των 640.450 τετρ. μέτρων, που αντιστοιχεί σε 518.866 τετρ. μέτρα εξ αδιαιρέτου, είχε αγοράσει ο δικαιοπάροχος του αιτούντος και ήδη εφεσιβλήτου Ν.
Π. κατά τα έτη 1964-1965, από τους καθολικούς και ειδικούς διαδόχους των παραπάνω συγκυρίων αυτής και ειδικότερα: α) με το με αριθμό ...-1965 συμβόλαιο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 387 με αριθμό 373, του μεταβιβάστηκε σε εκτέλεση του με αριθμό .../1964 προσυμφώνου αυτού, ποσοστό 55,90% εξ αδιαιρέτου των 500.000 τετρ.
μέτρων, εκ του μείζονος ακινήτου, που αντιστοιχεί σε 279.500 τετρ. μέτρα, β) με το με αριθμό .../1965 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 416 και με αριθμό 129 των ιδίων βιβλίων μεταγραφών, του μεταβιβάστηκε ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου από έκταση 615.130 τετρ. μέτρων του μείζονος ακινήτου, που αντιστοιχεί σε 153.782,5 τετρ.
μέτρα, γ) με το με αριθμό .../1965 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 445 και με αριθμό 180 των ίδιων βιβλίων, του μεταβιβάστηκε ποσοστό 55,79% εξ αδιαιρέτου από έκταση 115.130 τετρ. μέτρων, εκ του μείζονος ακινήτου, που αντιστοιχεί σε 64.231 τετρ. μέτρα, δ) με το με αριθμό .../1966 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 469 με αριθμό 71 των ανωτέρω βιβλίων μεταγραφών, του μεταβιβάστηκε ποσοστό 0,00140 της κοινής έκτασης εμβαδού 615.130 τετρ.
μέτρων, που αντιστοιχεί σε 861,8 τετρ. μέτρα, ε) με το με αριθμό .../1965 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο 445 και με αριθμό 181 των ίδιων βιβλίων, του μεταβιβάστηκε ποσοστό 55,93% από έκταση 25.320 τετρ. μέτρα του μείζονος ακινήτου, που αντιστοιχεί σε 14.161,4 τετρ. μέτρα και στ) με το με αριθμό ...-1966 προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ.
Λ., τα τέκνα του Β. και της Ε. Κ., υποσχέθηκαν να του μεταβιβάσουν ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου εκ της έκτασης των 25.320 τετρ. μέτρων του μείζονος ακινήτου, που αντιστοιχεί σε 6.330 τετρ. μέτρα, που είχαν αγοράσει οι γονείς τους με τα υπ' αριθμ. .../1928 και .../1930 συμβόλαια του τότε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Π., που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, το πρώτο στον τόμο ΜΘ με αριθμό 463.
Αμέσως, με την υπογραφή του προσυμφώνου αυτού οι παραπάνω (εκ προσυμφώνου) πωλητές παρέδωσαν, λόγω πωλήσεως, στο Ν. Π. τη συννομή κατά το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό του ακινήτου, του οποίου την κυριότητα υποσχέθηκαν να μεταβιβάσουν. Από της μεταβιβάσεως των ακινήτων αυτών κατά κυριότητα, νομή και κατοχή ο Ν.
Π. τα κατείχε και τα νεμόταν συνεχώς και αδιαλείπτως με διάνοια κυρίου κατά συνολικό ποσοστό 81,01% εξ αδιαιρέτου. Στη συνέχεια, ο Ν. Π., έχοντας σκοπό την οικοπεδοποίηση και την ιδιωτική ρυμοτόμηση της μείζονος εκτάσεως, πώλησε και μεταβίβασε σε τρίτους με συμβολαιογραφικά έγγραφα, νομίμως μεταγραφέντα, την κυριότητα ποσοστών εξ αδιαιρέτου του μείζονος ακινήτου και μάλιστα κατά το πλείστον ποσοστού 280/640.450 εξ αδιαιρέτου ή πολλαπλάσιο ή υποπολλαπλάσιο τούτου, αφού προηγουμένως είχε εκδοθεί η με αριθμό 65632/1966 άδεια της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, ενώ ακολούθως αυτός προχώρησε και σε διανομή της εκτάσεως αυτής και, αφού αφαίρεσε διαιρετό τμήμα 80 στρεμμάτων, που αντιστοιχεί στο ποσοστό συγκυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο απέδωσε στη ΔΑΠ, χωρίς, όμως, τη συναίνεση και τη συμμετοχή της τελευταίας, περιέφραξε την υπόλοιπη έκταση και παρέδωσε σε καθένα από τους αγοραστές τη χρήση διαιρετού τμήματος, χωρίς όμως οι τελευταίοι, καθώς και οι ειδικοί και καθολικοί διάδοχοί τους, να απωλέσουν έως και σήμερα, τη συννομή τους επί του μείζονος ακινήτου που τους παρέδωσε το Ν.
Π., καθόσον ίδρυσαν το σύλλογο Κηπούπολη, με σκοπό τη δημιουργία οικισμού στην περιοχή και εκμισθώνουν σε τρίτους τμήματα της συνιδιοκτησίας τους κοντά στην περιφερειακή οδό για διαφημιστικούς σκοπούς, δενδροφυτεύουν την περιοχή, έχουν δημιουργήσει ιδιωτικούς ασφαλτοστρωμένους δρόμους, εποπτεύουν την περιοχή, την φροντίζουν, την καθαρίζουν κλπ.
Στα πλαίσια της δημιουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου, ο Δήμος Πυλαίας Ν. Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκεται το άνω ακίνητο, υπήχθη στις διαδικασίες κτηματογράφησης, οι οποίες ήδη ολοκληρώθηκαν, ως ημερομηνία δε έναρξης ισχύος του θεσμού του Κτηματολογίου στην εν λόγω περιοχή ορίστηκε η 17-2-2007. Το ανωτέρω επίδικο ακίνητο των 640.450 τετρ.
μέτρων, κατά τις αρχικές εγγραφές στο Κτηματολόγιο και στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, έλαβε αρχικά ΚΑΕΚ 191042810025/0/0, ενώ μετά την περαίωση της διαδικασίας της κτηματογράφησης και την επεξεργασία των στοιχείων της Β' ανάρτησης, το ως άνω αρχικό ΚΑΕΚ διασπάστηκε σε δεκαπέντε (15) ΚΑΕΚ, έξι (6) των οποίων είναι εν προκειμένω τα επίδικα, με συνολικό εμβαδόν 623.322 τετρ.
μέτρων, ήτοι 1) ΚΑΕΚ 191040803001/0/0 που αφορά έκταση 16.861 μ2, 2) ΚΑΕΚ 191042810025/0/0 που αφορά έκταση 423.222 μ2, 3) ΚΑΕΚ 191042818002/0/0 που αφορά έκταση 30.484 μ2, 4) ΚΑΕΚ 191042819001/0/0 που αφορά έκταση 12.223 μ2, 5) ΚΑΕΚ 191042820001/0/0 που αφορά έκταση 75.687 μ2 και 6) ΚΑΕΚ 191042821001 που αφορά έκταση 64.845 μ2 (βλ. τα από 14-6-2010 πιστοποιητικά κτηματολογικών εγγραφών του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης).
Κατά τις πρώτες εγγραφές το ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο καταχωρήθηκε ως δικαιούχος κυριότητας των ως άνω έξι γεωτεμαχίων κατά ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου, δηλαδή κατά το ποσοστό 1/8 Χ 12,50 = 12,50/100), που ανήκε στους ανταλλαγέντες μουσουλμάνους Χασάν Φεβζή Βέη, Μεχμέτ Τζεμίλ Βέη και Ιχσάν Βέη και περιήλθε στο ίδιο ως ανταλλάξιμη περιουσία.
Ο αιτών και ήδη εφεσίβλητος, παρότι, κατά τα προαναφερθέντα, κατέστη κύριος του άνω κτήματος-βοσκοτόπου κατά τον τίτλο κτήσεως, σε ποσοστό 280/640.450 ή 0,04372% εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του με αριθμό ...-1966 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Λ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης στον τόμο 493 με αύξοντα αριθμό 158, εν τούτοις εκ παραδρομής δεν δήλωσε το ως άνω εμπράγματο δικαίωμά του επί της παραπάνω ιδιοκτησίας του στο αρμόδιο γραφείο του Εθνικού Κτηματολογίου κατά το χρόνο των πρώτων εγγραφών, με αποτέλεσμα το προαναφερθέν ακίνητό του, κατά το ως άνω μερίδιό του, να καταχωρηθεί στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Θεσσαλονίκης με τα παραπάνω έξι ΚΑΕΚ και να φέρεται ότι ανήκει κατά συγκυριότητα ποσοστού 21,99278% εξ αδιαιρέτου σε "άγνωστο ιδιοκτήτη" και όχι σ' αυτόν κατά συγκυριότητα ποσοστού 280/640.450 ή 0,04372%, με αποτέλεσμα να προσβάλλεται το δικαίωμα της συγκυριότητάς του...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αυτοτελή παρέμβαση του τελευταίου και είχε δεχθεί την αίτηση του αναιρεσιβλήτου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο ειδικότερα ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος του ανωτέρω ακινήτου των 640.450 τ.μ., κατά το αναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου, με παράγωγο τρόπο, από τον αληθή, όπως δέχθηκε, κύριο αυτού Ν.
Π., παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1113 και 793 ΑΚ. Και τούτο διότι, δέχθηκε το Εφετείο ότι ο εν λόγω δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου κατέστη κύριος του ανωτέρω ακινήτου κατά το αναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου, μέρος του οποίου μεταβίβασε στον αναιρεσίβλητο, με τα συμβόλαια πώλησης που αναφέρονται στην απόφαση.
Με τα συμβόλαια, όμως, αυτά, σύμφωνα με τις πιο πάνω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταβιβάστηκαν σε αυτόν, κατά κυριότητα, από τους πωλητές ιδανικά μερίδια επί διαιρετών τμημάτων του όλου κοινού ακινήτου των 640.450 τ.μ. και όχι επί του συνόλου του ακινήτου αυτού, χωρίς μάλιστα να εκτίθεται στην απόφαση ότι υπήρχε η προηγούμενη συμφωνία μεταξύ όλων των (συγ)κυρίων της όλης έκτασης για τις πωλήσεις αυτές, με αποτέλεσμα και σύμφωνα με την ανωτέρω εκτεθείσα νομική σκέψη, οι συμβάσεις αυτές για την πώληση να είναι άκυρες και να θεωρούνται ως μη γενόμενες.
Συνακόλουθα δε, εφόσον ο ανωτέρω δικαιοπάροχος του αναιρεσιβλήτου δεν κατέστη κύριος του επιδίκου, κατά το αναφερόμενο ποσοστό εξ αδιαιρέτου, δεν κατέστη κύριος και ο αναιρεσίβλητος με παράγωγο τρόπο, καθώς απέκτησε παρά μη κυρίου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1113 και 793 ΑΚ, είναι βάσιμος.
Μετά ταύτα, παρέλκει πλέον η έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, όπως και του δεύτερου και του τρίτου λόγου αναίρεσης, από τους αριθμούς 9, 10 και 8 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του πρώτου λόγου αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, που γίνεται δεκτός.
Κατά συνέπεια και συνακόλουθα με τα ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, προς περαιτέρω εκδίκαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία, όμως, θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 940/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ