Supreme Court allows appeal against insurance company's refusal to cover third-party injury claims under Greek Insurance Law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Court of First Instance's dismissal of a third-party injury claim against an insurance company. The appellant argued the lower court erred in applying Article 6 of Law 489/1976 regarding the insurer's liability for intentional harm. The court found the lower court misapplied the law by failing to recognize that the insurer was liable for the intentional act, thus overturning the dismissal and remanding the case for a final judgment on the merits.
Legislator headnote
AI generatedArt. 6 para. 1 lit. b' of Law 489/1976; An insurance company is liable for damages caused by a third party's intentional act if the policy covers such acts, and a lower court's failure to apply this provision constitutes a legal error warranting the annulment of the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 468 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 468/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη-Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ. Τ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου: P. T. του I., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου ... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-1-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1152/2023). Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε, αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 534/2023, ΑΠ 474/2022). Στην αντίθετη περίπτωση, η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί. Την κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 175/2023, ΑΠ 474/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης από 28-01-2020 αίτησης αναίρεσης κατά της με αριθμό ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (22-9-2023), δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο αναιρεσίβλητος, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτόν δήλωση, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης (άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ).Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την επισπεύδουσα τη συζήτηση της αναίρεσης υπ' αριθμ. ...
έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ... Γ. Τ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα με Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος (άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ), για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλειά της, νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δικηγόρο του ΔΣ Π.
Σ. Π., ως πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, ο οποίος, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτού, για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ως άνω δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος (ήδη αναιρεσίβλητου) στη δευτεροβάθμια δίκη.
Συνακόλουθα, εφόσον ο αναιρεσίβλητος κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την ως άνω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ.β', 309 εδ. α, 321 και 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του ως άνω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου, είναι δε τελεσίδικη εκείνη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ ΑΠ 13/2013, Ολ ΑΠ 5/2001, ΑΠ 78/2022, ΑΠ 1232/2022).
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση υπόθεσης , που διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η επί της ουσίας οριστική απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη (Ολ. ΑΠ 16/1990). Επίσης από την ίδια πιο πάνω διάταξη σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 74, 75 παρ.1 και 2, 76 παρ. 4 και 558 εδ.
β' του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, κατά την οποία η θέση κάθε διαδίκου είναι ανεξάρτητη έναντι των υπολοίπων, η οριστική απόφαση που εκδίδεται για κάποιους από τους ομοδίκους περατώνει τη δίκη ως προς αυτούς και καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς, με συνέπεια να μπορεί να προσβληθεί κατά το μέρος τούτο με το ένδικο μέσο της αναίρεσης και πριν εκδοθεί οριστική απόφαση για τους άλλους ομοδίκους (ΟλΑΠ 902/1982, Ολ ΑΠ 744/1982, ΑΠ 505/2011,ΑΠ 265/2008), ενώ ως προς τους άλλους ομοδίκους η απόφαση εφόσον είναι μη οριστική, όπως συμβαίνει και όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κηρύσσει ως προς αυτούς απαράδεκτη τη συζήτηση της στρεφομένης και εναντίον τους έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, δεν υπόκειται σε αναίρεση (ΑΠ1327/2006).
Περίπτωση απλής ομοδικίας (υποκειμενικής σώρευσης αγωγών) υπάρχει όταν ενάγουν ή ενάγονται περισσότεροι του ενός, ως εις ολόκληρον δικαιούχοι ή υπόχρεοι για αποζημίωση εξ αδικοπραξίας ή εκ του νόμου, ενώνονται δε σε κοινή διαδικασία πλείονες έννομες σχέσεις δίκης, οι οποίες συνδέουν διάφορα υποκείμενα, χωρίς να επηρεάζεται η ανεξάρτητη δικονομική θέση καθενός από αυτούς έναντι των λοιπών (ΑΠ 838/2020).
Κατ' ακολουθίαν των προεκτεθέντων, η κρινόμενη από 28-01-2020 αίτηση αναίρεσης, κατά της αντιμωλία των νυν διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία (άρθρα 666 επ. 681Α'ΚΠολΔ) εκδοθείσας με αριθμό ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου ..., με την οποία το Δικαστήριο, δικάζοντας έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, κατά της υπ' αριθμ. ...
οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., απευθυνόμενη κατά του Φ. Κ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) και της εταιρείας με την επωνυμία "...." (ήδη αναιρεσείουσας), ερήμην του πρώτου εφεσίβλητου, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης ως προς τον τελευταίο (Φ. Κ.), και, μετά παραδοχή τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν της έφεσης ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, ως προς την τελευταία, κράτησε και δίκασε την από ...
αγωγή ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα και υποχρέωσε αυτήν να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, το ποσό των 6.000 ευρώ, ενόψει της απλής, εν προκειμένω, ομοδικίας που συνδέει την ήδη αναιρεσείουσα και τον ως άνω συνεναγόμενό της, λόγω του αντικειμένου της δίκης (ευθύνη από αδικοπραξία, ήτοι ζημίες από αυτοκινητικό ατύχημα), όπως αναφέρεται ειδικότερα παρακάτω, παραδεκτά ασκείται από την ήδη αναιρεσείουσα, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, καθόσον κατά το χρόνο κατάθεσης του δικογράφου της αναίρεσης η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε καταστεί ως προς αυτήν τελεσίδικη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (στις 13-2-2018), αφού από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι παριστάμενοι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της (άρθρο 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος 3 αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και ισχύει από 1-1-2016), (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του και 144 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α' του Ν. 489/1976, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986 και συμπληρώθηκε με μεταγενέστερους νόμους, ορίζεται ότι η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντα για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου.
Κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης ορίζεται ότι εξαιρείται η αστική ευθύνη των προσώπων ..., που προκάλεσαν το ατύχημα εκ προθέσεως. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο ασφαλιστής δεν καλύπτει ασφαλιστικά την αστική ευθύνη του οδηγού, καθώς και του ιδιοκτήτη, που είχε προστήσει στην οδήγηση τον οδηγό, ο οποίος προκαλεί, εκ προθέσεως, ατύχημα σε τρίτο πρόσωπο και τούτο διότι βούληση μεν του νομοθέτη είναι η ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών τρίτου, που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, έστω και από βαρεία αμέλεια, όχι, όμως να καλύπτεται ασφαλιστικά ο ασφαλισμένος, ο οποίος χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό του ως μέσον τέλεσης αδικήματος.
Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται έναντι του παθόντος τρίτου, για να του καλύψει την αστική ευθύνη του οδηγού και του προστήσαντα αυτόν στην οδήγηση ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου, εναγόμενος δε ο ασφαλιστής, επιτρεπτώς προβάλλει τη σχετική ένσταση απαλλαγής και κατά του τρίτου ζημιωθέντα.
Στην περίπτωση που, με το ίδιο δικόγραφο αγωγής, συνενάγονται ο υπαίτιος οδηγός, ο ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο ασφαλιστής και αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ότι η ζημία του παθόντος-ενάγοντος οφείλεται σε πρόθεση του οδηγού, τότε η αγωγή είναι μη νόμιμη, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του ασφαλιστή, αφού στο περιεχόμενο αυτής περιλαμβάνεται ισχυρισμός που περιέχει περιστατικά τα οποία αποτελούν ένσταση καταχρηστική-διακωλυτική της γένεσης του δικαιώματος της ασφαλιστικής κάλυψης και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δηλαδή περιλαμβάνεται ισχυρισμός που αναιρεί τη νομιμότητά της κατά του ασφαλιστή, δεδομένου ότι γίνεται επίκληση περιστατικού, το οποίο θεμελιώνει το ανεύθυνο του ασφαλιστή, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 Ν. 489/1976, και το οποίο προκαλεί την απόρριψή της, ως νόμω αβάσιμης (ΑΠ 1505/2012).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Στην έννοια της "υπηρεσίας" περιλαμβάνονται και όσες πράξεις εκτελούνται επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας.
Η σχέση της προστήσεως δεν είναι απαραίτητο να στηρίζεται σε δικαιοπραξία ή σύμβαση με την στενή έννοια του όρου. Μπορεί να στηρίζεται και σε φιλική ή συγγενική σχέση και τέτοια υπάρχει όταν ο ιδιοκτήτης ή ο κάτοχος του αυτοκινήτου εμπιστεύεται την οδήγησή του σε φίλο του ή ο πατέρας στο γιό του (ΑΠ 1331/2020, ΑΠ 1306/2015, ΑΠ 1228/2010).
Ο προστήσας ευθύνεται αντικειμενικά προς αποζημίωση τρίτου, ο οποίος ζημιώθηκε από αδικοπραξία, που τελέστηκε από τον προστηθέντα και ευρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την εκτέλεση της υπό διεκπεραίωση υπόθεσης του προστήσαντος (ΑΠ 1331/2020, ΑΠ 47/2020, ΑΠ 1237/2018, ΑΠ 238/2016). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών".
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και σε περίπτωση κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 49/2022).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα, που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Από τη διάταξη αυτή, που έχει εφαρμογή σε όλους τους λόγους αναίρεσης, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός επί του οποίου εκείνος στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, είχε νομίμως προβληθεί ενώπιον αυτού (ΟλΑΠ 15/2001, ΟλΑΠ 43/1990) και περαιτέρω, να παρατίθεται όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 96/2020, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/2017).
Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δραστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, λόγος όμως αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 826/2021, ΑΠ 734/2019, ΑΠ 49/2014).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών της δίκης εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από ... αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... απευθυνόμενη κατά των Παναγιώτη Κόλλια του Φ., Φ. Κ. του Δ. (μη διαδίκων στην παρούσα δίκη), καθώς και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...." (ήδη αναιρεσείουσας), ιστορούσε ότι, στις 12-6-2014, ο πρώτος των εναγομένων, κατά την οδήγηση του με αριθμό κυκλοφορίας ...
αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, ο οποίος είχε παραχωρήσει τη χρήση του στον πρώτο για λίγες ημέρες προκειμένου να εξυπηρετηθεί με την οδήγησή του προσωρινά, προκάλεσε, εκ προθέσεως, υπό τις αναλυτικά αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες, τροχαίο ατύχημα, που είχε ως συνέπεια, πλην άλλων, τόσο τον τραυματισμό του ίδιου (ενάγοντος), όσο και τις υλικές ζημίες του οδηγούμενου από αυτόν αυτοκινήτου της ιδιοκτησίας του.
Ζητούσε δε, όπως το αίτημά του περιορίστηκε εν μέρει από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό: α) να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, ως αποζημίωση, το ποσό των 4.500 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία του ολοσχερώς καταστραφέντος αυτοκινήτου του και β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 10.000 ευρώ για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από το τροχαίο ατύχημα καθώς και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 40.000 ευρώ για την ίδια ως άνω αιτία.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. ... απόφασή του, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής ως προς τον πρώτο εναγόμενο, λόγω μη κλήτευσης αυτού, έκρινε νόμιμη την αγωγή και, αφού απέρριψε την προβληθείσα από την εναγομένη-αναιρεσείουσα ένσταση εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη, λόγω της εκ προθέσεως τέλεσης του ατυχήματος από τον πρώτο εναγόμενο οδηγό (άρθρο 6 παρ. 1 του Π.Δ. 237/1986), ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, και, υποχρέωσε τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 4.956 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κατά της απόφασης αυτής ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) άσκησε την από 20-1-2017 έφεση ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου ... Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ειδικώς ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά την ένσταση απαλλαγής της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας από την ασφαλιστική κάλυψη του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου οχήματος, λόγω της εκ προθέσεως τελέσεως του ατυχήματος, το οποίο (και μόνον) πλήττεται με την αναίρεση, έκρινε ότι: "Την 12.6.2014 και περί ώρα 04.55, ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο...κινείτο επί της επαρχιακής οδού αεροδρομίου ... και στο 4ο χλμ. αυτής με κατεύθυνση προς το αεροδρόμιο. Την ίδια χρονική στιγμή, κινείτο στην ίδια οδό και με την ίδια κατεύθυνση και όπισθεν αυτού, ο πρώτος εναγόμενος ... (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ...
αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής ..., χρώματος μαύρου, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου, και ήδη πρώτου εφεσίβλητου Φ. Κ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) που του το είχε παραχωρήσει για λίγες ημέρες, προκειμένου να εξυπηρετηθεί προσωρινά. Ο πρώτος εναγόμενος ... ακολουθούσε το αυτοκίνητο του ενάγοντος και ουσιαστικά το καταδίωκε, με σκοπό να το πλήξει, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά από την εκκαλουμένη απόφαση, χωρίς η σχετική με τις συνθήκες του ατυχήματος κρίση του να προσβάλλεται με την ένδικη έφεση ούτε όμως με αντίθετη έφεση ή παραδεκτή αντέφεση εκ μέρους των εναγομένων...Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια της καταδιώξεως αυτής, ο πρώτος εναγόμενος προσέγγισε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ενάγων και βρέθηκε πίσω και δίπλα του από την αριστερή πλευρά του.
Κάνοντας τότε, εσκεμμένο ελιγμό προς τα δεξιά, ήτοι προς το αυτοκίνητο του ενάγοντος, τον έπληξε με την εμπρόσθια δεξιά γωνία του αυτοκινήτου του (προφυλακτήρα και φτερό), στην οπίσθια αριστερή πλευρά και δη στο αριστερό πλευρικό τμήμα του οπίσθιου προφυλακτήρα, στον οπίσθιο αριστερό τροχό και στο οπίσθιο αριστερό φτερό...Ενόψει των ως άνω πραγματικών περιστατικών, αποδεικνύεται ότι το ένδικο ατύχημα και οι συνεπεία αυτού ζημίες οφείλονται στην υπαιτιότητα και δη στην πρόθεση του πρώτου εναγομένου οδηγού...Η τρίτη εναγόμενη και ήδη 2η εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα) δεν άσκησε έφεση ή αντέφεση με την οποία να παραπονείται για την παραπάνω κρίση της εκκαλουμένης σχετικά με τις συνθήκες τέλεσης του ατυχήματος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, όπως κρίθηκε σύμφωνα με τα ανωτέρω από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της παραδεκτώς προβληθείσας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προφορικά και με τις προτάσεις της ενστάσεως εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη λόγω της εκ προθέσεως προκλήσεως του ατυχήματος από τον πρώτο εναγόμενο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του π.
δ. 237/1986, η οποία κατά την εκκαλουμένη μπορούσε να γίνει δεκτή μόνο ως προς τον πρώτο εναγόμενο οδηγό, για τον οποίο όμως η συζήτηση της αγωγής είχε κηρυχθεί απαράδεκτη, διατηρουμένης της ασφαλιστικής ευθύνης της τρίτης εναγομένης καθώς για την κατ' ουσίαν απόρριψη της προβαλλομένης παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενστάσεως συνυπαιτιότητας του ενάγοντος επειδή δεν αποδείχθηκε ότι δεν έφερε ζώνη ασφαλείας...".
Μετά από αυτά το Μονομελές Εφετείο ..., δικάζοντας ερήμην του πρώτου εφεσίβλητου (Φ. Κ.), αφού κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης ως προς τον τελευταίο, λόγω μη κλητεύσεως αυτού, δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ'ουσίαν την έφεση ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "....", εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. ...
απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... ως προς την τελευταία (δεύτερη εφεσίβλητη) κράτησε και δίκασε την αγωγή επί της ουσίας, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως βάσιμη τ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη-δεύτερη εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσείουσα) ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "....", να καταβάλει στον εκκαλούντα-ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) το ποσό των έξι (6.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, όφειλε να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως και πολύ περισσότερο, να μην απορρίψει τον προβληθέντα ισχυρισμό της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "....", που αφορούσε το νόμω βάσιμο της αγωγής (την οποία και μόνον αφορά ο λόγος αναίρεσης) και την οποία έπρεπε να απορρίψει ως νόμω αβάσιμη, καθόσον ο ασφαλισμένος ιδιοκτήτης και προστήσας τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου, με το οποίο προκλήθηκε, εκ προθέσεως, η ζημία του παθόντος τρίτου, δεν καλύπτεται ασφαλιστικά και η ασφαλιστική εταιρεία απαλλάσσεται από την ευθύνη έναντι των υπόχρεων προς αποζημίωση του τρίτου προσώπου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 εδ.β' του Ν. 489/1976, έσφαλε, διότι παραβίασε, δια της μη εφαρμογής της, τις άνω διατάξεις, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση.
Κατά συνέπεια, η κατά της ασφαλιστικής εταιρείας ασκηθείσα αγωγή του παθόντος τρίτου είναι απορριπτέα, ως μη νόμιμη. Επειδή δε το σφάλμα αυτό προκύπτει από την ίδια την προσβαλλομένη απόφαση, παραδεκτώς προβάλλεται, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 εδ. β' ΚΠολΔ, ο στηριζόμενος στο άρθρο 559 παρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, παρότι ο ισχυρισμός περί του νόμω αβασίμου της αγωγής υποβλήθηκε από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία στην κατ' έφεση δίκη, δια του δικογράφου των προτάσεων αυτής, όπως προκύπτει από το παραδεκτώς ερευνώμενο δικόγραφο και όπως συνομολογείται στο αναιρετήριο (σημειουμένου ότι, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλομένη απόφαση, παραδεκτώς, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προεβληθη, προφορικά και δια των προτάσεών της, ένσταση εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη), πρέπει ο λόγος αυτός αναίρεσης να γίνει δεκτός, ως βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης δίκασε την ουσία της υπόθεσης και δέχθηκε την ένδικη αγωγή, καθό μέρος στρέφεται κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", κατά παραδοχή του ως άνω λόγου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του δευτέρου λόγου αναίρεσης, να κρατηθεί η υπόθεση για εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο, εφόσον δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παρ.
αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013) και, στη συνέχεια, να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη (καθό μέρος στρέφεται κατά της εταιρείας "...."). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος για την άσκηση της αναίρεσης παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτής, όπως ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., κατά το μέρος που, μετά την εξαφάνιση της υπ' αριθμ. ... οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., το Εφετείο δίκασε επί της ουσίας την από ... αγωγή του P. T. I., καθό μέρος στρέφεται κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....". Κρατεί την υπόθεση και δικάζοντας επί της ουσίας την από ... αγωγή του P. T. I. καθό μέρος στρέφεται κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....".
Απορρίπτει την αγωγή.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Μαρτίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ